Νύχτες με Πενταβάρδους

ΘΑ ΜΕΙΝΩ ΠΑΝΤΑ ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΕΠΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι επάξιος εραστής
των δακρυσμένων γνωστικών και των μεγάλων νόστων
και θα Ανασάνω μια βραδιά σαν όλες τις καρδιές
ου μη ματώσω εγώ ποτέ ευλάβεια των Ερώτων

Για το παντού το πάντα εδώ στο πουθενά η δραξ
θα εκκινώ καθημερνά ερίτιμη Κυρία
εγώ ο μικρός κόντρα σε όλους τους καιρούς
θα με γνωρίσεις χοντρικά μέσα από τα θηρία

Θα κλάψω ναι δε θα ’χω λόγια να μιλώ
οι σκύλοι θα νομίζουνε πως πάλι τα έχω κλάσει
κι η Μάνα μου πανευτυχής θα λέει εκεί ψηλά
του ήρθε μια δόξα μαγική κι ο Χάρος έχει χάσει

Και η Καρδιά μου μια βραδιά θα μου υψωθεί
για λόγο που ποτέ κανείς δεν τόλμησε να θίξει
κι αυτό το επάξιο χέρι μου που έτρεμε πριν ’ρθεί
θα Τη σηκώσει σαν πουλί στον ουρανό να σμίξει

Κι εγώ που Αυτό εθάρρεψα μια Μέρα να της πω
στης άγιας θάλασσας τις απαλές ρυτίδες
θα έχω έναν κρέβατο μια κλίνη δροσερή
και μια Ουσία σαν των παλιών Ανθρώπων τις Ουσίες

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΠΑΝΤΑ ΖΕΙ

Θα μείνω πάντα ένας δειλός έντρομος φθόνος
που θα με προσπερνά ο άξιος ταχυδρόμος
τα γράμματα να δίνει στην αγνή Ελενίτσα
που λειώνει εκεί σαν το κερί και κάθε ώρα φθίνει
ολοένα όπως θάβεται μες στα μπουντρούμια της Τοσίτσα

Είκοσι έξι χρόνια τώρα η καψερή
δεν είδε μέρα όμορφη με ήλιο αστραφτερή
μα κι άλλα τόσα χρόνια ο άξιος ταχυδρόμος
δε σταματάει το γράμμα να της δίνει
αυτό που ναι μας το απαγορεύει ο νόμος

Κι εγώ αγύρτης άπατρις ανώνυμος χυδαίος
να τριγυρίζω για να ιδώ το ωραίο και σπουδαίο
που άλλοι ορθώνουνε μ’ εαυτούς τους για θυσία
ως σύμμαχο έχοντας ολόγιομη Σελήνη
διαλύοντας τη δόλια κι ολέθρια εξουσία

κι αυτόνε τον ακούραστο κι αθώο ταχυδρόμο
που μυρωμένα γράμματα έχει να δίνει μόνο
– κατεπειγόντως τρέχοντας σε ρύμες και πλατείες
με όλο τον κατακλυσμό και τ’ άγριο μπουρίνι –
που τους σκυμμένους κάνουνε να γίνονται ευθείες

ΒΡΑΔΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙΜΟΒΟΡΟΥ ΜΑΡΤΗ

6 Μαρτίου 1910, που λέει κι ο άλλος βάρδος…
σήμερα,
Ψυχοσάββατο
μέσα στην άβυσσο της νύχτας
εκεί στις τέσσερεις η ώρα το πρωί
κάποια μορφή σαν φάντασμα
που όμως ναι υπάρχει
σέρνει ελαφρά τα βήματα
Λυκαβηττού στη ράχη
σε μια πορεία αντίστροφη
μ’ εκείνη που είχε κάνει
όταν σακάτης άρρωστος
που νίκησε στη μάχη
είχε ανέβει πάνω εκεί
τον ήλιο ν’ αντικρύσει
και βρήκε μιαν ομορφονιά
φερμένη απ’ το βοριά
που είχε έξω την κοιλιά
την κοίταξε με μάτι αγνό
λόγο της είπε πατρικό
κρίμα να εκθέτεις την κοιλιά
μες στης αρρώστιας τη θηλιά

Μα τώρα μες στη σκοτεινιά
όχι γι’ αρρώστια πήγαινε
μα για υγεία αμύθητη ναι για!
μετά από μέρες τραγικές
και άλλες τόσες νύχτες μαγικές
παμβρώμικος αξύριστος
αστήριχτος ακοίμητος
μ’ ένα μπουφάν σαν πρόσφυγας απ’ το Ιράκ
και με παπούτσια άβαφα
γδαρμένα κι όμως Άγραφα
μόνο φορώντας πάνω εκεί
την αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
προτάσσοντας τα στήθη του
λες κι ήτανε για φρίκη του
εκείνη η άφατη Ευφροσύνη
που τον περίμενε τρεμίζοντας κι Εκείνη
στην πλατεία την ουχί στρογγύλη
που ομόρφυνε η σμίλη
γλύπτη μεγάλου απ’ τα παλιά
και όλο σφυρούσε μες στη σιγαλιά

πότε από εδώ πότε από εκεί τρεκλίζοντας
τον άφαντό του εαυτό επιτέλους βρίσκοντας
σαλός αφέντης την ψυχή του ανεμίζοντας
κι όλο το μέτρο το σωστό σαν από θαύμα έχοντας

Κι άρχισε ξάφνου μια βροχή
που γίναν όλα απ’ την αρχή
οι δρόμοι πλημμυρίσανε
τα δέντρα εκαρπίσανε
οι κάδοι όλοι αδειάσανε
και οι πηγές γεμίσανε

6 Μαρτίου 1910
το Κιλελέρ του Killer
και η Αρβελέρ του Lover
ταιριάξανε ανέλπιστα
χαθήκανε τα αίσχιστα
σαν το
καλό το δέκα

6 Μαρτίου
έφαγε ο Killer τη Μελίνα
την Ελληνίδα τη θεά απ’ τα παλιά εκείνα
που βγαίναν οι θεές μία στα χίλια χρόνια
όχι σαν τώρα που μαθές τρέχουνε απ’ τα παντελόνια
κάνοντας σκόνη ερπετά μαμούνια και τελώνια


Σε ευχαριστούμε, αθάνατη Μελίνα μας, για ό,τι έκανες για την Ελλάδα.
Σε ευχαριστούμε, αθάνατε Ζυλ, (και) για αυτή την ταινία.
Σε ευχαριστούμε ιδιαίτερα για εκείνη τη σκηνή όπου η Δέσπω χαιρετά το «αφεντικό» με τον φασιστικό τρόπο και λέει, μετά από λίγο: «Ώστε όλοι για τον κύριο Κρυφό δουλεύουνε!».

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ, ΠΟΥ ΜΕ ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ ΕΔΕΙΞΕΣ
ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΙΟΙ ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΑΝ ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΑΙΜΑΤΟΚΥΛΙΣΜΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ!!!!

ΑΕΕΕΡΑΑΑΑΑΑ!!!!

Μα δεν την βρήκε τότε εκεί
μα η αλήθεια η μουσική
δεν έλεγε να πάψει
και πάλι το άλλο βράδυ

7 Μαρτίου το ρημάδι
το Φως της ζήσης του ανέσπερης
πάλι θα τριγυρνούσε
στις δέκα να απαντούσε

8 Μαρτίου πάλι εκεί
την ίδια ακούοντας μουσική
δεν τη βαριότανε ποτέ
Φοίβε λαμπρέ μου και αετέ
τη Μέρα πάλι θα σημάνεις
τους άρρωστους όλης της Γης να γιάνεις
πάντα σωστός στο ραντεβού
θαρρείς και είναι deja vu

8 Μαρτίου
Ημέρα της Γυναίκας
κι αυτός μπιλιάρδου στέκα
αλύγιστος ξανά εκεί
και η ίδια πάντα μουσική
έδιωχνε λύκους και σκυλιά
του Κόσμου η άδολη Αγκαλιά
θα ερχότανε αδύνατον
να λείψει απ’ το θεάρεστον

9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17

«Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα» - «Γιατί χρωστάμε στην διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας»

18 Μαρτίου
Κρύφτηκε ο Ελύτης
ο άσβεστος κομήτης
του Γράμματος ο κομιστής
του Έρωτος ο γητευτής
του αξύριστου ο πατέρας
της Έμορφης μητέρα
θα τους Ενώσει δεν μπορεί
κι όλος ο κόσμος θα Απορεί

Εκτός κι αν πάλι το θελήσει
γράμμα σαν τότενες να κλείσει
και να το στείλει μυστικά
με τα πουλιά τα μπιστικά
νωρίτερα να του το πει
το πού θα είναι να την βρει

Advertisements

Ετικέτες: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: