«Να ζω σ’ έναν τόπο που με σέβεται» (Blog Action Day, B΄)

Έτσι τελείωνε ένα σχόλιο της Ρίτσας Μασούρα στο ιστολόγιό της, για το σημείωμα «Έλεος!», που είχε γράψει με αφορμή το κάψιμο της Πάρνηθας.
Το παρακάτω κείμενο είναι, σχεδόν αυτούσιο, το τελευταίο δικό μου σχόλιο σε εκείνο το σύντομο, απεγνωσμένο σημείωμα. Το αναρτώ εδώ ως μία απόπειρα συνεισφοράς στον προβληματισμό για το περιβάλλον. Παρ’ ότι αρκετά τμήματά του φαίνονται να μην έχουν παρά μόνον μικρή, ή και καμμία, σχέση με το περιβαλλοντικό ζήτημα, προτίμησα να μην τα αφαιρέσω, διότι πιστεύω ότι αναδεικνύουν κάποιες βαθύτερες πτυχές του, μία γενικότερη νοοτροπία, η οποία υπαγορεύει τη στάση μας όχι μόνο απέναντι στο περιβάλλον, αλλά και στην κοινωνική ζωή μας.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ πάνω σ’ αυτόν τον ευλογημένο πλανήτη τόπος που να μη σέβεται τους ανθρώπους, μα και όλα τα υπόλοιπα ζωντανά πλάσματα!
Και δεν υπάρχει πουθενά –φευ!– πάνω στη Γη υψηλά ιστάμενο πρόσωπο που να σέβεται αυτόν τον ευλογημένο πλανήτη και τα τίμια πλάσματα που ζουν επάνω του!
Διότι όλοι αυτοί οι υψηλά ιστάμενοι είναι άρρωστοι μέχρι το τελευταίο μόριο της ύπαρξής τους, παντελώς ανίκανοι να σεβαστούν τον ίδιο τον εαυτό τους, και το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να μεταδίδουν τις ανίατες αρρώστιες τους σε όλους τους υπόλοιπους, σε όλη τη φύση, σε κάθε σχισμή της Γης!
Και διότι όλοι εμείς οι υπόλοιποι δεν κάνουμε, έως τώρα, άλλο απ’ το να πασχίζουμε πώς θα τους μοιάσουμε, κλείνοντας επίμονα τ’ αυτιά μας στη φωνή της απλούστατης λογικής και της αλάνθαστης ευαισθησίας!

«Δεν είναι μόνο τα σπουργίτια φως μου
τ’ αδέσποτα παιδιά των φαναριών
είναι το κρύο στην καρδιά του κόσμου
είναι ο χειμώνας που φωλιάζει εντός μου».

Έτσι μας λέει η Χάρις Αλεξίου στο «Παιχνίδι της Αγάπης».
Και είναι αυτό ακριβώς: «είναι ο χειμώνας που φωλιάζει εντός μου» (σε προσωπικό επίπεδο), είναι το κρύο στην καρδιά του κόσμου, στο κοινωνικό επίπεδο. Είναι, δηλαδή, η απονεύρωση και απονέκρωση της κοινωνίας, είναι η ιδιωτεία τής κακώς εννοούμενης ατομικότητας στην οποία μας έχουν παγιδεύσει. Σε αυτά πρέπει να αντισταθούμε, αυτά πρέπει να αποτινάξουμε, το ταχύτερο δυνατόν, από πάνω μας.

Ιδού, τώρα, μερικά παραδείγματα του πώς επενεργεί αυτή η επιβεβλημένη κοινωνική απονέκρωση και προσωπική ιδιωτεία, ή, ακριβέστερα, του τι θα μπορούσε να γινόταν εάν η σύσταση της κοινωνίας ήταν ελαφρώς διαφορετική:

α) Μια κοινωνία ζωντανή και όχι απονεκρωμένη, με άλλα λόγια, μια κοινωνία αποτελούμενη από πραγματικά νοήμονες, ευαίσθητους κι ενεργούς πολίτες και όχι από ηλίθια, αναίσθητα και περίτρομα πιόνια, δεν θα αποποιείτο των ευθυνών της αναθέτοντας και περιμένοντάς τα όλα από τον (αναξιόπιστο, κατά γενική παραδοχή) κρατικό μηχανισμό, αλλά θα είχε οργανωθεί εκ των προτέρων και θα κινητοποιείτο καταλλήλως την ώρα του κινδύνου των πυρκαγιών, αντί να μένει βουλιαγμένη στους καναπέδες, ακόμα και την ώρα της καταστροφής, για να παρακολουθεί τις φλόγες να κατατρώνε τα πάντα και τους γελοίους πολιτικάντηδες να ξεστομίζουν ανέξοδες μπούρδες.
Μια τέτοια κοινωνία, βέβαια, θα είχε προ πολλού εγκαταλείψει τα μικροαστικά-μικροατομικιστικά όνειρα, όπως αυτό του εξοχικού δεσμωτηρίου, βρίσκοντας άλλους, πιο πρόσφορους, τρόπους για να ικανοποιήσει την ανάγκη των μελών της για εξοχή. Έτσι, δεν θα υπήρχε και η διαρκώς εντεινόμενη πίεση για οικοπεδοποίηση, τσιμεντοποίηση και ασφαλτοποίηση, η οποία εξυπηρετεί εδώ και δεκαετίες τα συμφέροντα των μικρών και μεγάλων εργολάβων, των πολιτικών υπαλλήλων τους, αλλά και θέτει σε λειτουργία τους εμπρηστικούς μηχανισμούς.
Αυτό, θα ήταν τρόπον τινά μία θυσία, θυσία όμως που θα μας είχε γλυτώσει από τα κατά πολύ χειρότερα χθεσινά, σημερινά κι αυριανά δεινά. – Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε θυσία δεν θα ήταν, διότι θυσιάζουμε και χάνουμε κάτι μόνον όταν το έχουμε, και στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένας ιδιώτης δεν επρόκειτο να χάσει κάτι (δηλαδή, το εξοχικό, αφού δεν το είχε), ενώ, απεναντίας, η κοινωνία ολόκληρη δεν θα έχανε κάτι που είχε! Και όχι μόνον αυτό: η κοινωνία (δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι που την συναποτελούν) θα αποκόμιζε ένα σωρό πρόσθετα οφέλη, αφού με τη στάση της αυτή, πρώτον, θα είχε ανακαλύψει νέους, καλύτερους και υγιέστερους τρόπους αναψυχής και ανθρώπινης συνεύρεσης και, δεύτερον, θα είχε υποδείξει με πολλή σαφήνεια στους άρρωστους επικεφαλής της την άγουσα προς τη χωματερή, εφόσον αυτοί θα επέμεναν να της εξάγουν (όρα ελεύθερο εμπόριο κι ανταγωνισμός) τη σαπίλα τους! Μαζί μ’ αυτούς τους τελευταίους, δε, θα υποχρεώνονταν να στραφούν σε χρήσιμα επαγγέλματα οι θιασώτες της «οικονομικής ανάπτυξης», οι ορθότερον λεγόμενοι κήρυκες της συμφοράς ή, επί το αρχαιοπρεπέστερον, κασσάνδρες του «οικονομικού μαρασμού».
Πολλά ακόμη οφέλη, προερχόμενα από μια τέτοια στάση της κοινωνίας, θα μπορούσαν να αναφερθούν.
Όμως το μονιμότερο και μεγαλύτερο θα ήταν ένα άλλο, για το οποίο θα κάνουμε λόγο πιο κάτω.

β) Μια κοινωνία ζωντανή και όχι απονεκρωμένη, με άλλα λόγια, μια κοινωνία αποτελούμενη από πραγματικά νοήμονες, ευαίσθητους κι ενεργούς πολίτες και όχι από ηλίθια, αναίσθητα και περίτρομα πιόνια, δεν θα έτρεφε στους κόρφους της τον υπόκοσμο σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Δεν θα ανεχόταν, για παράδειγμα, ούτε δευτερόλεπτο τη ντροπή και ναρκοθέτηση της ίδια της της ύπαρξης που συντελείται εντελώς ανεμπόδιστα στη Σοφοκλέους και Μενάνδρου, όπως και σε εκατοντάδες άλλα μέρη. Δεν θα ετοίμαζε για αυριανό πρωθυπουργό της κάποιον ο οποίος ονειρεύεται να βάλουμε όλοι στα μπαλκόνια μας από μια γλάστρα με ινδική κάνναβη, αλλά θα τον είχε στείλει με συνοπτικότατες διαδικασίες στα αζήτητα της Ιστορίας.
Τα μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας θα είχαν εξαφανίσει εν μιά νυκτί όλες τις εστίες διακίνησης ναρκωτικών, δρώντας αποφασιστικά και συντονισμένα, αντί να νομιμοποιούν την εμπορία τους πληρώνοντας τους αστυνομικούς και λοιπούς κρατικούς μηχανισμούς για να την συντηρούν και επαυξάνουν, και αντί να αναλώνονται σε δαιδαλώδεις ανόητες συζητήσεις.
Τα μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας ούτε που θα το διανοούνταν να δώσουν δεκάρα τσακιστή στους ναρκομανείς για ν’ αγοράσουν τη δόση τους και, φυσικά, δεν θα έλεγαν ότι τους δίνουν επειδή τους λυπούνται ή –άκουσον! άκουσον!– για να μην τους διαρρήξουν το σπίτι μια μοιραία εσπέρα.
Θα ήταν κι αυτά θυσίες; Πολύ πιθανόν, εάν τα δούμε υπό το πρίσμα του αναγκαίου ξεβολέματός μας και του βασανισμού των αδικομαραμένων παιδιών που έχουν οδηγηθεί σ’ αυτές τις μαύρες ατραπούς. Όμως οι θυσίες αυτές θα ήσαν προσωρινές, και οι εξ αυτών ζημιές πλήρως επανορθώσιμες, ακόμη και όσον αφορά την ταλαιπωρία που θα υφίσταντο αυτά τα παιδιά.
Και η κοινωνία θα απαλλασσόταν ως διά μαγείας από το καρκίνωμα των ναρκωτικών, των εμπόρων και καλλιεργητών τους, των πάσης φύσεως και «επαγγέλματος» νονών, η εγκληματικότητα θα μειωνόταν δραστικότατα, οι άνθρωποι θα ξαναποκτούσαν μεγάλο μέρος της ανθρωπιάς τους. – Και οι κασσάνδρες του «οικονομικού μαρασμού» θα ξανάπιαναν τους γνωστούς οδυρμούς και κοπετούς τους (χα! χα!).
Πολλά ακόμη οφέλη, προερχόμενα από μια τέτοια στάση της κοινωνίας, θα μπορούσαν να αναφερθούν.
Όμως το μονιμότερο και μεγαλύτερο θα ήταν ένα άλλο, για το οποίο θα κάνουμε λόγο πιο κάτω.

γ) Μια κοινωνία ζωντανή και όχι απονεκρωμένη, με άλλα λόγια, μια κοινωνία αποτελούμενη από πραγματικά νοήμονες, ευαίσθητους κι ενεργούς πολίτες και όχι από ηλίθια, αναίσθητα και περίτρομα πιόνια, δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο ούτε για την τερατώδη καλλιέργεια της βίας που συντελείται στην εποχή μας με όλα τα μέσα, ούτε για την εκδήλωσή της, αλλά θα είχε βρει τους πανεύκολους εκείνους τρόπους για να την καταστέλλει όλο και περισσότερο.
Μια τέτοια κοινωνία θα είχε αφαιρέσει από την Εταιρεία των Δολοφόνων οποιαδήποτε δυνατότητα να σπέρνει τον όλεθρο και το θάνατο σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, ωσάν η Γη να είναι το ατομικό της μπουντουάρ. Και θα το είχε επιτύχει αυτό δίχως να άνοιγε ούτε ρουθούνι, χάρη και μόνο στην απλούστατη άρνηση των μελών της να πουλάνε, προκειμένου να βγάζουν το ψωμί τους, την εργατική δύναμη και το μυαλό τους στους παραγωγούς των όπλων και του θανάτου. Τα μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας, εννοείται, ούτε που θα τολμούσαν ποτέ να δικαιολογήσουν την απασχόλησή τους σε αυτά τα «επαγγέλματα» λέγοντας «εγώ κάνω τη δουλειά μου», καθόσον θα χαρακτηρίζονταν από τη σοφή υπευθυνότητα που διακρίνει τους αληθινούς ανθρώπους.
Μια τέτοια κοινωνία θα είχε αποσυνθέσει όλους εκείνους τους μηχανισμούς που υποκινούν τους «αντιεξουσιαστές», τους χουλιγκάνους και τους λοιπούς «αγανακτισμένους» στις «αυθόρμητες» πράξεις τους. Δεν θα επέτρεπε να κατασκευάζονται τα διάφορα παιγνίδια που εθίζουν τα αθώα παιδάκια στην ολοένα και περισσότερη βία, ούτε θα είχε αναγάγει σε αξία πρώτου μεγέθους το να είναι κανείς κτήνος εκ πεποιθήσεως, αλλά θα είχε νομοθετήσει το ποινικώς κολάσιμο του δόλιου ιδιοτελούς ανταγωνισμού σε όλες τις μορφές του.
Μια τέτοια κοινωνία θα εμφυσούσε στα μέλη της αρχές και ιδανικά στηριζόμενα στη γνήσια παιδεία που δημιουργεί ανθρώπους, αντί να τα εκπαιδεύει στη βαρβαρότητα της κτηνωδίας.
Θα χρειάζονταν γι’ αυτά θυσίες; Ασφαλέστατα, δεδομένου ότι οι μηχανισμοί των αφεντάδων της κοινωνίας, οι οποίοι εξαρτούν την επιβίωσή τους από τη διατήρηση κι επαύξηση της βίας, έχουν ήδη ζωή δεκάδων αιώνων και έχουν γίνει (για την ακρίβεια, φαίνονται ότι έχουν γίνει) πανίσχυροι, και δεδομένου, επίσης, ότι ολόκληρη η οργάνωση της κοινωνίας μας έχει ως σκελετό της τα συστήματα παραγωγής βίας και θανάτου. Όμως οι ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΑΔΙΚΕΣ θυσίες στις οποίες υποβάλλονται η κοινωνία και τα μέλη της με την ισχύουσα κατάσταση είναι ασυγκρίτως πιο βασανιστικές, επαχθείς και, το κυριότερο, ολοκληρωτικές, παρ’ ότι γίνονται με δόσεις και το χάπι χρυσώνεται κάθε τόσο.
Και τα οφέλη; Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς… Ας πούμε μονάχα πως η ζωή θα ξανατραβούσε την ανηφόρα – και ότι οι κασσάνδρες του «οικονομικού μαρασμού» θα ξανάπιαναν τους γνωστούς οδυρμούς και κοπετούς τους (χα! χα!).
Όμως το μονιμότερο και μεγαλύτερο όφελος θα ήταν ένα άλλο, για το οποίο θα κάνουμε λόγο πιο κάτω.

Μια τέτοια κοινωνία θα είχε αντιληφθεί προ πολλού πως ο κύριος Κλάουζεβιτς, όταν δήλωνε ότι ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, μας έλεγε μια μικρή αλήθεια κρύβοντάς μας μ’ αυτήν μία μεγάλη (διότι αυτό συνέφερε τον ίδιο και τ’ αφεντικά του). Θα είχε, δηλαδή, αντιληφθεί πως η πολιτική εν καιρώ ειρήνης είναι ακριβώς η συνέχιση του πολέμου με μυριάδες άλλα (πολιτικά) μέσα ή, πιο σωστά, ότι ο πόλεμος διεξάγεται αδιάκοπα, είτε συγκεκαλυμμένα κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (αυτό της λεγόμενης ειρήνης), είτε απροκάλυπτα, με τους στρατούς και τα όπλα.
Κατέχοντας αυτή την απλούστατη επίγνωση, τα μέλη της κοινωνίας δεν θα ξυπνούσαν κάθε πρωί ωσάν να είχαν μόλις προσγειωθεί από τον Άρη, με τη μόνιμη απορία πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει ετούτο το φρικτό, εκείνο το ανήκουστο, δεν θα καταλαμβάνονταν αιωνίως και τουμπανίως εξ απροόπτου, αλλά θα είχαν βρει τα –εμφανέστατα– αίτια των συμφορών τους, θα είχαν ανασκουμπωθεί και θα τα είχαν εξαλείψει: θα είχαν συστρατευθεί χωρίς δεύτερη σκέψη, θα είχαν κηρύξει τον πόλεμο στον πόλεμο κάθε είδους – και, ως διά μαγείας, θα είχαν εγκαθιδρύσει πάνω στη Γη την ειρήνη, σώζοντας έτσι εαυτούς και αλλήλους, ζώντες τε και μέλλοντες να ζήσουν.

Όμως το μονιμότερο και μεγαλύτερο όφελος από έναν τέτοιο προσανατολισμό της κοινωνίας θα ήταν –θα είναι, εν καιρώ τω δέοντι– ετούτο:
Οι άνθρωποι θα καταλάβαιναν τι πραγματικά εστί νοημοσύνη και τι παραφροσύνη, τι εστί αλήθεια και τι ψεύδος, τι εστί ωριμότητα και τι νηπιότητα, τι εστί εξυπνάδα και τι βλακεία, τι εστί ευαισθησία και τι αναισθησία, τι εστί υπευθυνότητα και τι ανευθυνότητα, τι εστί κίνδυνος και τι αποφυγή του, τι εστί απώλεια και τι κέρδος, τι εστί πρόοδος και τι οπισθοδρόμηση, τι εστί δημιουργία και τι καταστροφή, τι εστί ζωή και τι καθημερινός θάνατος.
Έτσι, θα άρχιζαν να ανακτούν την ικανότητά τους να αντιλαμβάνονται τις λέξεις όχι με το μασκαρεμένο σημερινό τους νόημα, αλλά με το αληθινό, και να επικοινωνούν βάσει αυτού, οπότε η μεταξύ τους ασυνεννοησία και η χαοτική σύγχυση θα περιορίζονταν δραστικά. Και καθώς θα διαπίστωναν έκθαμβοι τις τεράστιες θετικές συνέπειες αυτού του γεγονότος στη ζωή τους, θα του έδιναν αβίαστα την αναγκαία προσοχή και θα το
καλλιεργούσαν.
Τα μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας θα είχαν το μυαλό τους ελεύθερο, δηλαδή απαλλαγμένο από το αλυσόδεμα των αμέτρητων ψεμάτων τα οποία οι ίδιοι οι άνθρωποι κατασκευάζουν ως κρίκους
κίρκους! της προσωπικής τους αλυσίδας ο καθένας, στην αγωνιώδη όσο και βλακώδη προσπάθειά τους να κουκουλώνουν τα προηγούμενα ψέματά τους· κι έχοντας το μυαλό τους ελεύθερο, θα επιδίδονταν ανεμπόδιστα σε έργα όντως δημιουργικά κι ευχάριστα. Τα μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας θα παραδέχονταν τα σφάλματά τους με τη μεγαλύτερη χαρά του κόσμου, αντί να νοιώθουν βαρύτατα προσβεβλημένα όποτε κάποιος τούς τα υποδεικνύει και να σπεύδουν έμφοβα να διαπράξουν καινούργια και χειρότερα για να τα «διορθώσουν». Τα μέλη μιας τέτοιας κοινωνίας δεν θα σπαταλούσαν τη ζωή τους, λες και αυτή είναι το πιο ευτελές πράγμα που μπορεί να υπάρχει, σε υποκριτικές συζητήσεις και μάταιες επιδιώξεις, αλλά θα διέθεταν τον χρόνο τους για να την προαγάγουν και για να γίνονται αμοιβαίως ευτυχέστερα.
Με το σταδιακό ξεπέρασμα του μασκαρέματος του νοήματος των λέξεων, όλα θα έμπαιναν ως διά μαγείας στη θέση τους και θα συναρθρώνονταν αρμονικά, όλοι θα ήξεραν πού πατούν και πού πηγαίνουν, με αποτέλεσμα να ξημέρωνε πολύ σύντομα η Μεγάλη Ημέρα του οριστικού και αναίμακτου ενταφιασμού όλων των μίσθαρνων ψευδολόγων, όλων των λυσσασμένων κηρύκων του φανατισμού και του μίσους, όλων των παραφρόνων και ανίατα αιμοδιψών εξουσιαστών και ολετήρων
η Μεγάλη Ημέρα του οριστικού θριάμβου του ανθρώπου.
Και οι θιασώτες της «αναπόφευκτης μεταλλαγής της «ζωντανής» γλώσσας», του «πλουραλισμού στην έκφραση», οι ορθότερον λεγόμενοι κήρυκες της γλωσσικής απονέκρωσης και του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού ή, επί το νεοελληνικότερον, οι περιοδεύοντες πωλητές του ψεύδους και της εξαπάτησης θα ξανάπιαναν, εν χορώ και για τελευταία φορά, τους γνωστούς οδυρμούς και κοπετούς τους (χα! χα!).

Αλλά τι είναι αυτό που κατέστησε δυνατή, επί τόσους και τόσους αιώνες, την επικράτηση των εχθρών της ανθρωπότητος, του πλανήτη και της ζωής;

«Είναι το κρύο στην καρδιά του κόσμου

είναι ο χειμώνας που φωλιάζει εντός μου».

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος, στην πρωτομαγιάτικη εκπομπή του στη ΝΕΤ, το συμπύκνωσε με τον καλύτερο τρόπο:
«Ρε παιδιά, αγαπάμε τη ζωή μας, αλλά τη ζωή δεν την αγαπάμε!»

Τόσο απλό, το λαβυρινθώδες!
Μια στροφούλα 180 μοιρών.

Advertisements

Ετικέτες: , ,

8 Σχόλια to “«Να ζω σ’ έναν τόπο που με σέβεται» (Blog Action Day, B΄)”

  1. ritsmas Says:

    Εξαιρετικό κειμενο, εξαιρετική σκέψη. Ποιός ακουει, ειναι το μεγάλο ερωτημα και ποιος βάζει τον…κατω να διαβάσει ,αγαπητέ μου;
    Κι εγω δεν ξερω καν αν αγαπω τη ζωή , ουτε αν μ αγαπαει εκεινη. Το μονο που ξερω με απολυτη βεβαιότητα ειναι ότι θελω να με σεβονται. Αυτό τοο ξερω καλα.

  2. Αϊάσανθος Ίων Says:

    Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια, αλλά και για την έμπνευση που μου είχατε δώσει, ώστε να το γράψω.
    Εάν πιστεύαμε ότι κανένας δεν διαβάζει, τότε ούτε εσείς θα γράφατε τα τόσα ωραία κείμενά σας, ούτε κανένας άλλος. Και δεν νομίζω ότι όποιος παιδεύεται για να γράψει κάτι σοβαρό, το κάνει κυρίως για τη δική του αυτοϊκανοποίηση.
    Ποιος ακούει; Μα, αν τουλάχιστον εμείς οι ίδιοι ακούμε αυτά που γράφουμε, είναι κι αυτό μεγάλο όφελος.
    Θα έλεγα ότι ο σεβασμός του προσώπου μας εκ μέρους των άλλων δεν είναι κάτι το οποίο παραχωρείται ή δωρίζεται, αλλά κάτι που κερδίζεται ώρα με την ώρα, χάρη στη συμπεριφορά μας.
    ΥΓ. Δεν χωράει αμφιβολία, νομίζω, ότι η ζωή αγαπάει εκείνους που την αγαπάνε και την τιμούν.

  3. ritsmas Says:

    Γιατί δεν συνεχίζετε να γράφετε; Καταλαβαίνω ότι εχετε πολλά να καταθέσετε. Ξεκινειστε λοιπον.

  4. Αϊάσανθος Ίων Says:

    Το ενδιαφέρον σας με συγκίνησε, πραγματικά. Σας ευχαριστώ θερμά.
    Η απάντηση στο «γιατί;», είναι ετούτη: Προβλήματα! Παλεύω να τα ξεπεράσω, έστω στοιχειωδώς. Και πάλι σας ευχαριστώ, που με βοηθάτε με τον τρόπο σας.

  5. ritsmas Says:

    Πώς πατε;

  6. Αϊάσανθος Ίων Says:

    @ritsmas:
    Ας πούμε εντάξει, καλή μου.
    Ίσως, μάλιστα, καταφέρω απόψε να ανεβάσω ένα καινούργιο σημείωμα.
    Σου εύχομαι όλες τις χαρές του κόσμου.

  7. ritsmas Says:

    Χρονια σας πολλά. Χαθήκατε. Ειστε καλά ;
    ριτς

  8. Αϊάσανθος Ίων Says:

    Χρόνια πολλά και όμορφα, καλή μου.
    Ήμουν επί δώδεκα μέρες στο νοσοκομείο, και όταν επέστρεψα, βρήκα τον υπολογιστή μου με καμένο τροφοδοτικό! Τον άναψα για πρώτη φορά μόλις τώρα.
    Μέχρι να ξαναεισαχθώ (για να βγω πάλι προσωρινά και να ξαναμπώ μέχρι… νεωτέρας, ελπίζοντας ότι η τελική έκβαση θα είναι θετική) -και εφόσον ο καλός Ιησούς δεν με ευλογήσει με καμμία λοίμωξη-, θαρρώ πως θα ανεβάσω λίγα σημειώματα.
    Όπως όλες οι δοκιμασίες, έτσι κι ετούτη που περνάω εγώ ενδέχεται να αποβεί εξαιρετικά χρήσιμη. Αυτό (και αυτό…) εξαρτάται κατά κύριο λόγο από εμάς τους ίδιους.
    Οι γιατροί μού έχουν απαγορέψει τα φιλιά, δεν ξέρουν όμως οι κουτοί ότι μπορούμε να τα δίνουμε και με άλλους τρόπους. Σου στέλνω, λοιπόν, πολλά φιλιά, μαζί με τις θερμότερες ευχές και τις ευχαριστίες μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: