Ήταν κάποτε μια πολιορκημένη φλέβα

Από τις 15 Οκτωβρίου 2007 έχει αναρτηθεί το μεγάλο ποίημα που θα βρείτε εδώ, ως συμμετοχή του «Έστε Άξιοι» στην Blog Action Day του 2007. Επειδή όμως θεωρώ πως είναι όχι μόνο από τα καλύτερά μου, αλλά και πολύ πιο επίκαιρο τώρα, κι επειδή πολύ νερό έχει κυλήσει από τότε μέχρι σήμερα στο αυλάκι ετούτης της φλέβας, βρήκα και άλλο ταιριαστό υλικό για να εμπλουτιστεί η ανάρτηση, σκάρωσα κι ένα σχετικάσχετο ποιηματάκι, και το αναβαπτίζω στο σήμερα. Ελπίζω να επικροτήσετε την κίνησή μου.

STEPPING STONES

Blowing your mind out
Blowing your mind out
Blowing your mind out

Down by the river…

Life, life…

Come in, it’s so cold, it’s the river of life

Come in, come in
You got to get your feet wet sometime

Look, there are stepping stones over there
Get across, never even get your feet wet
Come in
Won’t happen again for a million years
Come in

It’s the river of life
So cold

Ήταν κάποτε μια φλέβα, που της Γης η μήτρα η πανγενέτειρα κυοφορούσε. Μεγάλωνε, δυνάμωνε, από τον λώρο του παντός καθώς τρεφόταν, και για το δρόμο τον μακρύ ετοιμαζόταν· στο φως να βγάλει τη θωριά της, να ποτιστεί η φαμελιά της: πράσινα δέντρα άκακα, έντομα και πουλάκια, σπαρτά που στάχυα δίνουνε, ανθρώποι και ζωάκια.

Δεν την επίεζε κανείς, μόνη της το ζητούσε. Γιατ’ ήξερε πως δίνοντας ό,τι είχε κι ό,τι ήταν, στο πανηγύρι της Ζωής κι αυτή
θ’ αθανατούσε.
Θα πίνανε τ’ αδέλφια της να γίνουν ν’ αυγατέψουν, και με του κόσμου τα καλά την πλάση να φιλέψουν. Απ’ τα στοιχεία τούτα εδώ και η ίδια θα νεμόταν –ακούραστα, αβίαστα, ολοένα περισσότερα της Αφθονίας δώρα απλόχερα– κι έτσι της φλέβας η αιώνια ακμή θα εξασφαλιζόταν.
Κατείχε βλέπεις μέσα της τη Γνώση και το Θαύμα, που ολούθε υπάρχουν κι ενεργούν δίχως κανένα τραύμα.

Τον δρόμο για να βγει στο φως, τον ήξερε επίσης. Κι όταν ωραία έγινε, είπε να τον διανύσει. Εύκολο πράγμα ήταν γι’ αυτήν, εξίσου με όλα
τ’ άλλα. Της τα ’χε μάθει τέλεια της Μάνας της το γάλα.

Έξω μαζεύονταν διαρκώς χίλιων λογιών υπάρξεις, που με διαίσθηση άσφαλτη το μήνυμα είχαν πάρει. Γι’ αυτές θε’ ν’ άνοιγε η πηγή,
εδώ θα έστηνε η Ζωή το νέο της καμάρι.

Ξεκίνησε λοιπόν νωρίς, προτού οι λάμψεις της Αυγής τον κόσμο
να ροδίσουν, ώστε τα μάτια της σιγά-σιγά στο φως να συνηθίσουν.

«ΠΟΥ ΠΑΣ;» ξάφνου την εβομβάρδισε μια αγριοφωνάρα. «Δίχως προφύλαξη καμμιά θα βγεις βρε αγαθιάρα; Ευθύς θα σε σπαράξουνε θεριά και σκουληκάρες, και πριν προλάβεις ωχ να πεις, το ξόδι σου
θα ψέλνουνε οι ρασοκορακάρες».

«Κανένας δε μου μίλησε ποτέ για τέτοιο πράγμα», ψέλλισε τότ’ εκείνη, που κιόλας απ’ τον τρόμο της κίτρινη είχε γίνει.

«Πιάσε το χέρι μου σφιχτά, να σε οδηγώ με ασφάλεια, γιατί όπου να ’ναι αρχίζουνε να πέφτουν τα μυδράλια!»

«Για να το λέτε εσείς αυτό, θα το έχετε περάσει, ενώ εγώ η άβγαλτη
δεν το ’χω δοκιμάσει».

«ΟΧΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ!» μούγκρισε τότενες ένας ειδήμων άλλος,
«είναι ρουφήχτρες και γκρεμνά, ο κίνδυνος μεγάλος! Έλα από ’δώ,
που ξέρω εγώ πώς πρέπει να σε βγάλω!»

Το χέρι της το δεύτερο άρπαξε σαν τανάλια, να τηνε σώσει απ’ τα γκρεμνά και τα καυτά μυδράλια.
Ο τρίτος ο ασαφέστερος, που ουδέτερος φαινόταν, στον τόπο την καθήλωνε, τους άλλους καταριόταν.
Κι άλλοι πολλοί φιλεύσπλαχνοι ειδήμονες προσήλθαν, για το δικό της το καλό όλοι τους προσφερθήκαν. Ένας την τράβαγε από εδώ, άλλος απ’ την άλλη, και με τα λόγια τα πολλά της πήραν το κεφάλι.
Πονώντας έμενε εκειδά, με αγωνία πασχίζοντας απόφαση να βγάλει. Ήταν όμως αδύνατον κάπου να καταλήξει, και στάσιμη εμούχλιαζε μες στη μεγάλη πλήξη.
Κι ο χρόνος κύλαγε γοργά δίχως να λογαριάζει, γιατί ο δικός του ο σκοπός δεν ξέρει από μαράζι.
Γερνούσε η φλέβα της Ζωής προτού ζωή να ζήσει. Κι έξω, εκείνοι που την πρόσμεναν δίψαγαν και βογγούσαν, κι οι ώρες τους λιγόστευαν πριν καν ο ήλιος σβήσει.
Κάποια στιγμή, σαν έκλαμψη, της ήρθε να ρωτήσει τον πρώτο που προσφέρθηκε το δρόμο να της δείξει:

«Και δε μου λες, καλέ μου εσύ, ποιος είναι ο τόπος ο σωστός
που ξέρεις να με βγάλεις;»

Εκειός της αποκρίθηκε, με σιγουριά μεγάλη:
«Είναι οι ντουσιέρες των παιδιών που παίζουν με τις μπάλες, μα κι ολωνών των τουριστών οι ιδρωμένες σπάλες».

«Εσένα ποια είναι η μεριά που μου ’χεις φυλαγμένη;» ρώτησε αυτή
τον δεύτερο όλως απορημένη.

«Μα βέβαια τα πλυντήρια τόσων αυτοκινήτων. Και αν περισσέψει τίποτα, σου ’χω κι αφοδευτήρια στιλβόντων ακινήτων».
«Δεν είναι οι τόποι αυτοί σωστοί!» πετάχτηκ’ ένας άλλος. «Πράσινα γήπεδα του γκολφ έχω εγώ για σένα, με τ’ απαλά γρασίδια τους όλα μεταλλαγμένα».
«Πράσινα άλογα του γκολφ και μάταιες ασχολίες – κοίτα να γίνεις χρήσιμη, άσε τις μαλακίες», τότε την ενουθέτησε έτερος τις ειδήμων. «Πρέπει να δώσεις το νερό στης γης τους δουλευτάδες, που σπέρνουν και καλλιεργούν φυτά των βιοκαυσίμων».

Καθένας κάτι αλλιώτικο είχε να της προσφέρει, κι όλοι μαζί τσακώνονταν ποιος θα την καταφέρει. Μονάχα αυτός ο ουδέτερος καθόλου δεν βιαζόταν να πει για πού στα χέρια του η φλέβα προοριζόταν, παρά έστεκε αμίλητος με ύφος αυθεντίας, λες κι όλα αυτά που άκουγε δεν είχαν σημασία.

«Εσείς, καλέ μου κύριε, δε μου είπατε ακόμα ποια είν’ η δική σας
η μεριά, ποιο το δικό σας στρώμα»,
του μίλησε η φλέβα μας την ώρα
που πνιγόταν, μήπως σ’ αυτόν σωτήρια σανίδα ευρισκόταν.

Κι αυτός, μ’ ένα χαμόγελο όλο εμπιστοσύνη, που θα ’κανε να σάστιζε και η κυρά Φροσύνη:

«Οι διαστημικές αποστολές, είναι ορέ ζαγάρι, που για νερό γυρεύουνε στο έδαφος του Άρη».

Πράγμα παράξενο πολύ, και όμως έγιν’ έτσι: μέσα στη σαστισμάρα της, η φλέβα εσυλλογίστη. Και της εφάνη ότι όλοι τους οι επίδοξοι σωτήρες από το αυτό κολέγιο είχαν αποφοιτήσει…
Μ’ ετούτη εδώ τη σκέψη της, παρέδωσε η καημένη, οπότε τους ικέτευσε, πλήρως απελπισμένη:

«Μα τι να κάνω, πέστε μου, ποιο δρόμο να τραβήξω;»

«Ελεύθερα αποφάσισε», ευθύς εκείνοι απάντησαν με μια φωνή
ένα στόμα. «Τώρα πια σου τα είπαμε, τα έχεις μάθει όλα. Ποιο το καλό, ποιο το κακό, ποιο τ’ όφελος και η φόλα».

Τότε αυτή κατάλαβε τη μηχανή του δόλου όπου την μπλέξαν οι μορφές του αντεστραμμένου ειδώλου. Ήταν κι ετούτη άλλη μια φάρσα των Φαρισαίων, που υπάρχουν αίμα πίνοντας εύπιστων ανιδέων.
Τον εδικό της προορισμό αμέσως εθυμήθη, και μ’ ένα τίναγμα άγριο ξέφυγε απ’ τη λήθη.
Μεμιάς όλους τους μούντζωσε, γυρνώντας τους την πλάτη – τα πέντε της τα δάχτυλα τους κάνανε αλάτι.

Κανένας δεν της μίλησε ποτέ για τέτοιο πράγμα. Ετούτο ήταν το μόνο της και το μεγάλο σφάλμα: το ότι δεν εγνώριζε τίποτε για εκείνα τα οποία λόγο ύπαρξης δεν έχουνε κανένα. Μα ήταν ακατόρθωτο γι’ αυτά να είχε μάθει, καθόσον όλα βρίσκονται στου μηδενός τα βάθη.
Αυτή μονάχα εγνώριζε την αληθή σοφία, που αναβλύζει αστείρευτη
απ’ την αγνή Ουσία.

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΦΛΕΒΑ, ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ.

Μέσ’ απ’ τη λίμνη το λοιπόν θ’ αναδυθείς
στη σκοτεινότερη της Νύχτας ώρα που άλλος θα Σε δει ουδείς
τη Λίμνη την Πεντάμορφη που είν’ όλη ένας κήπος
ο Κήπος της γαλαξιακής δικής μου Ομορφιάς
του οράματός μου ο ασύλληπτος ο Μύθος
κήπος που θα ‘χει τη μορφή ακροθαλασσιάς
ακτής φιλόξενης για ναυαγούς αν και αβύσσου τρομερής βαθιάς
το ίδιο βαθιάς ως θα βροντά και της καρδιάς μου ο χτύπος
κι ασπίλου αλήθεια τόσο πια που δε θα υπάρχ’ ούτ’ ένας ρύπος
για να λεκιάζει το άχραντο του δέρματός Σου χρώμα
και να μολύνει τη Ζωή με τρωκτικών το κώμα
αφού το Μέγα Θαύμα της θα θριαμβεύει ακόμα
το Θαύμα αυτό που είσαι Εσύ παρθένο μου άγιο Νησί
Πέτρα μονήρης και σκληρή μα κι αλμυρή μπουκιά μισή
που τώρα ολοκληρώθης στην στομωμένη μου ύπαρξη
από λουλούδια αέρινα όμοια με smileμένη Πέτρα
από λουλούδια αέρινα όμοια με smileμένη Πέτρα
που αιώνες πολιορκήθηκαν απ’ τη Μεγάλη Έχθρα
μα ουδέποτε νικήθηκαν μόνο το προσποιήθηκαν
με τη Σοφία τη θηλυκή που εξεύρει και είναι η σωστή
γιατ’ είναι πάντα ελεύθερη μέσα στις αλυσίδες
αφού κατέχει Μυστικό που άντρας κανείς δεν οίδε
το Μυστικό του Κήπου Σου με τις αγνές ασπίδες
που τις εβλέπει ο χάροντας και αναζητεί φολίδες
να προστατέψει το άψυχο το κούφιο του τομάρι
και να μας ρίξει στην καρδιά στον τάφο να μας πάρει
που όμως πλέον έγινε μαιευτήριο κλαμάτων
όλων των νεογέννητων και θαυμαστών πλασμάτων
χάρη σ’ Εσέ γενναιόδωρη που έβαλες το Λιθάρι
Σώμα πανγόνιμο σεπτό σκαρί μου ευλογημένο
που η φαντασία δε γεννά σ’ όνειρο μαγεμένο
μόνο της Νύχτας τούτης η Κοιλιά της Λίμνης Σου η Κοίτη
Μέρα μεγάλη και τρανή ωσάν τον Ψηλορείτη

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , ,

10 Σχόλια to “Ήταν κάποτε μια πολιορκημένη φλέβα”

  1. ange-ta Says:

    καλησπέρα και απο το στέκι σου Αϊάσανθε,

    ποιητικό ταλέντο έχεις βλέπω

  2. Αϊάσανθος Ίων Says:

    Σε ευχαριστώ για την ανάγνωση και τη φιλοφρόνηση. Θέλω να ελπίζω ότι βρήκες κάτι ενδιαφέρον και στο περιεχόμενο.

  3. mnk Says:

    Αϊάσανθε! Το βάθος της σκέψης σου με τρομάζει! (καλό είναι αυτό)
    Μα κι ο τρόπος που έχεις για να το αποτυπώνεις με κάθε ακρίβεια και με πλήρες το εύρος των νοημάτων, σχεδόν με γλυπτική επάρκεια, αλλά με λεκτική γραμμική λιτότητα, με συναρπάζει!

    Ξέρω πως η διατύπωση όσων έγραψα είναι «κάπως», αλλά αυτά ακριβώς εννοούσα. Πιστεύω πως καταλαβαίνεις.
    Ασπάζομαι αμφότερες τις παρειές σου.

    • Αϊάσανθος Ίων Says:

      Δεν είναι καθόλου «κάπως». Είναι ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ, και δεν το λέω, φυσικά, για να σε κολακεύσω.

      Και δεν ξέρεις πόση ευτυχία μου χάρισες που διάβασες αυτό το αγνοημένο κείμενό μου και έκανες μερικές ουσιώδεις παρατηρήσεις επ’ αυτού! Δεν ξέρω πώς θα σ’ το ανταποδώσω!
      Είθε τα πιο γλυκά σου όνειρα να γίνουν πραγματικότητα!

    • Αϊάσανθος Ίων Says:

      Όλες αυτές τις «αρετές» που ανέφερες, τις οφείλω στη μικρή μου ενασχόληση με το σκάρωμα ποιημάτων. Η λογοτεχνία, και κυρίως η ποίηση, σου επιβάλλει να κάνεις μία οικονομία λόγου (την οποία θεωρώ σημαντικότατη και για άλλους… λόγους), εάν θέλεις το γραπτό σου να έχει μία ζωντάνια, ένα ρυθμό. – Δεν το αποκλείω καθόλου να έχεις και εσύ ανάλογη εμπειρία.

      Ειδικά την ακρίβεια, τώρα, την οφείλω στην αθεράπευτη τελειομανία μου και, κυρίως, στην ελληνική γλώσσα. Είναι «η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα», όπως γράφει ο Μέγας Ελύτης. (Την οφείλω και κάπου αλλού, όμως αυτό δεν έχει σημασία τώρα.)
      Όταν ακόμα βρισκόμασταν στον 20ό αιώνα, είχα γράψει ένα διήγημα, και το είχα εμπιστευτεί σε ένα φίλο και πολύ ευαίσθητο άνθρωπο, που έχει κι αυτός γράψει κάποιες νουβέλες, για να το διαβάσει. Κι όταν του ζήτησα να μου πει τη γνώμη του, μου είπε ετούτο το λακωνικό: «Μου άρεσε. Αγαπάς την ακρίβεια, ε;»

      Εκτός απ’ τη συγκίνηση που μου προκάλεσες εξαιτίας αυτών των συνειρμών, με έχεις κεντρίσει τώρα να παραμερίσω τις αναστολές μου και να δημοσιεύσω αυτό το πολύ προσωπικό μου διήγημα. Θα χρειαστεί όμως να το πληκτρολογήσω όλο (είναι και αρκετά μεγάλο), γιατί το έχω μόνο τυπωμένο (εκείνο τον καιρό δούλευα ακόμα με το DOS κι έχω χάσει εκείνα τα αρχεία). – Έχω χάσει κι ένα άλλο διήγημά μου, ημιτελές αυτό, πράγμα που με έχει στενοχωρήσει πάρα πολύ· αλλά πού ξέρεις, ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ (όπως έλεγε ένας άλλος Μέγας, ο Κριστόφ Κισλόφσκι)!
      Προσώρας, όμως… εδώ καράβια χάνονται!…

      Σε καταφιλώ

  4. mnk Says:

    Νά’σαι καλά!
    Για τα πιο πολλά είναι κάπως αργά τώρα πια, αλλά έχω καν’α’δυό ακόμα που ελπίζω.
    Μακάρι να πιάσει η ευχή σου!

  5. mnk Says:

    Πράγματι, η ελληνική (ιδίως η αρχαία) είναι δάσκαλος σκέψης, ακρίβειας κι αλήθειας.

    Έχω επιχειρήσει, κατά καιρούς, την συγγραφή, αλλά δεν μου βγαίνει. Μάλλον δεν έχω την απαιτούμενη υπομονή. Πολύ σκληρή εργασία. Προτιμώ το σκάψιμο.

    Η ποίηση πάλι… είναι άλλο φρούτο. Εξωτικό. Πρέπει να σ’ έχουν ευλογήσει οι Μούσες. Έχω κάνει κάποιες δοκιμές, αλλά απλώς …δεν διαβάζονται! Εσύ έχεις το χάρισμα.

    Θα μ’ άρεσε πολύ να διαβάσω κι άλλα κείμενά σου.

  6. Αϊάσανθος Ίων Says:

    Κανένα χάρισμα δεν έχω, παρεκτός από την έμφυτη φιλοκαλία και ποιητικότητα που ενυπάρχει σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Το ζήτημα, απλώς, είναι να ανασύρεις αυτές τις ιδιότητες από εκεί που είναι καταπλακωμένες.

    Αφότου το κάνεις, με την προσπάθεια και την τριβή πετυχαίνεις πολλά. Κι ακόμα περισσότερα πετυχαίνεις εάν σου τα φέρει η ζωή, ή το επιδιώξεις εσύ, να πονέσεις.
    Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει: «Για να γράψεις, πρέπει να υποφέρεις, να υποφέρεις πολύ».

    Κι όταν σημάνει η ώρα
    Τότε καρδιά μου χρυσή
    τη μεγαλύτερη μπόρα
    Θα την περάσεις κι εσύ

  7. Δικό Σου το Πρώτο Ρόδο της Καρδιάς μου – Yours, the First Rose of my Heart « Έστε Άξιοι Says:

    […] να τελειώσω;;;; ΠΩΣ ΝΑ ΣΕ ΑΦΗΣΩ, ΕΓΩ ΠΟΥ ΑΞΙΩΘΗΚΑ Ο,ΤΙ ΕΧΩ ΚΙ Ο,ΤΙ ΕΙΜΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΝΑΓΝΑ ΑΙΩΝΙΑ ΝΑ […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: