2×7 καταραμένα χρόνια από τότε που κρύφτηκε ο Υέλτης-Ελύτης. – Πάνε και τελείωσαν!


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ

ΦΩΤΟΣ

Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα ξαναπορεύεσαι,
εσύ ο άμωμος, ο λαγαρός, μα και μονίμως προσιτός.
Και το νόστιμον ήμαρ με λαχτάρα προσμένεις,
τότε που θα επιστρέψεις στο Αμάραντό σου Ρόδο,
στην κοινή Μακρινή Μητέρα μας που,
επίτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω,
δεν είναι και τόσο μακρινή.

Φάρε του ασβέστου ελληνικού φωτός,
η ταπεινή ψυχή μου χαιρετά σε.
Στερνέ των ανθρώπων στον αιώνα του σκότους,
αιώνες μου φαντάζουν τα χρόνια που ’χεις φύγει,
κι η ανάγκη να σου γράψω τον ύπνο μού ’χει πάρει.
Μα τι ’ναι ο ύπνος μπρος στη μέθεξη μαζί σου;
Πρέπει, άλλωστε, να σ’ ενημερώσω για τις εξελίξεις,
για τα όσα φοβερά και τρομερά συντελούνται εδώ κάτω,
και να σου μεταβιβάσω το χαρμόσυνο άγγελμα
πως η ευλογημένη Ώρα της Αλήθειας έφτασε,
όπως έξοχα εσύ το προανήγγειλες με το ανεπανάληπτο έργο σου.
Εξάλλου, εσύ μου έμαθες πώς να διαβάζω τους οιωνούς,
και βλέπω στις μέρες μας τον ήλιο να κρατάει τις ακτίνες του,
σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα την εκδίκηση
τη γλυκύτατη κι ευεργετική και πάντερπνη για τον καθένα,
μα πιότερο για τους φονιάδες και ταριχευτές τους.

Πριν όμως σ’ τα γράψω αυτά, πόθο μεγάλο αισθάνομαι
τους λόγους και τις πράξεις σου λίγο να μνημονεύσω.
Γιατί οι φουρτούνες που εσένα βρήκανε,
οι μάχες που ο ίδιος έχεις δώσει,
αμέτρητα έχουνε κοινά με τις δικές μας μάχες,
και η μνεία του αποκλειστικού σου γνώμονα,
της αρετής,
είν’ από μόνη της, είν’ από μόνη της
πηγή αστείρευτη δυνάμεως, μήτρα γόνιμη θαυμάτων.
Και ξέρω καλά, για τούτον ακριβώς τον λόγο,
ότι θα συναινέσεις σ’ αυτή μου την πράξη,
παραμερίζοντας για λίγο την περήφανη σεμνότητά σου.

Λοιπόν, είπες: «με μόνο το Άσπιλο του νου μου θα χτυπήσω!»
Και, πιστός απαρεγκλίτως στον όρκο σου,
δίχως να προδώσεις ποτέ τον ακέραιο εαυτό σου,
στο πείσμα των εχτρών στο πείσμα των δικών
Μας, ανάντισες κρατήθηκες ψυχώθηκες κραταιώθηκες
,
και μ’ όραμα κι υπομονή να οξύνεις βάλθηκες τα βέλη σου
τ’ αόρατα που κανένα βλακώδες ραντάρ δεν πιάνει,
τ’ ακατάσχετα που καμμιά θωράκιση δεν σταματάει,
τ’ άγια που κανένα σατανικό τέχνασμα δεν στομώνει.
Καθώς επίσης είπες: «δε θα ’ναι η μαχαιριά βαθύτερη από την κραυγή»,
κι ακόμα: «δε θα ’ναι το Άδικο τιμιότερο απ’ το αίμα»,
αξιώθηκες απ’ την Παλλάδα Αθηνά ασπίδα παντοδύναμη,
ασύλληπτη που καμμιά «έξυπνη» βόμβα δεν τη βρίσκει,
άριστη που κανένα ηλίθιο αλεξίσφαιρο δεν την παραβγαίνει,
άτρωτη που καμμιά πυρηνική πορδή δεν τη σκιάζει.

Έτσι, αφού πρώτα στο χαλασμό της μάχης μόνος απέλπισες το θάνατο,
άρχισες, με οικονομία αφάνταστη, με ευστοχία απόλυτη,
να εκτοξεύεις μία και δύο και τρεις και δεκατρείς φορές τα βέλη σου
για να πορφυρώσεις αέρα, γη και ουρανό με τοκετών της αγάπης αίματα.

Μέχρι και τη μετάστασή σου κανόνισες με την ίδια απαράμιλλη ακρίβεια:
στο συμπλήρωμα δύο χιλιάδων χρόνων βαρυχειμωνιάς
και μόλις τρεις ημέρες πριν φανεί το χελιδόνι,
πριχού την κατάφορτη του Έαρος έναρξη.
Ακόμα κι εδώ υπήρξες εις το έπακρον προνοητικός.
Γιατί, επιθυμούσες ν’ απολαύσεις κι εσύ από ψηλά,
σε όλη την εκθαμβωτική της μεγαλοπρέπεια,
να ξημερώνει η Μεγάλη Μέρα της Πανανθρώπινης Άνοιξης.
Είχες, άλλωστε, κάθε δικαίωμα στο ζηλευτό ετούτο προνόμιο,
όπως και οι ελάχιστοι όμοιοί σου
ανάμεσα στους τόσους και τόσους τυχερούς συνθεατές.
Και διόλου δεν σε μέλει που αποκαλύπτω αυτό σου το μυστικό,
διότι γνωρίζεις πως ο Ήλιος δεν αφήνει ουδέν κρυπτόν,
τίποτε στην ανυπαρξία της λήθης.

Παίρνω το θάρρος να σου επαναλάβω ότι σε ζηλεύω,
μα κατά βάθος δεν στενοχωριέμαι,
γιατί ξέρω πως θα επιστρέψεις,
την ονειρεμένη φαντασμαγορία αυτούσια να μου μεταδώσεις
με τα θεία σου λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο.
Αν τυχόν κι εσύ μια στάλα ζηλέψεις
τη στερημένη από σένα δική μου εμπειρία,
θα κάνω ό,τι μου επιτρέπουν οι λιγοστές μου δυνάμεις,
σ’ το υπόσχομαι, για να σε καταστήσω κοινωνό της.
Επομένως, το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη ακόμα υπομονή.

Δεν πρόκειται, δα, και ν’ αργήσεις!
Μόλις ο Ήλιος καθίσει οριστικά, πια, στον ολόχρυσό του θρόνο,
μόλις, δηλαδή, σημαδέψει στο απόγειό τον ιερό ετούτο τόπο
κι αρχίσουν τα πουλιά να κελαηδούν ελληνικά και νικητήρια,
θα επανέλθεις σ’ αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα,
γλαφυρός νέος ποιητής,
σύντονος του Ομήρου, του Ησιόδου και του Πινδάρου,
να ιστορήσεις κλέη ανθρώπων και θεών,
υμνωδός εκλεκτός των μουσών,
να δοξάσεις την Χτίσι και των ερώτων τα θαύματα,
σεβάσμιος ιεροφάντης του Απόλλωνος,
να φανερώσεις την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων,
διδάσκαλος αγλαός και πάνσοφος,
απ’ τη χορεία του Ορφέως, της Δήμητρας, της Υπατίας, του Σωκράτη,
να μυήσεις τη νεόφυτη ανθρωπότητα στα ύψιστα μυστήρια,
ηρωικός κι ατρόμητος Αργοναύτης,
μαζί με τον Ιάσονα και τους άλλους συντρόφους του,
να κινήσεις εκστρατείες θαυμαστές που ο κόσμος ποτέ του δεν είδε.

Αδημονείς, το ξέρω καλά, στον τόπο του θεάρεστου έργου να επιστρέψεις,
γιατί δεν έμαθες ποτέ τον δαψιλοτόκο μόχθο ν’ αποστρέφεσαι,
και δεν μπορείς να ζήσεις στην παγίδα της ραστώνης,
μα τρέμεις μην τυχόν οι σατανικές ραδιουργίες,
κρυμμένες στο μανδύα της ανέσεως, της ευκολίας
και της ήσσονος προσπαθείας,
παρασύρουν στον εκφυλισμό της μαλθακότητας εσένα,
το τέκνο της Αμαλθείας,
για να σε αποσυνθέσουν σε περίτριμμα και κονιορτό.
Είναι αυτό το μόνο πράγμα που φοβάσαι,
και κατανοώ πλήρως τον εφιαλτικό τρόμο σου.
Μάθε, όμως, ότι εδώ κάτω, εμείς οι ταπεινοί μα ψυχωμένοι δουλευτές
ολημερίς κι ολονυχτίς ιδρώνουμε μια ώρα ταχύτερα
τον Ήλιο να σηκώσουμε πάνω απ’ τον ιερό ετούτον τόπο –
το γυρισμό σου να επισπεύσουμε, μύστη των φύλλων της ελιάς,
μυρσίνες δοξαστικές στρώνοντας ως βάγια.
Κι αν είναι –όπως είναι– θέλημα Θεού
η δαφνοστεφής Αλήθεια να καταυγάσει οσονούπω την Πλάση ολάκερη
κι η διαβολική υπονόμευση την πεμπτουσία του Είναι πλέον να μη νοθεύει,
τότε για ν’ αφανιστείς στη μαλθακότητα κίνδυνος κανένας,
τότε για να φοβάσαι λόγος ουδείς.

Κι ας λιγουρεύονται σαν τα κοπρόσκυλα οι Ωμοφάγοι,
ότι μ’ αυτό ακριβώς, τη δόλια υπονόμευση,
θα ολοκληρώσουν το τερατώδες έγκλημά τους.
Και φρούδες ας τρέφουν ελπίδες πως θα μένει
πάντοτε αφανής ο δικός μας Ιούδας,
που γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του,

μήτε πολιτισμό κανένα, επειδή ’πολυπολιτισμικός.
Βαυκαλίζονται, απλώς, ότι δεν μαθαίνουμε απ’ τα σφάλματά μας,
ότι εσαεί θα παγιδεύουν κι εμάς όπως όλους τους άλλους
με τιποτένιους εγκάθετους να μας παριστάνουν τους άρχοντες,
μ’ εξωνημένους «δασκάλους» να μας βυθίζουν στη σύγχυση,
με αγοραίους «ειδήμονες» να μας εξαπατούν,
με πρόστυχα είδωλα να μας διαφθείρουν στη σήψη.

Πλανώνται πλάνην οικτράν.
Διότι, πατέρα μου, όπως εσύ βροντοφώναξες,

ΚΑΙΡΟΣ ΛΥΤΗΡΙΟΣ ΕΠΕΣΤΗ.

Κι επειδή ολοκάθαρα το βλέπουν αυτό τα καθάρματα,
κι επειδή γνωρίζουν πως το Άσπιλο του νου σου, σεβαστέ μου,
το ζείδωρο κι ανάδελφο ελληνικό πνεύμα, είναι
ανέσπερο,
ξέχασαν απ’ τον πολύ πανικό μέχρι και τα προσφιλή τους προσχήματα.
Θα ’χεις μάθει, δα, πώς ο γνωστός και μη εξαιρετέος Χένρυ Κίσσινγκερ,
ευρισκόμενος μεταξύ ομοϊδεατών και –προφανώς– ομαίμων του,
τη δεινή του απελπισία εξέφρασε απροκάλυπτα:
«Ο ελληνικός λαός»
[γλώττα λανθάνουσα τον αληθή κάρφο οφθαλμού αποκαλύπτει],
είπε, «είναι δυσκολοκυβέρνητος»
[διάβαζε, αδούλωτος και ακατάβλητος]
και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες.
Τότε ίσως συνετισθεί
[τουτέστιν, ίσως ανατείλει ο ήλιος απ’ τη δύση].
Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε
τη γλώσσα,
τη θρησκεία,
τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα
[γλώττα λανθάνουσα το αληθές ΟΧΥΡΟ υποδεικνύει],
ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του
να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει,
για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια,
να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή
[γλώττα λανθάνουσα τον αληθή Λεβιάθαν φανερώνει],
σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας
για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».
Όπου Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής,
καθώς άριστα γνωρίζεις, παντογνώστη μου,
είναι ένα από τα πάμπολλα (καθώς επίσης τα Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία,
Γερμανία, Ενωμένη Ευρώπη –φευ!– και τόσα άλλα)
ψευδώνυμα πίσω από τα οποία έρχονται ντυμένοι «φίλοι»
αυτοί που εργολαβικά έχουν αναδεχτεί τα σχέδια του Ζόφου –
των τόσο κοντινών μας αιώνιων σφετεριστών και διαστροφέων
όλων των ανεπανάληπτων έργων που μας αναδεικνύουν σε
φύλακες Θερμοπυλών,
κτήτορες Παρθενώνων,
ποιητές ανθρώπων.

Μέσα στη ζάλη της τυφλής απόγνωσής τους, Υέλτη μου,
προχώρησαν ήδη στο έσχατο απονενοημένο διάβημά τους:
εξαπέλυσαν την ολομέτωπη, την ύστατη επίθεση αυτοκτονίας τους,
μ’ εμπροσθοφυλακή τους Τούρκους, τους Σκοπιανούς, του Αλβανούς…
Μακάρι να βάλει ο Θεός το χέρι του, έστω και την τελευταία στιγμή,
ώστε να τους γλυτώσει, από την πλάνη του φθόνου βγάζοντάς τους.

Όσο για τον Έλληνα,
τον αθηνόπνευστο, τον ακοίμητο, τον αδάμαστο,
ξανά στο χρέος του δίνει το πρόσχαρο «Παρών»
και κάνει για μία ακόμα, τελική, φορά
ό,τι εκείνος και μόνο εκείνος γνωρίζει:
Της πατρίδας του πάλι ομοιώνεται,
των φονιάδων το αίμα με φως ξεπληρώνει.

Και, στην επέτειο της προηγούμενης, αιματηρής, επαναστάσεώς του,
ξεκινάει σεμνά, χωρίς ιαχές και τυμπανοκρουσίες, τη
Μεγάλη Ειρηνική Επανάσταση του Ανθρώπου.

Μετά από όλα αυτά, θέλω να σου επαναλάβω
πως δεν χρειάζεται καθόλου ν’ ανησυχείς, ούτε ν’ αδημονείς.
Μόλις τρεις μέρες θα βαστάξει της παραφροσύνης ο έσχατος ορυμαγδός,
μόλις τρεις μέρες μένουν για να ’ρθει το χελιδόνι,
μόλις τρεις μέρες για ν’ ανατείλει της Δικαιοσύνης ο ήλιος.
Αφ’ ης στιγμής, δε, σημάνει η κοσμογονική ετούτη Ώρα,
τάχιστα θ’ ανέβει ο Ηλιάτορας στο απόγειό του.

Πριν σε χαιρετήσω προσωρινά,
οφείλω με συντριβή καρδιάς να σου ζητήσω συγγνώμη,
αλλά… βλέπεις… είμαι νάνος μπροστά σου
και δεν βρίσκω λόγια να σ’ ευχαριστήσω που
για να γυρίσει ο ήλιος έκανες δουλειά πολλή.

Στερνέ των ανθρώπων,
στερνέ των

Ελλήνων των πεμπτουσιούχων
στον εκπνέοντα
αιώνα του σκότους,

Καλήν αντάμωση
στον αιώνα του
Φωτός!


Τις θερμές μου ευχαριστίες στον mykoniato για το βίντεο, αλλά και όλη την εξαιρετική προσφορά που κάνει μέσω του καναλιού του.

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , ,

2 Σχόλια to “2×7 καταραμένα χρόνια από τότε που κρύφτηκε ο Υέλτης-Ελύτης. – Πάνε και τελείωσαν!”

  1. Αναστασία Says:

    Θυμάμαι την μέρα που έφυγε!!

    Φυγή

    Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
    έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
    ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
    ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
    μέσα στο πρωινό χορτάρι
    ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
    να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

    H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
    σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
    να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
    με τόσο πάθος.

    Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
    με όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
    κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
    εκείνου του ανθρώπου
    κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
    μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
    μέσα στη φυγή.

    Ένα από τ΄αγαπημένα μου!!

    Καλημέρα!

    • Αϊάσανθος Ίων Says:

      Καλά, βρε κούκλα, μπορείς να μου πεις τι γίνεται με τον κατακλυσμό που μου συμβαίνει απ’ αυτά που οι «φυσιολογικοί» άνθρωποι ονομάζουν συμπτώσεις; Εδώ και ώρες ψάχνω βίντεο για το «Τρένο της μεγάλης φυγής», κι όταν επιστρέφω στο ιστολόγιό μου βρίσκω το σχόλιό σου, με τον τίτλο «Φυγή»!
      Έχουμε κι άλλες ευτυχείς «συμπτώσεις» εξαιτίας σου. Θα σου πω περισσότερα κατά το βραδάκι, από το εξαίσιο δεσποτικό σου.
      Και ποιον διάλεξες για την παρθενική σου επίσκεψη! Τον συμπατριώτη μου!

      Θυμάσαι την μέρα που έφυγε;

      Εύγε, και ανάγνωση γνωρίζεις
      και πολλά μέλλει να μάθεις
      αν Αειφίλητο Εσύ μ’ εμβαθύνεις!

      Ποια χρεία λοιπόν για να εξηγήσω εγώ τη «Φυγή»;
      Εσύ, παιδάκι μου, όχι μόνο ανάγνωση γνωρίζεις, αλλά κι εμένα των αγνοούντα έκανες να γνωρίζω την απάντηση σχετικά με ένα αρτιγέννητο βιβλίο που δεν διατίθεται στα βιβλιοπωλεία! Το μόνο που μ’ έχεις αφήσει ακόμα ν’ αγνοώ είναι το από πού ακριβώς θα το παραλάβω! – Αλλά θα μου πεις, δεν επιτρέπεται να μείνουν οι ταχυδρόμοι άνεργοι!

      Να περιττολογήσω λοιπόν πεζολογώντας ότι δεν μπορούμε να πεθάνουμε με τόσο πάθος;

      Και τι να προσθέσω για τον βαθύτερο καημό να κρατηθούμε
      μέσα στον ηδύτατο νόστο της αγάπης μας;
      Μα θα έπρεπε να είμαστε τρελοί για να μη θέλουμε να κρατηθούμε!
      Καλύτερα λοιπόν να κοιμηθούμε!

      Σου υπενθυμίζω ότι εκφράζομαι τελείως ανεμπόδιστα κι αληθινά στα δυο εράσμια στενά σου!

      Μα δε μου λες, με λουλούδι κανέλας ή με άρωμα γυναίκας με λικνίζεις;
      Και δε μου ξαναλές, πώς θυμάσαι τη μέρα που έφυγε, αφού δεν την έχεις ζήσει ακόμα;

      ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
      Εσέ Αφίλητη Αειφίλητη Αναστασία,
      εγώ ο Λάζαρός σου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: