Παράξενα γεγονότα, παράξενες σκέψεις. «Καταλαβαινόμαστε τώρα»

Πριν μερικά χρόνια στους Αμπελόκηπους, μια καλοκαιρινή μέρα που είχε στη γειτονιά λαϊκή αγορά, ένας άνθρωπος σαν εμάς κίνησε να πάει να ψωνίσει. Καθώς είχε πολλή ζέστη, προτίμησε να φορέσει αντί για παπούτσια τις πλαστικές παντόφλες του. Περπατούσε λοιπόν στο πεζοδρόμιο για να πάει στη λαϊκή, και κάποια στιγμή χώθηκε κάτω από την πατούσα του ένα χαλικάκι. Για να το βγάλει, στηρίχτηκε με το ένα του χέρι από μια κολώνα της ΔΕΗ. Σε αυτήν, όμως, εργάζονταν εκείνη την ώρα δυο-τρεις τεχνικοί της εταιρείας. Μόλις είδε ο ένας απ’ αυτούς τον άνθρωπο λυγισμένο προς την κολώνα, έχοντα το χέρι του επάνω της και τινάζοντα το πόδι του, νόμιζε ότι τον είχε χτυπήσει το ρεύμα, οπότε άρπαξε αμέσως ένα καντρόνι που βρισκόταν εκεί δίπλα και κοπάνησε μ’ αυτό δυνατά το χέρι του «ηλεκτρόπληκτου», κάνοντάς το κομμάτια.
Το συντριπτικό πλήγμα που δέχτηκε ο ανθρωπάκος προήλθε από μία καλοπροαίρετη, πλην όμως βεβιασμένη, πράξη κάποιου συνανθρώπου του. Καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό, όταν βρισκόμαστε κι εμείς αντιμέτωποι με ανάλογες καταστάσεις.

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, λίγα χρόνια πριν, κι ένας γνωστός μου βημάτιζε στα ερημικά, επειδή ακόμα δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά, σοκάκια της γειτονιάς του να πάει για τη φάμπρικα. Όμως η φάμπρικα εκείνη τη μέρα έγινε γι’ αυτόν νοσοκομείο, διότι δύο μελαψοί φτωχοδιάβολοι τον χτύπησαν από πίσω, πριν αυτός αντιληφθεί την παρουσία τους, για να του πάρουν τα δέκα ευρώ που είχε πάνω του, στέλνοντάς τον να υποδεχτεί τον καινούργιο χρόνο στο κρεβάτι νοσηλείας.
Ο άτυχος αυτός προλετάριος (= προ-ολετήριος· σάμπως υπάρχουν και μη άτυχοι προλετάριοι, από τον καιρό κιόλας που η κατηγορία αυτών των ανθρώπων έλαβε υπόσταση μέσα στους εγκεφάλους των εμπνευστών της «ανώτερης αταξικής» κοινωνίας;) δεν κράτησε την παραμικρή μνησικακία για τους θύτες του. Συνέχισε να διατηρεί αναλλοίωτες τις ιδέες του και να λειτουργεί ως κοινωνικό ον ακριβώς όπως έκανε πριν από αυτό το συμβάν· δηλαδή, ακόμα και τώρα, που δεν ξέρει αν την επόμενη βδομάδα θα έχει δουλειά, υποστηρίζει με ακλόνητο πείσμα τις θέσεις του «κόμματος της εργατικής τάξης» για το «δικαίωμα των μεταναστών σε μια θέση κάτω από τον ήλιο», πιστεύοντας -σωστά- ότι αυτοί που ευθύνονται για τη δραματική επιδείνωση της θέσεως του ιδίου αλλά και των αμέτρητων σαν αυτόν Ελλήνων είναι οι πλουτοκράτες και όχι οι «αλληλέγγυοι με αυτόν» πεινασμένοι του κόσμου, κι επιμένοντας όμως να μην αντιλαμβάνεται ότι για να μπορούν να υλοποιούν τα άτιμα σχέδιά τους οι πλουτοκράτες, πρέπει απαραιτήτως να χρησιμοποιούν ως (ακούσια, έστω) πιόνια τους ακριβώς αυτούς τους ανθρώπους.
Και, βέβαια, εξακολουθεί να δίνει πρώτος το «παρών» στους «αγώνες που κάνει το κόμμα της εργατικής τάξης εναντίον των πλουτοκρατών»…

Ο Καβάφης μας λέει πως έχουμε ανάγκη τους βαρβάρους προκειμένου να απεκδυόμαστε των δικών μας ευθυνών για ό,τι κακό μας συμβαίνει. Ο Ρίτσος μας λέει πως μπήκαν στην πόλη οι οχτροί. Ποιος έχει δίκιο; Εάν θέλετε τη δική μου γνώμη, θα σας πω ανεπιφύλακτα ότι έχει δίκιο ο Ρίτσος, διότι αυτός προσθέτει κι ετούτο: «Εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο». Του Καβάφη η θέση φαίνεται ορθή αλλά είναι εσφαλμένη, διότι βλέπει μόνο τη μία πλευρά του ζητήματος (λόγω, πιθανώς, της ισχυρής τάσεως που αυτός είχε προς τις «ιδιαιτερότητες»), ενώ ο Ρίτσος εκφράζει με ακρίβεια τη συνθετικότητα του Ζεύξιδος Έλληνα, ο οποίος εκτιμά με το σωστό ζύγι και τις δύο πλευρές κι έτσι μπορεί να φθάνει σε ασφαλή και γόνιμα συμπεράσματα.

Απολαύστε για λίγο τον Αρχάγγελο Νίκο, ταξιδέψτε νοερά σε καιρούς περασμένους αλλά όχι λησμονημένους, σε τόπους ονειρεμένους αλλά όχι χαμένους, και συνεχίζετε μετά την ανάγνωση του κειμένου.

Ένας πολύ αγαπητός γνωστός μου, ο οποίος έχει μεν συγχωρεθεί εδώ και πολλά χρόνια πλην όμως εξακολουθεί να ζει ακμαιότατος μέσα μου, ήταν πολύ επιρρεπής στα πεσίματα. Θαρρείς και το έκανε επίτηδες, σχεδόν σε κάθε του βήμα έβρισκε με απόλυτη ακρίβεια κι από ένα εμπόδιο και γκρεμιζόταν καταγής. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να σωριάζεται χάμω κάθε λίγο και λιγάκι; Το κακό του το κεφάλι, οι απατηλές ιδέες που του είχαν φυτέψει εκ του μακρόθεν εκείνοι που μας θέλουν όλους μαριονέτες, ή κάποιοι που ξεπετάγονταν διαρκώς στο δρόμο του και του έβαζαν τρικλοποδιές; Δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά. Εκείνο που ξέρω μετά βεβαιότητος ήταν ότι αυτός, όλες, μα όλες τις φορές που έπεφτε, ξανασηκωνόταν. Και μάλιστα δεν ξανασηκωνόταν όντας στην κατάσταση όπου ήταν πριν το τελευταίο του πέσιμο, αλλά κάθε φορά και καλύτερος, κάθε φορά και δυνατότερος. Ήταν, δηλαδή, ένας σπανιότατος εκπρόσωπος του ανθρωπίνου είδους που είχε σύμμαχό του ένα ακατανίκητο σωκρατικό, όσο και συμπαντικό, δαιμόνιο.
Ειλικρινά, τον ζηλεύω όσο ζηλεύω και ένα-δυο ακόμη ανθρώπους. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορέσω να κερδίσω κι εγώ αυτήν τη μέγιστη εύνοια της τύχης… Ούτε αν είναι σωστό να αρκούμαστε, όταν μας συμβαίνουν τέτοια πεσίματα, στην πίστη ότι θα ξανασηκωθούμε καλύτεροι και δυνατότεροι ως μεμονωμένα άτομα, διότι έτσι αφήνουμε αυτούς που ενδεχομένως μας γκρεμίζουν, ανενόχλητους να συνεχίζουν τις τρικλοποδιές τους εις βάρος πάμπολλων άλλων συνανθρώπων μας…

Αυτά κι αυτά μου θύμισαν μία εντελώς απροσδόκητη κρίση τρομώδους πυρετού που είχα πάθει πριν από εφτά-οχτώ χρόνια, εκεί όπου προσπαθούσα εναγωνίως να προλάβω την ολοκλήρωση ενός μικρού κειμένου μου για τη μνήμη δύο καλών ποιητών και ανθρώπων. Αντί να κάνω αυτό και να δώσω το κείμενο προς δημοσίευση, κατέληξα για εφτά μέρες στο νοσοκομείο, για να διαγνώσουν τελικά οι ντόκτορες ότι δεν είχα τίποτα!…
Ήταν μία από τις Μεγάλες Βδομάδες που έχω περάσει στη ζωή μου, κατά τις οποίες όμως δεν πέθανα, προφανώς επειδή ο δικός μου σταυρός σχηματίζει το σημείο που είμαι αλήθεια ο ίδιος. Τώρα περνάω τη Μεγάλη Μεγάλη Βδομάδα μου, η οποία δείχνει να έχει διάρκεια όση και η Σαρακοστή μαζί με τη λεγόμενη Εβδομάδα των Παθών, δηλαδή επτά εβδομάδες (βρε πόσο πολύ σφραγίζει τη ζωή μας το σαράκι αυτών των «Περιουσίων»!). Ομολογώ ότι ετούτη τη φορά πολύ αμφιβάλλω αν θα είμαι μαζί σας μετά απ’ αυτήν την Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών μου, εφόσον δεν κατορθώσω να δω με τα ακτινοβόλα μάτια μου την αθέατη πλευρά του φεγγαριού. Πιθανότατα, η καταληκτική για εμένα ημερομηνία είναι κάπου μέσα στο μήνα τον ξανθό, τότε που μέλλω να τραγουδήσω κάτι – το κύκνειο άσμα μου, καταπώς φαίνεται…
Δεν μου αρκεί να είμαι τηλεθεατής των ονείρων μου. Θέλω πάση θυσία να τα ζήσω, και μάλιστα στη γόνιμη δυαδική μορφή τους, η οποία διαρκώς αναπαράγει εαυτήν και τα γεννήματά της σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Εάν αυτό αποδειχθεί ανέφικτο, η ζωή μου πλέον παύει να έχει την οποιαδήποτε αξία.

Μια μέρα, πριν αρκετά χρόνια, πάλι, που επέστρεφα σπίτι μου έχοντας στην τσέπη ένα εισιτήριο για το μέγαρο της ανεργίας, με συναπάντησε στο δρόμο μου μια τσιγγάνα που πωλούσε κάτι γλαστράκια με τρυφερά φυτά. Παραβιάζοντας την αρχή μου να μην έχω συναλλαγές με τέτοια άτομα, και μολονότι είχα μείνει πια στο δρόμο (γεγονός το οποίο, παραδόξως, δεν επηρέασε καθόλου τη διάθεσή μου), αγόρασα ένα λουλουδάκι. Χαιρετώντας με η τσιγγάνα, μου ευχήθηκε καλή τύχη.
Πρόσεχα αυτό το λουλουδάκι σαν τα μάτια μου. Μέχρι που η καλή μου σύζυγος, μια φορά που έκανε καθαριότητα, δεν πρόσεξε μέσα στη βιασύνη της και το ξαπόστειλε.

Ετούτη η ιστοριούλα του «τσιγγάνικου» λουλουδιού μου, με πηγαίνει σε δύο από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ζωής μου: τον πρώτο μεγάλο έρωτα και τη μητέρα μου.

O πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου ξεκίνησε απ’ τα παιδικάτα μου. Ήταν μια γειτονοπούλα, μια μελαχροινή λυγερή κούκλα γεμάτη χάρη κι ευαισθησία. Μια φορά που περπατούσαμε στην άσφαλτο πιασμένοι χέρι-χέρι, μου είπε: «Όταν μεγαλώσουμε, θα σε παντρευτώ». Τα σπίτια μας τα χώριζε ένα κενό οικόπεδο, που είχε στη μέση ένα καταπληκτικό πεύκο. Εκεί παίζαμε κι εθάλπαμε την αγάπη μας. Και μια καταραμένη μέρα, εκείνη παραπάτησε στο ανώμαλο έδαφος κι έπεσε κάτω, με αποτέλεσμα να της ανοίξει το κεφάλι. Από τα κλάματά της, βγήκαν αμέσως οι μανάδες μας έξω και, μετά από λίγο, άκουσα τη μητέρα της να φωνάζει στη δική μου: «Κυρία Ευανθούλα, μήπως την έριξε κάτω ο Αϊάσανθος;» Εγώ να την έριχνα κάτω! Καταλαβαίνετε πόσο εμβρόντητος έμεινα από αυτή την τερατώδη και δυσεξήγητη κουβέντα. Και μία άλλη καταραμένη μέρα, που ο καθένας απ’ τους δυο μας βρισκόταν στη δική του αυλή κι εγώ της έστειλα με το χέρι ένα φιλί, άκουσα την αγαπημένη μου μητέρα να μου φωνάζει: «Άαα, τη βρήκες κιόλας, ε;» Κι ένοιωσα να φεύγει η γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Και μία τρίτη καταραμένη μέρα, όχι πολύ πίσω από σήμερα, πήγα στο πατρικό μου… και… αντίκρυσα το πεύκο μου να κείτεται καταγής, με τις ρίζες του πεταμένες έξω, σαν τα μαλλιά της χαροκαμένης μάνας που σπαράζει. – Στα νεανικά μας χρόνια ήμασταν με τις ώρες μαζί. Ένα βραδάκι, τότε, εκείνη μου έφερε να δω τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Εξιπερί. Από εκείνο το βράδυ και μετά, εγώ ταύτισα το μοναχικό λουλουδάκι του Εξιπερί μ’ εκείνην. Στα ημερολόγιά μου εκείνης της εποχής, υπάρχει δεκάδες φορές γραμμένη η φράση «το λουλουδάκι μου». Και μέσα σ’ εκείνη την περίοδο, μου χάρισε μία εικονίτσα με ένα τριαντάφυλλο που το κρατούν μαζί δύο πεντακάθαρα νεανικά χέρια. Την έχω από τότε καδρώσει και τη φυλάω σαν κόρη οφθαλμού. Με συντροφεύει κρεμασμένη στον τοίχο δεξιά απ’ το γραφείο μου, θυμίζοντάς μου διαρκώς το δικό της βελουδένιο χέρι, που μια φορά κρατούσε με ευλαβικά στοργική αγάπη έναν κατάλευκο κρίνο.
Ας είναι πάντα καλά εκεί που βρίσκεται.

H μητέρα μου είχε πάρα πολλά λουλούδια και τ’ αγαπούσε «παθολογικά». Με έβαζε, λοιπόν, όταν ήμουν παιδάκι, να τα ποτίζω με το λάστιχο. Κι εγώ, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες που έπρεπε να τους ρίχνω πολύ νερό, το είχα για φρικτή αγγαρεία, γιατί έχανα ώρα απ’ τα παιχνίδια μου. Ούτε έτρεφα καμμιά ιδιαίτερη συμπάθεια γι’ αυτά, εκτός από ένα, το οποίο σκέπαζε μεγαλόπρεπο κι ωραιότατο το συρματόπλεγμα που χώριζε το οικόπεδό μας από ένα διπλανό. Ύστερα τα χρόνια πέρασαν, η μητέρα μου έφυγε φτερουγίζοντας μέσα από τα χέρια μου, επειδή της το είχα πριν από λίγο ζητήσει εγώ νοερά, για να γίνω ένα είδος «καθηγητή πανεπιστημίου», όπως εκείνη το είχε ποθήσει, και βρέθηκα να αγαπάω τα λουλούδια και ν’ αγωνίζομαι να τα προφυλάσσω να μη σπάνε από τη βιάση της καλής μου συζύγου. Βρέθηκα επίσης να έχω γραμμένο κάτι για μια ιεροτελεστία του ποτίσματος. Και πριν από μερικούς μήνες, κατά τύχην θα έλεγαν ορισμένοι, βρέθηκα μπροστά από ένα άδειο οικόπεδο που όλο του το συρματόπλεγμα ήταν καλυμμένο απ’ αυτό το μοναδικό φυτό που συμπαθούσα όταν ήμουν παιδί. Ήταν μάλιστα ανθισμένο, στην πλήρη του ομορφιά. Αμέσως έκοψα ένα κλαρί, μάζεψα και «καρπούς» γεμάτους σπόρους, και προσπάθησα με αυτά να αναστήσω στο μπαλκόνι μου την ομορφιά του παιδικού μου οικοπέδου. Δεν τα κατάφερα, όμως μετά από δύο μήνες ξαναπέρασα από το άδειο οικόπεδο κι έκοψα νέο κλαρί, μάζεψα νέους «καρπούς». Και ετούτη η προσπάθεια απέτυχε. Εγώ όμως δεν παραιτήθηκα. Μάζεψα και τρίτη φορά, τώρα μάλιστα δύο κλαριά. Λοιπόν, έκτοτε έχουν περάσει πάνω από δύο μήνες, και στη γλάστρα με την ομορφιά του παιδικού μου οικοπέδου… ναι! έκαναν την τρυφερή εμφάνισή τους τα πρώτα καινούργια φυλλαράκια.

Τώρα λοιπόν έχω πάλι τη μισή ομορφιά του παιδικού μου οικοπέδου. Και πασχίζω να βρω την άλλη μισή, κοιτάζοντας κάθε βράδυ τον ουρανό, για να εντοπίσω σε ποιο αστέρι με περιμένει το λουλουδάκι μου να πάω να το ποτίσω, εγώ ο Μικρός Μεγαλούτσικος Πρίγκιπας.

«Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία
που την είπανε Αρετή
μέσα στις εκκλησίες
και την ευλόγησαν»…


Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , , ,

Ένα Σχόλιο to “Παράξενα γεγονότα, παράξενες σκέψεις. «Καταλαβαινόμαστε τώρα»”

  1. Ο μικρός Μεγάλος Πρίγκιπας και η επόμενη μέρα του « Έστε Άξιοι Says:

    […] Το φαινόμενο αυτό επαναλήφθηκε, δυστυχώς, ανάμεσα στο Αερικό κι εμένα: Η αυτοαποκλεισμένη Μαρία, μόλις άρχισα εγώ να της ασκώ μία πίεση για να ξεκαθαρίσει η σχιζοφρενική κατάσταση που εκείνη προκάλεσε ανάμεσά μας, έπιασε να αποκλείει εμένα από τους σχολιαστές της, ακόμη και στο κανάλι της με τα βίντεο, και να μου απαντά με αχαρακτήριστες ύβρεις στην προηγούμενη (προχθεσινή) ανάρτησή μου, με την οποία της έδειχνα ότι δεν θα μπορούσε με τίποτε να με φιμώσει και στρεφόμουν πλέον ανοιχτά εναντίον της. Καθώς όμως εγώ δεν είχα τίποτε να κρύψω, μια και δεν είχα κάνει τίποτε το μεμπτό απέναντί της, εκείνη έχασε ολότελα την ψυχραιμία της και απέκλεισε ξανά τον εαυτό της, αυτήν τη φορά από το… διαδίκτυο, εξαφανίζοντας (και αυτή…) τα ιστολόγιά της και το κανάλι που είχε στο youtube! Και βρέθηκα εγώ τώρα ν’ αγωνίζομαι να βάλω λυτούς και δεμένους για να την βρουν, ή τουλάχιστον να επικοινωνήσουν μαζί της, προκειμένου να την στηρίξουν ψυχολογικά και να την προλάβουν από κανένα απονενοημένο διάβημα… Διότι, όποια κι αν είναι και ό,τι και να μου έχει κάνει, δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος, κι εγώ ούτε θέλησα ποτέ να της κάνω κακό, ούτε τώρα να εκδικηθώ – και το ότι θα την στείλω στα δικαστήρια, θα το κάνω για άλλους λόγους… Τι ειρωνεία! Να προβάλλει η πιθανότητα εγώ, που έχω παίξει τη ζωή μου κορώνα-γράμματα για να σταθώ στο πλευρό της, να συντείνω τελικά στο χειρότερο που θα μπορούσε να της συμβεί!… Να της κάνω εγώ εκείνο για το οποίο εφιστούσα την προσοχή στην πρώτη παράγραφο του “Παράξενα γεγονότα, παράξενες σκέψεις”!… […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: