Archive for the ‘Αγάπης αίματα’ Category

Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε…

Ιουλίου 25, 2010

…Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν…

Έτσι, απόψε λέω ν’ αγκαλιάσω τους φίλους μου στην Ιεράπετρα που με καταλαβαίνουν και μ’ έχουν αγκαλιάσει.
Στου Λευτέρη, λοιπόν, μετά τις δύο, there will be Room for all my true friends.

Για τους εκτός Ιεράπετρας αληθινούς φίλους μου, τα αγκαλιάσματα της ψυχής μου είναι σταθερά και διαρκώς ανανεούμενα.

74 χρόνια από τη γέννηση του αθάνατου Νίκου Ξυλούρη

Ιουλίου 7, 2010

Λένε πως ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε
εκεί ψηλά στ’ Ανώγεια
την έβδομη μέρα του έβδομου μήνα
-ανήμερα της Αγίας Κυριακής-
του έτους 1936…
Και λένε, ακόμα, ότι απόθανε
πριν από τριάντα χρόνια.

Αστεία πράματα!

Ο Νικόλας ο Ξυλούρης γεννήθηκε
-γεια σου ρε Προπαππούλη μου, Μικρασιάτη!-
την ίδια μέρα που γεννήθηκε η Ελλάδα
και θα πεθάνει κάποτε,
την ίδια πάλι μέρα
που και η Ελλάδα θ’ αποθάνει
– δηλαδή, ποτέ.







«Στου βούρκου μέσα τα νερά
πιάνω όσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά».

Άσ’ τους να σ’ το ζητάνε, ρε Νικόλα!
Μέχρι εκεί τους κόβει, μέχρι εκεί φτάνει η καρδιά τους!
Κράτα όμως Εσύ, κράτα γερά, Αρχάγγελέ μας,
να παίρνουμε δύναμη κι εμείς!

Δίκην υστερογράφου:
Η αφιέρωση ετούτη στον Αρχάγγελο Νικόλα είναι πολύ βιαστική κι ελλιπής, διότι όλος ο χρόνος μου τις δύο-τρεις τελευταίες μέρες αφιερωνόταν στην ανεύρεση άλλου -τέταρτου!- σπιτιού για να νοικιάσω στην Ιεράπετρα. Ευτυχώς, (και) αυτή η παλαβή ταλαιπωρία μου βρήκε χθες το αισιότατον τέλος της, και τώρα είμαι υπό μετακόμιση.
Αύριο θα σας ενημερώσω λεπτομερώς για τη δίμηνη αυτή περιπέτειά μου, διότι πιστεύω ότι έχει γενικότερο ενδιαφέρον, και για μεθαύριο σας έχω μαγευτικά βίντεο από τον καταπληκτικό τόπο της νέας οικίας μου. Όσο για τους Δαιμονισμένους των καιρών μας, για τους οποίους είχα πει ότι θα χαράμιζα την καινούργια ανάρτησή μου, ας περιμένουν λίγες μέρες, δε χάθηκε ο κόσμος – κι άλλωστε, ούτε θα τα καταφέρουν ποτέ οι ίδιοι να τον αφανίσουν, παρεκτός απ’ τον εαυτό τους!

Πουλιά: Η επιτομή της αντίφασης

Ιουλίου 2, 2010

Αφιερωμένο,
με το τετράφυλλο δάκρυ μου,

στην Ψυχή μου
που είπε το τετράφυλλο «ΝΑΙ»

OWNER OF A LONELY HEART

Move yourself
You always live your life
Never thinking of the future
Prove yourself
You are the move you make
Take your chances win or lose her

See yourself
You are the steps you take
You and you – and that’s the only way

Shake shake yourself
You’re every move you make
So the story goes

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Say you don’t want to chance it
You’ve been hurt so before

Watch it now
The eagle in the sky
How he dancin’ one and only
You lose yourself
No not for pity’s sake
There’s no real reason to be lonely
Be yourself
Give your free will a chance
You’ve got to want to succeed

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

After my own indecision
They confused me so
My love said never question your will at all
In the end you’ve got to go
Look before you leap
And don’t you hesitate at all – no no
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Sooner or later each conclusion
Will decide the lonely heart
It will excite it will delight
It will give a better start

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Just receive it

Owner of a lonely heart

Παράξενα πλάσματα που είναι τα πουλιά!

Λεύτερα θένε να πετάνε, μα πόσα ζουν μες στα κλουβιά!

Κάποια άλλα, πάλι, που όντως λεύτερα την περνάνε,
πώς αίφνης μες στη φάκα πιάνονται, τα ξέφτερα!

Άλλα ζητούν τον ουρανό με τ’ άστρα
και φυλακίζονται σε θεοσκότεινα κι αραχνιασμένα κάστρα.

Άλλα σου κελαηδούνε ήμερα έτσι, που λες «Δοξάζω Σε, ω Αμέρα«,
κι άλλα τ’ ακούς και θέλεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα!

Άλλα, ζευγάρια μια ζωή σωστά παιδιά ανασταίνουν
κι άλλα χωρίζουν παρευθύς και όλα τα δεινά παθαίνουν.

Άλλα τη βγάζουν στο χιονιά κι απ’ τη μητρίδα δεν κουνάνε,
κι άλλα ως καιροσκόποι της στιγμής εδώ κι εκεί γυρνάνε.

Άλλα, ποτέ δε λεν για δεύτερη φορά τον ίδιο το σκοπό
και πεθαίνουν μόλις τα κλείσουν σε κλουβί,
κι άλλα παπαγαλίζουν ξανά και ξανά μια βλακεία
που τους πέταξε κάποιος πονηρόβλακας
και δεν μπορούνε ούτε μια μέρα να ζήσουν
εάν τ’ αφήσεις λεύτερα έξω απ’ τα κρατητήρια.

Άλλα διανυκτερεύουν πάνω σε βράχους απρόσιτους καθάριους,
κι άλλα κοιμούνται, μα μεγαλώνουνε και τα παιδιά τους,
μέσα στα ίδια τα σκατά τους.

Άλλα διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτό που τα ενδιαφέρει,
ζυγίζουν άσφαλτα την απόσταση κι αμέσως εφορμάνε,
κι άλλα καθίζουν σαν τα κούτσουρα όλο στα ίδια μέρη,
με το όσα δε φτάνει η αλεπού τη ζήση να περνάνε.

Άλλα ποτέ τον υψηλό τους το σκοπό δε λησμονάνε
μ’ όλες τις δυσκολίες, πάντα ένα «ΝΑΙ» σου απαντάνε,
κι άλλα στο φθόνο στη μιζέρια στην κακία όλο βουτάνε
θέλοντας να πετάξουνε, τους βούρκους προσκυνάνε.

Άλλα τρώνε μονάχα φυτικούς καρπούς,
αφήνοντας καθώς πετούν τους σπόρους σε άλλους τόπους
και μεταλαμπαδεύοντας έτσι τη Ζωή,
κι άλλα σιτίζονται αποκλειστικά με σκουλήκια
που βρίσκουν μες στις λάσπες.

Άλλα ζούνε περήφανα στη φαινομενική μοναξιά τους,
αποδεχόμενα τους κινδύνους που φέρνει τούτη η επιλογή τους
και ορίζοντας σοφά ποια θα ‘ναι η τροφή τους,
και άλλα υπάρχουν μόνο μέσα σε αγέλες,
κράζοντας αποκρουστικά και καυγαδίζοντας ωσάν τρελές κοπέλες
για το ποιο θα πρωτοφάει όποιο σκουπίδι βρεθεί μπροστά τους.
Κι εκεί που σκοτώνονται συναμετάξυ τους για μια ξερομπουκιά,
τσουπ! ένα σπουργιτάκι, την αρπάζει και τους αφήνει γεια.

Άλλα τα πιάνει στο δεντρί η γάτα μες στη νύχτα,
και άλλα σε σχήματα πετούν κι εγείρεσαι απ’ τη νύστα!

Αλλά το πιο οδυνηρό, το πιο φρικτό στ’ αλήθεια,
είναι μ’ εκείνα που αρέσκονται να πέφτουν στη συνήθεια.
Κι έχει η συνήθεια αμέτρητες παγίδες-προσωπεία,
και την πατάνε όσα πουλιά δε δίνουνε τη δέουσα σημασία.
Τότε πετάει χάνεται, άφαντο το πουλάκι,
και μένει εκειό το ανόητο θλιμμένο μπουκαλάκι.
Ή τρέχει φεύγει ο καιρός -γιατί να περιμένει;-,
τ’ άμυαλο αφήνοντας πουλί σκασμένο να ασθμαίνει.

Άλλα, τέλος, πιάνονται σαν κουτορνίθια στις ιξόβεργες των Ικσώς,
άλλα βλέπουνε άνθρωπο και γίνονται καπνός,
κι άλλα εισέρχονται στους χώρους τους προσεκτικά,
παίρνουν από αυτούς ό,τι έχουν να τους δώσουν
και συνεχίζουνε να ζουν ελεύθερα,
διδάσκοντας ότι πάντα υπάρχει και βρίσκεται μια χρυσή τομή,
αρκεί να θελήσουμε να τη βρούμε
και, ό,τι απαιτείται επ’ αυτού, να το πράξουμε.

SIBERIAN KHATRU

Sing, bird of prey;
Beauty begins at the foot of you. Do you believe the manner?
Gold stainless nail,
Torn through the distance of man
As they regard the summit.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right on over my head.

How does she sing?
Who holds the ring? And ring and you will find me coming.
Cold reigning king,
Hold all the secrets from you
As they produce the movement.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right over the outboard, river,
Bluetail, tailfly,
Luther, in time.

Hold down the window;
Hold out the morning that comes into view.
Warm side, the tower;
Green leaves reveal the heart spoken Khatru.

Gold stainless nail,
Torn through the distance of man as they regard the summit.
Cold reigning king,
Shelter the women that sing
As they produce the movement.
River running right on over,
Then over my head.                                      Outboard, river.

Bluetail, tailfly,
Luther, in time,
Suntower, asking,
Cover, lover,
June cast, moon fast,
As one changes,
Heart gold, leaver,
Soul mark, mover,
Christian, changer,
Called out, saviour,
Moon gate, climber,
Turn round, glider.

Σου δίνω αυτό το τραγούδι σε δύο βίντεο, Ψυχή μου, για να το ακούς απ’ το πρώτο, που όμως δεν έχει τίποτε από εικόνες, και συγχρόνως να απολαμβάνεις τις ταιριαστές, υπέροχες εικόνες απ’ το δεύτερο, που όμως δεν έχει το τραγούδι σε καλή εκτέλεση, και γι’ αυτό μηδένιζε σε αυτό την ένταση του ήχου, ώστε να το ακούς απ’ το πρώτο.


Της Φεγγαρόλουστης και Ηλιοσκέπαστης, της Σελανόγραφτης και Χρυσοχρώματης

Ιουλίου 1, 2010

Τα πάντα μέσα στο -κάθε είδους- Χάος αρχίζουν με ένα θηλυκό
Α-χ!
– είτε της Α-γνότητας, είτε της Ά-γνοιας, είτε της Α-γαθότητας,
είτε της Α-γνωμοσύνης, είτε της Α-γωνίας, είτε της Α-γάπης….
Και τα πάντα, ακόμα κι αυτά που κάνουν τις μεγαλύτερες διαφορές,
εξαρτώνται πάντα από κάποια μικρότατη λεπτομέρεια.
Με άλλα λόγια, από τον τόνο που εμείς επιλέγουμε
για να εκφέρουμε το Α-χ!





She Is My Sin

Take heed, dear heart
Once apart, she can touch nor me nor you
Dressed as one
A wolf will betray a lamb

Lead astray the gazers
The razors on your seducing skin
In the meadow of sinful thoughts
Every flower’s a perfect one

To paradise with pleasure haunted,
Haunted by fear

A sin for him
Desire within, Desire within
A burning veil
For the bride too dear for him
A sin for him
Desire within, Desire within
Fall in love with your deep dark sin

I am the Fallen
You are what my sins enclose
Lust is not as creative
As its discovery

To paradise with pleasure haunted,
Haunted by fear

A sin for him…

Bless me, undress me
Pick your prey in a wicked way
God I must confess… I do envy the sinners


ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ Α-Ρ-Χ-ΙΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δεν ξέρω, αλήθεια, πότε ήταν ακριβώς !
Το μόνο που με σιγουριά γνωρίζω,
είναι ότι τα Θαύμα ετούτο έχει καιρό που ήρθε!

Απρίλης ήτανε, θαρρώ -θαρρώ;-
Μάγισσας άνθος κατσαρό
μα ίσως να ήταν και πιο πριν
Φλεβάρη να έσπασε η φρην
του κλίματος και του αμπελιού μας
Θέρος! -Εμπρός!- του κεφαλιού μας!

Μπορεί όμως είναι χρόνια εδώ
από το δυο μηδέν οχτώ
Οκτώβρη, αν δεν απατώ
ή κι Αύγουστο – να ορκιστώ
δεν δύναμαι μα το Χριστό
μόνο Του λέω Ευχαριστώ

Και σπεύδω να Το συναντήσω
στην αγκαλιά Του την καυτή
σαν πάγος να ορμήσω
αφού δε θέλω -μην είσαι κουτή!-
να Σε κακοκαρδίσω!!
Σε περιμένω εξάπαντος εκεί!!!

Ή απερίττως εκατό μέτρα πιο ‘κεί
εκεί όπου όλα πάνε πρίμα
και τρέχει μου σαν το νερό η ρίμα
εκεί όπου παίζει μουσική
του Άλφα και του Αγέρα
κι εξαφανίζεται η Νυχτιά βγαίνει η λαμπρή μας Μέρα!!!!

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΕΞ ΑΔΙΚΟΥ

Κομμάτια είδα να συντρίβετ’ η Ομορφιά Σου
ποτάμια δάκρυα να ρέουν απ’ την Καρδιά Σου
απαρηγόρητη κλεισμένη στη Γωνιά Σου
να οδύρεσαι να καίγεσαι να χάνεις τη Χρονιά Σου

Δεν το ανεχόμουνα αυτό
– το έχω κουσούρι από μικρός
ήμουνα μες στο λεωφορείο
με τη μανούλα μου εμείς οι δύο

κι απ’ έξω είδα κοπελιά
να πέφτει κάτω απ’ τα σκαλιά
το γόνατό της να το σκίζει
κι από τον πόνο να μαυρίζει!

Αμέσως τότε το ένοιωσα
να δράσω όφειλα άμεσα
να κάνω ό,τι ήταν δυνατόν
να της εφέρω το γιατρό
να σπάσω τα παράθυρα
πήδο να ρίξω πρόσχαρα
για να της κάνω συντροφιά
να γίνω εγώ η γιατρειά

Κι αν δε θα φτάνανε όλα αυτά
τ’ αδύνατα στα δυνατά
να ρίξ’ ό,τι ήμουν στη φωτιά
να φάω εγώ τη μαχαιριά
στον τάφο εγώ να μπω γι’ Αυτήν
Ορφέας με τη μουσική

την Ευρυδίκη μου να σώσω
μακριά απ’ τον
Άδη να Τη διώξω

Έτσι λοιπόν ήρθα κοντά
ως Σε είδα εκεί να σπαρταράς
κομματιασμένη μου Ομορφιά
και
προικισμένη μου Ερημιά
να Σε συντρέξω για να βρεις
την Ένωσή Σου απ’ την Αρχή
τώρα που πέφτει η Βροχή
και χορταριάζει πάλι η Γης

Έτρεξα κι ήρθα Σου σιμά
στα βάσανά Σου τα ιερά
καθώς Αρχίζει η Χαρά
–κρίμα, Ζωή, να προσπερνάς!–

θέλοντας να είμαι εγώ αυτός
ο Άξιος κι ο Δυνατός
που θα τιμήσεις να του πεις
αχ πώς, αλήθεια, αγαπείς!
ΑΧ! ΠΩΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΓΑΠΕΙΣ!!

ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΣΥΓΚΟΛΛΙΕΣΑΙ!
–ΠΝΙΓΟΜΑΙ ΠΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΧΑΡΑ!!–
ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΠΑΛΙ ΑΜΟΛΙΕΣΑΙ!!!

–ΜΑΖΙ Μ’ ΕΣΕ, ΒΓΑΖΩ ΚΙ ΕΓΩ ΦΤΕΡΑ!!!!–

ΑΡΡΗΤΟΣ ΕΡΗΜΟΚΟΚΚΟΣ

Είναι ανίκανες οι λέξεις το ανείπωτο να περιγράψουν
όπως και οι γλώσσες την καρδιά να αγκαλιάσουν.

Μονάχα οι έλξεις, άγνωρες ούσες στις διαψεύσεις
μα ταυτιζόμενες με του Παντός την άγια μέθη,
αυτές οι έλξεις οι συμπαντικές οι κοσμογονικές
μονάχα ετούτες είναι ικανές – όχι για να το γράψουν
αλλά απλούστατα μέσα στο Είναι να το πράξουν
και στους αιώνες ζωντανό να το φυλάξουν

Να, φερ’ ειπείν, πώς ένας κόκκος της δικής Σου άγιας ερήμου
ν’ αποδοθεί μέσ’ από σύμβολα ή από γλώσσα μίμου;
Πώς να περιγράψει, και τι, από την τόση Σου απεραντοσύνη
που δεν υπάρχει μάτι να την πιάνει, ιερή μου Δεσποσύνη;
Αφού, ο ένας αυτός ο κόκκος Σου γεννάει όλο το σύμπαν
και όλα αυτά τα θαυμαστά οπού τα στόματα ποτέ δεν είπαν!


Το μόνο που είναι δυνατόν είναι το Θαύμα των Ετών
η Πράξη η μία η μαγική μέσα σε Νύχτα τραγική
που μια μικρή Στιγμή εξ ολοκλήρου Κόκκε θα δοθείς
ή μ’ ένα γεια σου στο αυτί θα γίνεις νάμα της Πηγής
και θα ξυπνήσουν μονομιάς όλα τα χθεσινά πουλιά
να Σου λαλούνε χαρωπά ευθεία μέσα στην καρδιά
και να τ’ ακούνε οι άνθρωποι να είν’ ευτυχισμένοι
μακρύ χορό να σέρνουνε όλοι αγκαλιασμένοι

ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ

Λίστες πολύχρονες πυρετωδώς Σού σπέρνω
παραγωγής και αναπαραγωγής

μόνο με στάλες γλυκιάς απαντοχής
μετρώντας μου τα όρια της αντοχής

στις μέρες άγριας εποχής
που προμηνύουν τη Γιορτή

Α! Και να μην ξεχάσω!

Όσο το δρόμο μου κι αν χάσω
-ωραίο αστείο, θα γελάσω!-
όσο πολύ εγώ κι αν πάσχω

όσα δεινά κι αν δοκιμάσω
ποτέ δε θέλω να Σε χάσω
– μόνο μαζί
Σου να γεράσω!

Δε μ’ ενδιαφέρει να αγιάσω!
Στον άλλο κόσμο κι αν περάσω
θα βρω τον τρόπο για να σπάσω
τις αλυσίδες
σ’ Εσέ νά ‘ρθω
μες στην ποδιά Σου για να κλάψω
ευτυχισμένος να ησυχάσω!



Μην και ξεχάσω
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΗΝΑ
να Σου ευχηθώ μέσα από την ψυχή μου,
ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ!

….Και τελειώνουν με ένα φαινομενικό ΤΙΠΟΤΑ.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 1. Αν δεν κάνω λάθος, Πολυαγαπημένη μου, η Μαργαρίτα, στην οποία είχες στείλει προ καιρού το υπέροχο κείμενο που σήμερα μεταμόρφωσες στο νέο καταπληκτικό Σου βίντεο, έχει στο ιστολόγιό της να παίζει ασταμάτητα αυτό εδώ το τραγούδι:

Να και ένα έξοχο σχόλιο, το οποίο έγραψε εκεί ο αγαπημένος μας inMUSIClost: «Στην αγάπη δεν παίζουμε με γρίφους. Ή ανοίγουμε πόρτες, ή τις κλειδώνουμε…»

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 2. Μόλις είδα πως η θαυμάσια φίλη Σου, η Μαργαρίτα, ανήρτησε πριν μερικές ώρες κι άλλο ένα ωραιότατο κείμενο με κεντρικό ήρωα το άνθος «της». Καθώς απόσωνα το διάβασμά του, σκέφτηκα: «Ξέρω πολύ καλά ότι το δικό μου το Καμάρι του Ουρανού με αγαπάει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, όσο, δηλαδή, κι εγώ. Το μόνο που δεν έχω επιβεβαιώσει ακόμα, είναι το πώς με αγαπάει: όπως το αγαπώ κι εγώ, ή μήπως είναι τέτοιας ποιότητας η αγάπη Του για μένα, που έχει ως αποτέλεσμα να ζω ήδη κι εγώ το μαρτύριο της άμοιρης μαργαρίτας χωρίς να το έχω καταλάβει – μαρτύριο του οποίου η κατάληξη θα είναι και για τους δυο μας τραγικότατη;»

ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ… ΜΙΑ ΖΩΗ… ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ιουνίου 29, 2010

…ΚΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΘΕΟΙ!
Μ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕ,
ΤΑ ΧΕΣΜΕΝΑ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕΝΑ!

ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ…
ΜΙΑ ΖΩΗ
ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΩΣ ΠΟΛΙΤΕΣ
ΩΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ
ΩΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
ΩΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
-ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟ; ΤΡΩΓΕΤΑΙ;-

ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΣΠΑΜΕ
ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΛΑΜΠΟΓΥΑΛΟ

ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΕΣΑΕΙ
ΣΤΟΥ ΗΣΑΪΑ ΕΝΑ ΡΟΓΧΩΔΗ ΧΟΡΟ ΣΥΡΜΕΝΟΙ!

ΚΑΠΟΥ-ΚΑΠΟΥ,
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΕΣ ΚΛΕΦΤΕΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΛΩΠΟΔΥΤΕΣ,
ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ!

ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ,
ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΚΩΛΥΣΙΕΡΓΟΥΜΕ
ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΤΣΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΤΥΒΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ,
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΑΠ’ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ!

ΚΑΙ ΠΟΤΕ, ΜΑ ΠΟΤΕ
ΔΕΝ ΚΑΘΙΣΑΜΕ ΣΟΒΑΡΑ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ
ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΩΣΤΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ Ν’ ΑΝΤΙΣΤΑΘΟΥΜΕ,
ΜΟΡΦΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΞΩ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΟΥ ΒΛΑΣΤΗΜΟΥΜΕ,
ΚΑΘΟΣΟΝ ΕΤΣΙ ΜΑΣ ΥΠΑΓΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ «ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΑΣ»
ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ ΜΑΣ ΗΓΕΤΕΣ!

…ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΜΑΣ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ
ΜΑΣ ΜΑΥΡΙΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ
ΜΑΣ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ ΜΕ ΧΙΛΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ
ΜΑΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΟΥΝ Ο,ΤΙ ΖΩΤΙΚΟ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ
ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΙΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ
ΠΟΥ ΓΑΙΑ ΘΕΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ…
ΝΑ ΜΑΣ ΣΕΒΟΝΤΑΙ
ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ
ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
ΝΑ ΑΓΑΠΙΟΜΑΣΤΕ
ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

…ΕΝΩ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΑΞΥΠΝΗΤΟ, ΟΠΟΤΕ:
ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΟΥΝ ΤΑ ΟΡΝΕΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ
ΑΠΟΚΤΗΝΩΝΟΥΝ ΟΙ ΤΕΡΑΤΟΠΟΙΟΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΟΜΑΣΤΕ
ΑΓΕΛΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΕΡΠΕΤΟΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ
ΚΑΤΑΤΡΩΓΟΥΝ ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΟΥΝ ΤΑ ΦΙΔΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ
ΣΑΡΑΚΩΝΟΥΝ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΡΕΦΕΙ

ΚΙ ΟΛΟΕΝΑ ΕΚΛΙΠΑΡΟΥΜΕ:
«ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ, ΕΛΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙΣ!»
ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ, ΑΠΟΡΟΥΜΕ:
«ΜΑ ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΓΙΝΑΝΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΟΙ ΚΟΠΟΙ;»,
ΑΔΙΑΚΟΠΑ ΓΛΕΝΤΟΚΟΠΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ
ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΜΠΑΛΛΟΥΣ!!



Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη, τροφή και προστασία
Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ω τα παιδιά αυτού του κόσμου
Χλωμά τρελά και κουρασμένα
παίρνουν το δρόμο για τη μητέρα
κι εγώ ξαναγυρνώ σ’ εσένα

Μετά τη συγκέντρωση που είχε γίνει μπροστά από το δημαρχείο της Ιεράπετρας κατά την απεργία της 5ης Μαΐου, έγινε και πορεία, την οποία ακολούθησα κι εγώ. Περπατούσα μόνος, άγνωστος ανάμεσα σε όλους τους άλλους διαδηλωτές, και μερικές φορές, ακούγοντας κάποιο σύνθημα που λεγόταν απ’ την «ντουντούκα» στην κεφαλή της πορείας, μου ερχόταν «έμπνευση», άλλαζα μια-δυο λέξεις δίνοντάς του διαφορετικό περιεχόμενο και, μόλις έπεφτε λίγη ησυχία, το φώναζα μία φορά.
Παραθέτω εδώ αυτά τα συνθήματα που «διασκεύασα», γράφοντας πρώτα το αρχικό και από κάτω τη δική μου «διασκευή», με γαλάζιο χρώμα στα γράμματα. Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον.

ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ!
Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ!

ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ!
Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΟΠΑΛΗ!

ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ!
ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ «Δεν Νοώ Τι»!

ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ Η ΚΡΙΣΗ, ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ Η ΛΥΣΗ!
ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ Η ΚΡΙΣΗ, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΛΥΣΗ!

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΠΙΟ ΦΤΩΧΟ!
Κι εγώ, προσέθεσα το εξής:
ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΑΣΟΚ, ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟ ΑΛΛΟ ΣΟΚ!

ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ!
ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΡΟΤΙΔΑ!

Και ύστερα, όταν πήγα στο ξενοδοχείο όπου έμενα, σκέφτηκα ετούτα εδώ:
Γιατί κανένας άλλος από τους περίπου διακόσιους διαδηλωτές δεν έβγαλε ούτε ένα διαφορετικό σύνθημα, ούτε μία παραλλαγή πάνω σ’ εκείνα που ακούστηκαν απ’ την ντουντούκα;
Βρείτε την απάντηση μόνοι σας.
Εγώ θα σας πω μόνο, πληροφοριακά, ότι όλοι οι συμμετέχοντες στην πορεία κουβέντιαζαν διαρκώς μεταξύ τους, λες και είχαν χρόνια να ιδωθούν κι έπρεπε όλα να τα πουν εκείνη την ώρα, ενώ εγώ ήμουν (εξωτερικά) μόνος και σποραδικά, μονάχα, αντήλλασσα λίγα φιλικά λόγια με τους άγνωστους σ’ εμένα συνδιαδηλωτές.
Και κάτι άλλο: Ενώ είχα συνεχώς το μυαλό μου σ’ Εσένα, το είχα συγχρόνως ελεύθερο και ενδιαφερόμενο για ό,τι συνέβαινε στην πορεία.

Απεργούν τα χέρια μας
εφημερεύουνε τα σάπια τα μαχαίρια μας.
Απεργούνε τα μυαλά μας
θεριεύουνε τα εμπόδιά μας

Να βάζουμε εμπόδια μπροστά μας
αυτό είναι τ’ αγαπημένο άθλημά μας.
Κοτρώνες άχρηστες παντού στο πέρασμά μας
για επίδειξη να ‘χουμε ύστερα τα δεινά μας

Επίδειξη απόδειξη φθοράς και αγγαρεία
οινόποση κατάνυξη φορά στην αφασία
αντίσταση εξέγερση έρημος απραξία
υπόδειξη απώθηση προβλήματ’ απορία

Προβλήματα ένα σωρό – Προβλήματα ένα σωρό
μαθήματα ποτέ, θαρρώ
μαθήματα ποτέ, θαρρώ

Ο καθένας από μας, μια βιομηχανία παραγωγής προβλημάτων
για ιδία κατανάλωση κι εξαγωγή, προς άγραν νέων πτωμάτων

Εισαγωγέας το λοιπόν εγίνηκα κι εγώ
αλλότριων προβλημάτων
άδειο σακί με βλέπουνε να το γεμίσουνε ποθούν
με χάρτη των αποπάτων

Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια
-μάτσο μου δοθήκαν οι ευκαιρίες
μάτσο και οι κλοτσιές μου στις σταδιοδρομίες-
πάντα μας νοιάζοναι τα «φιλικά» τελώνια!

Πριν από χρόνια -τριάντα ήταν κι αυτά, κοντά!- με είπε κάποιος νεκροθάφτη, για να μ’ ευχαριστήσει, προφανώς (τι μου θυμίζει, απ’ του Ιούνη ετούτου τις μέρες, τι μου θυμίζει, από της Κρήτης ετούτες τις ξέρες!…), επειδή μονάχα εγώ στην «πιάτσα» της τότε δουλειάς μου, εκτός του ότι έδινα τις υψηλότερες αμοιβές στους συνεργάτες μου, τους ασφάλιζα κιόλας για την περίπτωση που πάθαιναν ατύχημα εν ώρα εργασίας.
Και κάποιο απ’ τα «μεγάλα αφεντικά» στη δουλειά εκείνο τον καιρό, μου τηλεφώνησε μιαν αποφράδα μέρα για να μου πει ετούτα εδώ τα λόγια: «Θανάση, ο αλήτης σου δεν ήρθε!»
Μόνο που αυτός ο «αλήτης μου» -καθώς δεν απεργούσε- είχε πέσει με το μηχανάκι και είχε σπάσει το κεφάλι του πηγαίνοντας σ’ ετούτο το αφεντικό, ν’ αρχίσει τη δουλειά του.
Ευτυχώς, έγινε καλά -να ζήσεις σαν τα ψηλά τα όρη του Μωριά, ρε Γιώργη μου!- και αποζημιώθηκε χάρη στην ασφάλιση που είχα φροντίσει να κάνω για τα παιδιά με τα οποία συνεργαζόμουν. – Βλέπετε, ουδέποτε στη ζωή μου υπήρξα «μπαχαλάκιας» – και γι’ αυτό, προφανώς, δεν έβγαλα ποτέ μου λεφτά.
Και μιαν άλλη φορά, που ήμουν μαζί με την πρώην σύζυγό μου, το ίδιο αυτό αφεντικό με φιλοδώρησε πάλι με μια παρόμοια προσβολή, και είδα τη σύζυγό μου ν’ αγριεύει αμέσως και να είναι έτοιμη να του ορμήσει. Αργότερα, όταν πήγαμε στο σπίτι, μου είπε: «Μου ήρθε ν’ αρπάξω το ταμπλό που υπήρχε δίπλα και να του το φορέσω κολάρο!» Ήταν ακόμα η εποχή που η ευλογημένη θερμοκοιτίδα μου δεν απεργούσε ως άνθρωπος.

Και να που τώρα βρέθηκα να είμαι νεκροθάφτης προβλημάτων!
Ένα-ένα, ρε παιδιά! Μη σπρώχνεστε, όλα θα πάρετε!
Στη σειρά, για χάρη σας, ανοίγω εγώ τους λάκκους!
Ολημερίς κι ολονυχτίς με την αξίνα της ζωής μου σκάβω
και κανένα σας δε θ’ αφήσω παραπονεμένο!
Μονάχα επιτρέψτε μου Ανάσα μια να πάρω ο καημένος,
και μην ανησυχείτε,

ΔΕΝ ΑΠΕΡΓΩ ΠΟΤΕ ΕΓΩ!

Ήταν κάποτε μια πολιορκημένη φλέβα

Ιουνίου 24, 2010

Από τις 15 Οκτωβρίου 2007 έχει αναρτηθεί το μεγάλο ποίημα που θα βρείτε εδώ, ως συμμετοχή του «Έστε Άξιοι» στην Blog Action Day του 2007. Επειδή όμως θεωρώ πως είναι όχι μόνο από τα καλύτερά μου, αλλά και πολύ πιο επίκαιρο τώρα, κι επειδή πολύ νερό έχει κυλήσει από τότε μέχρι σήμερα στο αυλάκι ετούτης της φλέβας, βρήκα και άλλο ταιριαστό υλικό για να εμπλουτιστεί η ανάρτηση, σκάρωσα κι ένα σχετικάσχετο ποιηματάκι, και το αναβαπτίζω στο σήμερα. Ελπίζω να επικροτήσετε την κίνησή μου.

STEPPING STONES

Blowing your mind out
Blowing your mind out
Blowing your mind out

Down by the river…

Life, life…

Come in, it’s so cold, it’s the river of life

Come in, come in
You got to get your feet wet sometime

Look, there are stepping stones over there
Get across, never even get your feet wet
Come in
Won’t happen again for a million years
Come in

It’s the river of life
So cold

Ήταν κάποτε μια φλέβα, που της Γης η μήτρα η πανγενέτειρα κυοφορούσε. Μεγάλωνε, δυνάμωνε, από τον λώρο του παντός καθώς τρεφόταν, και για το δρόμο τον μακρύ ετοιμαζόταν· στο φως να βγάλει τη θωριά της, να ποτιστεί η φαμελιά της: πράσινα δέντρα άκακα, έντομα και πουλάκια, σπαρτά που στάχυα δίνουνε, ανθρώποι και ζωάκια.

Δεν την επίεζε κανείς, μόνη της το ζητούσε. Γιατ’ ήξερε πως δίνοντας ό,τι είχε κι ό,τι ήταν, στο πανηγύρι της Ζωής κι αυτή
θ’ αθανατούσε.
Θα πίνανε τ’ αδέλφια της να γίνουν ν’ αυγατέψουν, και με του κόσμου τα καλά την πλάση να φιλέψουν. Απ’ τα στοιχεία τούτα εδώ και η ίδια θα νεμόταν –ακούραστα, αβίαστα, ολοένα περισσότερα της Αφθονίας δώρα απλόχερα– κι έτσι της φλέβας η αιώνια ακμή θα εξασφαλιζόταν.
Κατείχε βλέπεις μέσα της τη Γνώση και το Θαύμα, που ολούθε υπάρχουν κι ενεργούν δίχως κανένα τραύμα.

Τον δρόμο για να βγει στο φως, τον ήξερε επίσης. Κι όταν ωραία έγινε, είπε να τον διανύσει. Εύκολο πράγμα ήταν γι’ αυτήν, εξίσου με όλα
τ’ άλλα. Της τα ’χε μάθει τέλεια της Μάνας της το γάλα.

Έξω μαζεύονταν διαρκώς χίλιων λογιών υπάρξεις, που με διαίσθηση άσφαλτη το μήνυμα είχαν πάρει. Γι’ αυτές θε’ ν’ άνοιγε η πηγή,
εδώ θα έστηνε η Ζωή το νέο της καμάρι.

Ξεκίνησε λοιπόν νωρίς, προτού οι λάμψεις της Αυγής τον κόσμο
να ροδίσουν, ώστε τα μάτια της σιγά-σιγά στο φως να συνηθίσουν.

«ΠΟΥ ΠΑΣ;» ξάφνου την εβομβάρδισε μια αγριοφωνάρα. «Δίχως προφύλαξη καμμιά θα βγεις βρε αγαθιάρα; Ευθύς θα σε σπαράξουνε θεριά και σκουληκάρες, και πριν προλάβεις ωχ να πεις, το ξόδι σου
θα ψέλνουνε οι ρασοκορακάρες».

«Κανένας δε μου μίλησε ποτέ για τέτοιο πράγμα», ψέλλισε τότ’ εκείνη, που κιόλας απ’ τον τρόμο της κίτρινη είχε γίνει.

«Πιάσε το χέρι μου σφιχτά, να σε οδηγώ με ασφάλεια, γιατί όπου να ’ναι αρχίζουνε να πέφτουν τα μυδράλια!»

«Για να το λέτε εσείς αυτό, θα το έχετε περάσει, ενώ εγώ η άβγαλτη
δεν το ’χω δοκιμάσει».

«ΟΧΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ!» μούγκρισε τότενες ένας ειδήμων άλλος,
«είναι ρουφήχτρες και γκρεμνά, ο κίνδυνος μεγάλος! Έλα από ’δώ,
που ξέρω εγώ πώς πρέπει να σε βγάλω!»

Το χέρι της το δεύτερο άρπαξε σαν τανάλια, να τηνε σώσει απ’ τα γκρεμνά και τα καυτά μυδράλια.
Ο τρίτος ο ασαφέστερος, που ουδέτερος φαινόταν, στον τόπο την καθήλωνε, τους άλλους καταριόταν.
Κι άλλοι πολλοί φιλεύσπλαχνοι ειδήμονες προσήλθαν, για το δικό της το καλό όλοι τους προσφερθήκαν. Ένας την τράβαγε από εδώ, άλλος απ’ την άλλη, και με τα λόγια τα πολλά της πήραν το κεφάλι.
Πονώντας έμενε εκειδά, με αγωνία πασχίζοντας απόφαση να βγάλει. Ήταν όμως αδύνατον κάπου να καταλήξει, και στάσιμη εμούχλιαζε μες στη μεγάλη πλήξη.
Κι ο χρόνος κύλαγε γοργά δίχως να λογαριάζει, γιατί ο δικός του ο σκοπός δεν ξέρει από μαράζι.
Γερνούσε η φλέβα της Ζωής προτού ζωή να ζήσει. Κι έξω, εκείνοι που την πρόσμεναν δίψαγαν και βογγούσαν, κι οι ώρες τους λιγόστευαν πριν καν ο ήλιος σβήσει.
Κάποια στιγμή, σαν έκλαμψη, της ήρθε να ρωτήσει τον πρώτο που προσφέρθηκε το δρόμο να της δείξει:

«Και δε μου λες, καλέ μου εσύ, ποιος είναι ο τόπος ο σωστός
που ξέρεις να με βγάλεις;»

Εκειός της αποκρίθηκε, με σιγουριά μεγάλη:
«Είναι οι ντουσιέρες των παιδιών που παίζουν με τις μπάλες, μα κι ολωνών των τουριστών οι ιδρωμένες σπάλες».

«Εσένα ποια είναι η μεριά που μου ’χεις φυλαγμένη;» ρώτησε αυτή
τον δεύτερο όλως απορημένη.

«Μα βέβαια τα πλυντήρια τόσων αυτοκινήτων. Και αν περισσέψει τίποτα, σου ’χω κι αφοδευτήρια στιλβόντων ακινήτων».
«Δεν είναι οι τόποι αυτοί σωστοί!» πετάχτηκ’ ένας άλλος. «Πράσινα γήπεδα του γκολφ έχω εγώ για σένα, με τ’ απαλά γρασίδια τους όλα μεταλλαγμένα».
«Πράσινα άλογα του γκολφ και μάταιες ασχολίες – κοίτα να γίνεις χρήσιμη, άσε τις μαλακίες», τότε την ενουθέτησε έτερος τις ειδήμων. «Πρέπει να δώσεις το νερό στης γης τους δουλευτάδες, που σπέρνουν και καλλιεργούν φυτά των βιοκαυσίμων».

Καθένας κάτι αλλιώτικο είχε να της προσφέρει, κι όλοι μαζί τσακώνονταν ποιος θα την καταφέρει. Μονάχα αυτός ο ουδέτερος καθόλου δεν βιαζόταν να πει για πού στα χέρια του η φλέβα προοριζόταν, παρά έστεκε αμίλητος με ύφος αυθεντίας, λες κι όλα αυτά που άκουγε δεν είχαν σημασία.

«Εσείς, καλέ μου κύριε, δε μου είπατε ακόμα ποια είν’ η δική σας
η μεριά, ποιο το δικό σας στρώμα»,
του μίλησε η φλέβα μας την ώρα
που πνιγόταν, μήπως σ’ αυτόν σωτήρια σανίδα ευρισκόταν.

Κι αυτός, μ’ ένα χαμόγελο όλο εμπιστοσύνη, που θα ’κανε να σάστιζε και η κυρά Φροσύνη:

«Οι διαστημικές αποστολές, είναι ορέ ζαγάρι, που για νερό γυρεύουνε στο έδαφος του Άρη».

Πράγμα παράξενο πολύ, και όμως έγιν’ έτσι: μέσα στη σαστισμάρα της, η φλέβα εσυλλογίστη. Και της εφάνη ότι όλοι τους οι επίδοξοι σωτήρες από το αυτό κολέγιο είχαν αποφοιτήσει…
Μ’ ετούτη εδώ τη σκέψη της, παρέδωσε η καημένη, οπότε τους ικέτευσε, πλήρως απελπισμένη:

«Μα τι να κάνω, πέστε μου, ποιο δρόμο να τραβήξω;»

«Ελεύθερα αποφάσισε», ευθύς εκείνοι απάντησαν με μια φωνή
ένα στόμα. «Τώρα πια σου τα είπαμε, τα έχεις μάθει όλα. Ποιο το καλό, ποιο το κακό, ποιο τ’ όφελος και η φόλα».

Τότε αυτή κατάλαβε τη μηχανή του δόλου όπου την μπλέξαν οι μορφές του αντεστραμμένου ειδώλου. Ήταν κι ετούτη άλλη μια φάρσα των Φαρισαίων, που υπάρχουν αίμα πίνοντας εύπιστων ανιδέων.
Τον εδικό της προορισμό αμέσως εθυμήθη, και μ’ ένα τίναγμα άγριο ξέφυγε απ’ τη λήθη.
Μεμιάς όλους τους μούντζωσε, γυρνώντας τους την πλάτη – τα πέντε της τα δάχτυλα τους κάνανε αλάτι.

Κανένας δεν της μίλησε ποτέ για τέτοιο πράγμα. Ετούτο ήταν το μόνο της και το μεγάλο σφάλμα: το ότι δεν εγνώριζε τίποτε για εκείνα τα οποία λόγο ύπαρξης δεν έχουνε κανένα. Μα ήταν ακατόρθωτο γι’ αυτά να είχε μάθει, καθόσον όλα βρίσκονται στου μηδενός τα βάθη.
Αυτή μονάχα εγνώριζε την αληθή σοφία, που αναβλύζει αστείρευτη
απ’ την αγνή Ουσία.

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΦΛΕΒΑ, ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ.

Μέσ’ απ’ τη λίμνη το λοιπόν θ’ αναδυθείς
στη σκοτεινότερη της Νύχτας ώρα που άλλος θα Σε δει ουδείς
τη Λίμνη την Πεντάμορφη που είν’ όλη ένας κήπος
ο Κήπος της γαλαξιακής δικής μου Ομορφιάς
του οράματός μου ο ασύλληπτος ο Μύθος
κήπος που θα ‘χει τη μορφή ακροθαλασσιάς
ακτής φιλόξενης για ναυαγούς αν και αβύσσου τρομερής βαθιάς
το ίδιο βαθιάς ως θα βροντά και της καρδιάς μου ο χτύπος
κι ασπίλου αλήθεια τόσο πια που δε θα υπάρχ’ ούτ’ ένας ρύπος
για να λεκιάζει το άχραντο του δέρματός Σου χρώμα
και να μολύνει τη Ζωή με τρωκτικών το κώμα
αφού το Μέγα Θαύμα της θα θριαμβεύει ακόμα
το Θαύμα αυτό που είσαι Εσύ παρθένο μου άγιο Νησί
Πέτρα μονήρης και σκληρή μα κι αλμυρή μπουκιά μισή
που τώρα ολοκληρώθης στην στομωμένη μου ύπαρξη
από λουλούδια αέρινα όμοια με smileμένη Πέτρα
από λουλούδια αέρινα όμοια με smileμένη Πέτρα
που αιώνες πολιορκήθηκαν απ’ τη Μεγάλη Έχθρα
μα ουδέποτε νικήθηκαν μόνο το προσποιήθηκαν
με τη Σοφία τη θηλυκή που εξεύρει και είναι η σωστή
γιατ’ είναι πάντα ελεύθερη μέσα στις αλυσίδες
αφού κατέχει Μυστικό που άντρας κανείς δεν οίδε
το Μυστικό του Κήπου Σου με τις αγνές ασπίδες
που τις εβλέπει ο χάροντας και αναζητεί φολίδες
να προστατέψει το άψυχο το κούφιο του τομάρι
και να μας ρίξει στην καρδιά στον τάφο να μας πάρει
που όμως πλέον έγινε μαιευτήριο κλαμάτων
όλων των νεογέννητων και θαυμαστών πλασμάτων
χάρη σ’ Εσέ γενναιόδωρη που έβαλες το Λιθάρι
Σώμα πανγόνιμο σεπτό σκαρί μου ευλογημένο
που η φαντασία δε γεννά σ’ όνειρο μαγεμένο
μόνο της Νύχτας τούτης η Κοιλιά της Λίμνης Σου η Κοίτη
Μέρα μεγάλη και τρανή ωσάν τον Ψηλορείτη

«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!!….

Ιουνίου 20, 2010

….Επισήμως και πανηγυρικώς!!

Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί


_ _ _ _ X V I_ _ _ _

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου θα πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος

Και ολίγη γκρίνια, να παρασκευάσουμε σαλάτα
Αρχίζω ν’ αμφιβάλλω πολύ έντονα, τούτες τις τελευταίες μέρες, για το εάν έχουμε νοιώσει ακόμα κι εμείς, οι ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι διαδικτυακοί φίλοι, τι σίδερο τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά χρειάζονται για να χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε. Θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι σπουδαίο, και το αντιμετωπίζουμε σαν να είναι ένα απλό παιχνιδάκι – που μπορεί, ναι, στο χέρι μας είναι να γίνει παιχνιδάκι, μόνο που για να συμβεί αυτό, πρέπει εμείς να γίνουμε πρωτομάστορες, ενώ τώρα είμαστε κάτι ελάχιστα πιο πάνω από παραγιοί.
Ή, αν μου επιτρέπετε να το διατυπώσω ακόμα πιο σκληρά -δηλαδή, ακόμα πιο αληθινά-, αρχίζω να σκέφτομαι μήπως πρέπει να μας λιθοβολούν αυτοί που μας φωνάζουν αεροβάτες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, και κάτι πράματα αδιανόητα, που να μην πιστεύω στα μάτια μου, αφού είν’ ετούτα πράματα καμωμένα από εμάς τους ίδιους, που «ποιητές» δηλώνουμε -μάλιστα, «ποιητές της ζωής», ενίοτε-, «νοήμονες τρελοί», «πολιτισμένοι», «αγωνιστές», ακόμα και «Άνθρωποι».
Είναι που βλέπω, βλέπετε, σε τίποτε εμείς να μη διαφέρουμε κατά βάθος απ’ τους χαλαστές – ενίοτε, μάλιστα, τους χαλαστές της ζωής, τους απροσμέτρητους παράφρονες που μόνον η στάχτη κι η πούλβερη ικανοποιεί, τους παχύδερμους ανάλγητους και τους ανθρωποφάγους, ακόμ’-ακόμα κι απ’ τους σκορπιούς και τις ύαινες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, ανθρώπους ώριμους -αλλά μόνο ως προς την ηλικία, δυστυχώς…- να μην τους καίγεται καρφάκι για τη ζημιά που ενδέχεται να προκαλέσουν σε πολύ νεώτερα από αυτούς άτομα με την -παντελώς αδικαιολόγητη- εξουσιαστική επιρροή που τους ασκούν, και το μόνο που τους ενδιαφέρει να είναι, μην τυχόν χάσουν -οποία βλακεία!…- την «αυλή» που έχουν καταφέρει να σχηματίσουν ολόγυρά τους, από την οποία πορίζονται δόξα -…βλακεία εις το τετράγωνον!!…- και πελατεία -…εις τον κύβον!!!…
Κι έτσι, καταλήγουμε να γίνουμε μία σαλάτα βλακείας! Ίσως η μεγαλύτερη σαλάτα βλακείας στον κόσμο!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!
Αυτό ακριβώς κάνουν οι σοφές μέλισσες για να χτίζουν
τις εξαγωνικές κηρήθρες τους. Επίσης, το κάνουν όταν τα σμάρια τους εισέρχονται στη νέα μόνιμη κατοικία τους, αλλά και
για να ξαναμπούν στην κυψέλη τους, όταν καμμιά φορά συμβαίνει
να πέσουν ξαφνικά μπροστά της πολλές μέλισσες μαζί.

Εμείς οι «νοήμονες», εμείς οι «εξελιγμένοι», εμείς οι «πολιτισμένοι» κάνουμε το ακριβώς αντίθετο!…
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων κατά τις οποίες κάποιος συνάνθρωπός μας θα επιχειρήσει να «αρπαχτεί» επάνω μας, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρίσκεται, εμείς, για να τον… βοηθήσουμε, του δίνουμε μια περιποιημένη κλοτσιά.
Μάλιστα, έχουμε «εξελίξει» σε θαυμαστό σημείο αυτό το αγαπημένο μας άθλημα -σαν «εξελιγμένα» άτομα που είμαστε-, και δεν καθόμαστε να περιμένουμε πότε θα βρεθεί κανένας άτυχος ν’ αρπαχτεί από πάνω μας, ώστε να ρίξουμε την κλοτσιά και να την καταφχαριστηθούμε: βρίσκουμε μόνοι μας, πανεύκολα -και με το ατιμώρητο, βέβαια-, κάποιον που θεωρούμε κατάλληλο πετσί για να κλοτσήσουμε, και του την ανάβουμε! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σιτίζουμε και το ερείπιο τύπου Ρικομέξ που σχεδόν όλοι μας ευλαβικά περιποιούμαστε εντός μας, γιγαντώνοντάς το και θάβοντας ολοένα και περισσότερο τους εαυτούς μας κάτω απ’ αυτό! Είναι ετούτη, ξέρετε, μία αρχαιόθεν δοκιμασμένη συνταγή, η οποία φέρνει πάντοτε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα!


Το ποιηματάκι που ακολουθεί, θα πρέπει να το διαβάσετε από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή να αρχίσετε από το τελευταίο (έκτο) εντός πλαισίου δίστιχο (και ουδόλως δύστυχο, εννοείται!…) και να συνεχίσετε προς τα πάνω. Μόλις το κάνετε, θα έχετε καταλάβει και το γιατί του έδωσα αυτή την αντίστροφη διάταξη.

Ξ Υ Π Ν Α Α Α Α ! ! ! !

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
της πεμπτουσίας του βίου μας να πιούμε το κανάτι!

Έλα να κλείσουμε ο ένας στον άλλονε το μάτι,
στα ουράνια να πάμ’ εκεί ψηλά που ζουν οι αθανάτοι!

Αδύνατον να καταλάβω γιατί με έχεις άχτι!…
Α! Σίγουρα, από ένα μάταιο μωρόδοξο γινάτι!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
αντί να βγάζουμε ο ένας του αλλουνού το μάτι!

Έλα να καθαρίσουμε της ζήσης μας το μονοπάτι
αν θες να μη σαπίσουμε στον τόπο εδώ αμανάτι!

Μη λυπηθείς τα κούτσουρα!
Διότι τα κούτσουρα, απ’ όπου κι αν προέρχονται, ακόμα κι από εσένα τον ίδιο, είναι για να καίγονται!

Μη φτάσεις ώς τη στάχτη!
Μην προκαλέσεις καταστροφή! Εάν το κάνεις, θα γίνεις κι εσύ, ολόκληρος, ένα αποκαΐδι!




Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ.
ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ: ΑΠΟ ΜΑΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ!


Κι άλλο «αίνιγμα» με ολόψυχες προ(σ)κλήσεις!!!!

Ιουνίου 18, 2010

Προσκλήσεις σπέρνω σπόρους μοιράζω
και μαράζι δε βάζω
σημειώσεις μονάχα αραδιάζω
τα πρόσωπα απ’ τις μάσκες ξεχωρίζω
τους φίλους απ’ τη μαύρη θλίψη βγάζω

Σπόρους προκλήσεων γεμάτων Ανθρωπιάς
αγρύπνιες παρακλήσεων δίχως κακομοιριά

έλξεις φιλότητος -κι εν γένει Έρωτος, σαφώς-
αδιάκοπ’ αραδιάζω
χωρίς από μαράζι ούτ’ ένα τόσο ίχνος πια να βάζω
όταν η απάντηση που παίρνω είν’
ένα μαύρο «Απουσιάζω«
μήτε όμως και τους άλλους στην οδύνη να βουλιάζω
κείνους που ένα
«Ναι!» μου λένε
δίχως πολλές φορές να ξέρουνε τι θένε,
μα τουναντίον από πόνο θλίψη και καημό
με αγάπη τους αδειάζω


Κι έτσι ολοένα μέσα στην πράξη ωριμάζω
μέσα στη
δράση ευ-δοκιμώ και άνθη βγάζω
γέφυρα γέγονα μες στα γκρεμνά στις καταιγίδες
τους συνανθρώπους μου να προστατεύω απ’
τις παγίδες
τα εσώψυχά μου τα κουσούρια βρήκα τον τρόπο και κατασιγάζω
τα εντός μου δόλια τέρατα γέγονα πλέον ικανός τέλεια να δαμάζω
– τον μόνο τρόπο δηλαδή που εγγυάται νίκη εωθινή και όχι
ΜΑΣΚΑΡΑΤΑ να κοιμάται
νίκη μαθές τους πύρρειους θρίαμβους ούτε που ξέρει να θυμάται

Και όλα ετούτα πετυχαίνω δίχως ούτε γι’ αστείο να καγχάζω
χωρίς να κοκορεύομαι τίποτα το ιδιαίτερο να παρουσιάζω
-απλώς και μόνο ματαιόδοξα θέλοντας να εντυπωσιάζω-
και βέβαια χωρίς κανέναν στο ελάχιστο να εξουσιάζω
αφού το μόνο εγώ που θέλω είν’ την
ουσία διαρκώς να πλησιάζω
αυτήν που ανέκαθεν με τρέλαινε στα μάτια να κοιτάζω
και αποζητούσα να την βρω στην αγκαλιά της μέσα να κουρνιάζω
την ίδια αυτήν που όλοι μας ποθούμε -πράγμα που πλέον
ούτε που το κουβεντιάζω-

μα υστερικά την κυνηγούμε οπότε διαρκώς την απωθούμε
κι εν συνεχεία τη μισούμε καθώς το ίδιο τον εαυτό αντιπαθούμε
μόνο και μόνο ώστε να μπορούμε ασύστολα να απορούμε
τι διάολο είναι αυτό που φταίει και τη ζωούλα μας την κατακαίει
κι απαρηγόρητες Μανιάτισσες ανόητες για θάνατο που
δεν μας βρήκε
με ολοφυρμούς με κοπετούς στην πιο καλή των περιπτώσεων μοιρολογάμε
έτσι καθώς ο σ-ατανάς μέσα μας σαν το νοικοκύρη μπήκε
ώστε το θάνατο εν τέλει οι ίδιοι επάνω μας τονε τραβάμε

Το υπέροχο βίντεο που ακολουθεί, το ανακάλυψα χάρη στη φίλη mi_metrelaineis. Μαζί με τις ευχαριστίες μου, της αφιερώνω ιδιαίτερα, εκτός από αυτό, και το δεύτερο βίντεο με τους Enigma που έχω συμπεριλάβει σε αυτή την ανάρτηση.


Κι όταν είναι αμοιβαία τα αισθήματα μωρό μου
ήγουν στην άτολμη απραξία εξαντλώ τον εαυτό μου,
πάλι το ίδιο -ή, έστω, εμπλουτισμένο- μοιρολόι τραγουδάμε
κάποια (μοιραία, μήπως;) δεκάτη ογδόη του Οκτώβρη….
με τα όργανα και τη φωνή που ως ά-τομα (;;;;!!!!????….)
οι ίδιοι προτιμάμε:


Κάποιες στιγμές πιο φωτεινές,
που συλλογιόμαστε πως όλα είναι δικά μας
μα σαν να γλίστρησαν στο χθες
και ουδέποτε είν’ εδώ στο σήμερα στα δάχτυλά μας,
ε τότενες πολύ σωστότερα έρχετ’ η απορία
– πολύ εγγύτερα, προσωρινά, είμαστε στην
ουσία:

Μα είν’ ελάχιστη η απόσταση απ’ το προσωρινά ώς το παντοτινά!
Σχεδόν ανύπαρκτη
(λέω «σχεδόν» αντί για «κυριολεκτικά»,
μη για τρελό πάλι με πείτε)!
Σας το υπογράφω
, τώρα που το ‘φερε η κουβέντα εδωνά!
Απ’ τη ζωή την πείρα το μυαλό και την καρδιά μου
είναι όλα ετούτα που σας γράφω
– δεν είμαι πίθηκος και δε μου αρέσει τίποτε ν’ αντιγράφω!

Εκεί στο βάθος Είμαι Εγώ
ολόρθος σε προσμένει ο
που κάνει το
Θαύμα μπορετό
όρθρος που ανασταίνει

Οι δρόμοι όλοι του ντουνιά
σ’ εμέναν οδηγούνε
δοκιμασμένη απανεμιά
κι ας οι καιροί λυσσούνε


Εκεί στο βάθος κρύπτεται
Φύσις Πεφιλημένη
στο Φως του Ήλιου απλώνεται
Αμάλθεια Ευλογημένη

Εκεί στο βάθος το Παιδί
που μοιάζει με λωλάδι
μοσχοβολεί το γιασεμί
χάνεται
το σκοτάδι

Εκεί στο βάθος του μυαλού
στέκεις φυλακισμένη
Παρθένα Κόρη του Γιαλού
Μήτρα χαροκαμένη

Εκεί μακριά στη Σάντα Φε
τη Σκάλα
ανέβα αδελφέ
μην πίνεις πια πικρό καφέ
κάψε τους κάφρους της Χουαρέζ!

Εκεί στο βάθος το Φιλί
γνήσια Καρδιά σε καρτερεί
που σκίζει σα νυστέρι
τον Κόσμο της Ζωής θα φέρει

Τι λείπει σε όσα μέχρι εδωπέρα είπα, εκτός από τη λύπη;
Γιατ’ είναι αλήθεια όσο και αν αλλόκοτο φαντάζει, πως κάτι λείπει!
Είναι το κλου είνα’ η ΜΑΓΕΙΑ είνα’ η ευ-φορία η ΕΥΤΥΧΙΑ
που δε σ’ αφήνει ούτε λεπτό άπαξ και πιάσεις τον σωστό
ευλογημένο τον Σκοπό – μέσα σ’ αυτόν εσύ κι εγώ
μέσα σε Αυτόν όλο το σύμπαν που δε σηκώνει είπα και ξείπα
που κάνει μια χαψιά
τις ΗΠΑ και όλα τα παράσιτα τα δίχως τσίπα
μέσα σε Αυτόν υπάρχουμε γεννιόμαστε για να Τον πάθουμε!

Και κάτι για όσους τυχόν ξεχνούν
και γεγονότα και
Αριθμούς
Βουνά
ταξίδια του Βυθού
Γεννήσεις πλοία του σκοτωμού
Μάγισσες του μεσημεριού
τα λόγια που οι ίδιοι είπαν μόλις χθες
τα βέλη που έριξαν χωρίς να φταις

το τέσσερα και το δεκάξι
τη Νύχτα που έχει πια Χαράξει
τ
α δυο αφτιά που φλέβισαν
τα δύο μάτια που έπρηξαν
τα δάκρυα και οι οθόνες
τους
Άνθρωπους και τους τελώνες
τους Δρόμους που έγιναν χελώνες
τους Κρόνους και την
Άγια Πέτρα
του Έρωτος την Άτρωτη Φαρέτρα

Κι από κοντά
κι από μακριά
κι από έξω
κι από μέσα
-αρκεί να έχεις λίγη μπέσα-

μονάχα με το Ολότροπο
του Κόσμου το Τραγούδι
παύει να κλώθει η Άτροπος
Ανθίζει το Λουλούδι
– λαγχάνει ο Λίθος
Πράσιν’ Ωραίο Χνούδι


Λοιπόν, για όσες και όσους φίλους ενδιαφέρονται, έχουμε και λέμε:
Σήμερα Παρασκευή, βρισκόμαστε έξω από το Ινστιτούτο Θερβάντες, οδός Μητροπόλεως 23, και ώρα 7.30, για την παράσταση «Cafe Cantante» (η οποία αρχίζει στις 8.00).
Μεθαύριο Κυριακή και την επόμενη Δευτέρα, βρισκόμαστε στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, οδός Φωκίωνος Νέγρη 42, το αργότερο μέχρι τις 9.10 μ.μ., για το τρίπτυχο πάνω στα έργα του Σάμουελ Μπέκετ.
Από την Τρίτη και μετά, το θέατρο των συναντήσεών μας μεταφέρεται για περίπου τρεις εβδομάδες στην Κρήτη (προσφέρεται και για μπάνια, τώρα πια), και βλέπουμε πάλι.
Όποια και όποιος ενδιαφέρεται για κοινή «έφοδο» στις αθηναϊκές παραστάσεις των τριών αυτών ημερών, μπορεί να μου τηλεφωνεί για συνεννόηση στο 6970.398.445.
Για τη σημερινή παράσταση στο Ινστιτούτο Θερβάντες, μου είναι εύκολο να βγάλω εισιτήρια για όποιον θέλει (κοστίζουν 15 ευρώ), αρκεί να μου το πει εγκαίρως.
Εννοείται πως εγώ θα είμαι διαθέσιμος και τις τρεις μέρες, αν όμως δεν υπάρξει ανταπόκριση από κανέναν, δεν πρόκειται να πηγαίνω ούτε εγώ, διότι ο χρόνος μου είναι πολύτιμος.

Μια τοσοδούλα -τετράφυλλη, κι αυτή!- αφιέρωση στ’ Αστέρια μου που γίναν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

Ιουνίου 16, 2010




Βγαίν’ η βαρκούλα, βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά
από το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα
από το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά

Κι απλώνει ο ναύτης, κι απλώνει ο ναύτης με χαρά
τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα, βαρκούλα
τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα του ψαρά

Το φεγγαράκι, το φεγγαράκι τον γιαλό
τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα, βαρκούλα
τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα του ψαρά

Και κάθε ψάρι, και κάθε ψάρι παχουλό
μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα, βαρκούλα
μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα του ψαρά

Πολύ κουράστη-, πολύ κουράστηκες ψαρά
τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα, βαρκούλα
τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα του ψαρά

Και πούλα τα, και πούλα τα στην αγορά
να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα, βαρκούλα
να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα του ψαρά

Την επόμενη βδομάδα, θα συμπληρώσω την ανάρτηση με εικόνες από ένα βιβλίο ΜΟΥ. Η πιο ωραία από αυτές, θα είναι η ζωγραφιά που είχε κάνει σε μία από τις πίσω λευκές του σελίδες ένα κοριτσάκι από την Πορτογαλία, που λέγεται Βίρια, εν έτει 1994….
Συμβιβαστείτε προς το παρόν με αυτά τα ολίγα έμφιλα, και πάλι εδώ είμαστε!!!!