Χαίρε, ω χαίρε, Μαστουριά!

By Αϊάσανθος Ίων

«Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. [...]
Και θα ‘χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας.
Και θα ‘ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια.»

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί,,,Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί

Καθώς ανηφόριζα, τις προάλλες, την πλατεία Εξαθλίων (ή Εξαρχείων, κατ’ ευφημισμόν…) για να πάω στο αυτοκίνητό μου που το είχα αφήσει στην οδό Καλλιδρομίου, πλησίασα μια ομάδα τεσσάρων ατόμων, τα οποία είχαν στήσει «πηγαδάκι» στη στενή λωρίδα απ’ όπου περνούν οι διερχόμενοι. Ήταν τρείς άντρες και μία γυναίκα. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι ανήκαν στο «Παγκόσμιο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα Διακίνησης Ναρκωτικών», αυτό που, μόνο στην Ελλάδα, στέλνει κάθε χρόνο στον τάφο (με το αζημίωτο, φυσικά) εκατοντάδες ανθούς της πατρίδας μας και μετατρέπει σε ζωντανούς νεκρούς χιλιάδες άλλους.
Έπρεπε αναγκαστικά να περάσω ανάμεσά τους, αφού είχαν κλείσει τον στενό διάδρομο. Την ώρα που τους έφτανα, λοιπόν, ο ένας άντρας, ο οποίος από το παρουσιαστικό του έδειχνε πως ήταν ο ιεραρχικώς κατώτερος της ομάδας, είπε κάτι με εκείνο τον φρικτό, σερνάμενο τρόπο ομιλίας τους, κάτι που τα αυτιά μου δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν. Τότε ο ένας από τους άλλους δύο άντρες, ο οποίος ήταν με την πλάτη του στραμμένη προς εμένα και δεν με είχε δει, του απάντησε, ξεκάθαρα και επί λέξει: «Φώναξέ με, να φάει μια σφαίρα στο κεφάλι»!

Αυτά συμβαίνουν διαρκώς, επί 365 μέρες το χρόνο, στην πλατεία Εξαθλίων, στην οδό Τοσίτσα πίσω από το Πολυτεχνείο (ως το μοναδικό και θλιβερό απομεινάρι, άραγε, των όσων έγιναν εκεί το Νοέμβρη του 1973;), στη Σοφοκλέους και Μενάνδρου, και σε αναρίθμητα άλλα σημεία της χώρας μας. Ο λευκός θάνατος κυκλοφορεί απροκάλυπτα, ανεμπόδιστα, και οι πάντες γνωρίζουν τα στέκια διακίνησής του, εκτός από τις κρατικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη δίωξή του – αυτές οι οποίες, με το υστέρημα ημών των φορολογουμένων πολιτών (καθόσον οι ναρκοέμποροι είναι, φυσικά, αφορολόγητοι), διαθέτουν τα πιο τέλεια συστήματα οργάνωσης, παρακολούθησης και καταστολής του ναρκοεμπορίου. Και όποτε μπαίνουν στον κόπο –για να διασώζουν τα προσχήματα– να συλλάβουν κανένα «μεγάλο ψάρι» απ’ το σινάφι των ναρκοεμπόρων, ακολουθεί δικαστική απόφαση για τη φυλάκισή του (αντί για τη θανάτωσή του…) και, μετά από λίγο καιρό, νέα δικαστική απόφαση για την απελευθέρωσή του. Τόσο απλά, τόσο αισχρά!
Αλλά, γιατί να παραπονιόμαστε; Μήπως δεν είναι οι αστυνομικές, οι δικαστικές (α, ναι!, καταδικάστηκε –με αναστολή, εννοείται– κι ο Κεφαλογιάννης· έσταξε η ουρά του γαϊδάρου!), και όλες οι άλλες κρατικές αρχές, κατασκευασμένες καθ’ εικόνα και ομοίωσιν του δικού μας αποναρκωμένου κοινωνικού σώματος; Τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτές, όταν εμείς επιτρέπουμε αδιαμαρτύρητα την ύπαρξη όλων ετούτων των καρκινωμάτων, όταν απεκδυόμαστε πάσης δικής μας ευθύνης;

Σε μια κοινωνία με στοιχειωδώς υγιή ανακλαστικά, όμως, όταν οι φύλακες (και οι λοιποί άρχοντες) αποδεικνύονται ανάξιοι, τότε ανασκουμπώνονται και μπαίνουν στη θέση τους οι «φυλασσόμενοι», όσο επικίνδυνο και αν είναι αυτό – διότι ο κίνδυνος από τη διατήρηση της υπάρχουσας νοσηρής καταστάσεως είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερος.

Θα μου πείτε –και ευλόγως–, ότι εμείς έχουμε ένα σωρό άλλες υποχρεώσεις: έχουμε να πηγαίνουμε καθημερινά στις (άχρηστες και βλαβερές, ως επί το πλείστον…) δουλειές μας για να εξασφαλίζουμε τα προς το ζην και, κυρίως, τα περιττά σκουπίδια με τα οποία γεμίζουμε (ή, πιο σωστά, μεγαλώνουμε) τα κενά των υπάρξεών μας , έχουμε να φροντίζουμε τις οικογένειές μας (αφήνοντάς τις μονίμως αφρόντιστες έναντι των μεγάλων κινδύνων…), να αναλωνόμαστε σε ατελείωτες συζητήσεις που, όπως έχει γράψει κάπου ο Γκαίτε, είναι κάτι ελάχιστα περισσότερο από το τίποτε, να ενημερωνόμαστε για όλες τις μπαρούφες που ξεστομίζουν οι τιποτένιοι αστέρες του γυαλιού, να κάνουμε shopping therapy, να καλλωπιζόμαστε, να βγάζουμε το σκυλάκι μας για πιπί του, να ξεκουραζόμαστε μια στάλα, να κάνουμε ταξίδια, να πηγαίνουμε στην εκκλησία (ή στην τράπεζα, ή στο κόμμα, ή στο γήπεδο, ή στα ξενυχτάδικα, το ίδιο είναι…), να…, να…, να… Πού να βρεθεί χρόνος και διάθεση για να στρατευθούμε στον καθαρισμό της κόπρου του Αυγείου (μάλιστα τη στιγμή που, μεταξύ μας, την τροφοδοτούμε οι ίδιοι); Ε, κι αν τελικά μας καταπνίξει κι εμάς, τι να γίνει; Ούτε οι πρώτοι θα είμαστε, ούτε οι τελευταίοι!
Κι εγώ θα σας πω ότι όλες αυτές οι «υποχρεώσεις» μας, οι οποίες μας εμποδίζουν να βουτήξουμε στα βαθιά, δεν είναι παρά διαφορετικές μορφές πρέζας. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, όλοι μας έχουμε γίνει με αυτά (μας έχουν κάνει, για την ακρίβεια…) πολλαπλώς τοξινωμένοι, βαρύτατα μαστουρωμένοι, και πολύ λίγο διαφέρουμε από τις εξαθλιωμένες σκιές που σέρνονται κατά σμήνη είτε πίσω απ’ το Πολυτεχνείο, είτε όπου αλλού (διότι, αν διαφέραμε αληθινά, δεν θα ανεχόμαστε αυτή την κατάσταση και θα ενεργούσαμε δραστικά). Έχουμε αποναρκωθεί τελείως – έχουμε χάσει, ουσιαστικά, την ανθρώπινή μας υπόσταση.

Η Χάρις Αλεξίου το έχει επισημάνει κι αυτό θαυμάσια:

Νάνι νάνι νάνι νάνι να
κοιμηθείτε όλοι φρόνιμα
νάνι νάνι νάνι νάνι να
φυλαχτείτε από τ’ ανθρώπινα.

Εγώ, για να το αποδώσω με στίχους, θα τολμήσω να κακοποιήσω τον Ύμνο στην Ελευθερία (τι; μονάχα ο Νίκος Δήμου έχει το δικαίωμα να αποπατεί επάνω στον εθνικό μας ποιητή;):

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των «Ελλήνων» τα μιαρά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Μαστουριά!

Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Μα, επειδή πιστεύω βαθύτατα και θα το πιστεύω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου ότι είναι στο χέρι μας να σταματήσουμε αυτή την υπερταχεία του μαζικού ενταφιασμού. Επειδή αταλάντευτα εξακολουθώ να ελπίζω, παρ’ όλα αυτά, στους συνανθρώπους μου και πουθενά αλλού.

Και ο Ελύτης, διά της Μαρίας Νεφέλη, λέει:

Δυστυχείς εμπροσθοφύλακες και ανάστροφοι
οδηγοί των βαρέων αρμάτων τ’ ουρανού
ώς και τα σύννεφα είναι ναρκοθετημένα
το νου σας: από μας η άνοιξη εξαρτάται.

Να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα.
Το πράσινο στο πράσινο τον άνθρωπο του Νεάντερταλ
στον άνθρωπο του Νεάντερταλ. Δεν ωφελούν πια οι μυώνες
θέλει αγάπη θηριώδη
θέλει πήδημα τίγρισσας μες στις ιδέες.

Υποβολή απάντησης