Archive for the ‘Ερεβοκτόνο ρόδι’ Category

Πατρίδα Ιωνία, ποτέ δε σε ξεχνούμε

Σεπτεμβρίου 14, 2010

Μητρίδα Ιωνία, κοιτίδα των Ελλήνων,
τα τέκνα σου σε χαιρετούν με νεύματα ελπίδων.
Απέναντί σου στέκονται ορθά και μυαλωμένα
γνωρίζοντας πως τα ιερά ποτέ δεν είν’ χαμένα.

Πατρίδα Ιωνία, ποτέ δε σε ξεχνούμε
κι ας είναι οι μέρες ζοφερές, και ας υποχωρούμε.
Ξανά το Φως θ’ ανάψουμε, όταν θα ‘ρθεί η Ώρα,
στους κόρφους σου τους στοργικούς, σε κάθε ανθρώπου χώρα.


Η σημερινή μου ανάρτηση είναι μία απειροελάχιστη, ταπεινή συνεισφορά στη μνήμη του Ελληνισμού.
Για ιστορικά στοιχεία, μαρτυρίες, αλλά και για την τωρινή στάση που κρατάει το «ελληνικό κράτος» στο τεράστιο αυτό ζήτημα, σας παραπέμπω στην εξαίρετη ανάρτηση του «Πόντου και Αριστερά» «Σφαγή της Σμύρνης: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!», στις πέντε αναρτήσεις-εκπομπές του Hackaday (πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη) και στη σημερινή δημοσίευση του «Δικτύου Μικρασιάτης» με τον τίτλο «Μικρασιατική Καταστροφή – Μνήμη και λήθη».

Σας χαρίζω και τα βίντεο που τράβηξα από το θαυμάσιο έργο του Παρασκευά Συριανόγλου «Η δύση της Ανατολής», το οποίο παρουσίασε η θεατρική ομάδα του Συλλόγου Μικρασιατών Ιεράπετρας στις 11 και 13 Ιουνίου στην αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη», και στις 10 Αυγούστου στο πλαίσιο των «Κυρβείων 2010», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Γιαννίδη.









Advertisements

Στη μητέρα των μαχών, ο σκοπός θα κρίνει το αποτέλεσμα

Αύγουστος 14, 2010

Αναδημοσιεύω, με πολλή καθυστέρηση, ένα καταπληκτικό κείμενο της «Ολυμπίας» το οποίο πάλλεται από Ελλάδα, μαζί με ένα αναλόγου ποιότητος, βάθους και ψυχής ποίημα-σχόλιο που έδωσε εκεί ο Σπάρτακος.
Για αφιέρωση αυτής της αναρτήσεώς μου, αντιγράφω τα λόγια του Σπάρτακου, τα οποία έγραψε ως υστερόγραφο στο ποίημά του:
«Αφιερώνεται σ’ όλους τους φίλους που μέσα απ’ τις παγωμένες γραμμές μιας οθόνης, κατάφεραν και μου ‘στειλαν το φως που καίει στις καρδιές τους. Ευχαριστώ και υποκλίνομαι».

Πριν πιάσεις “τ’ άρματα”, σκέψου προσεκτικά τον λόγο που μπαίνεις στη μάχη.

Εάν μπεις στη μάχη για τα φράγκα, για την κονόμα, για “οικονομικά αιτήματα”, τότε είσαι ένα πορτοφόλι. Αναπόφευκτα θα σε αδειάσουν και θα σε πετάξουν στα σκουπίδια.

Εάν μπεις στη μάχη για την αλαζονεία, για τη “μαγκιά” και την φιγούρα, τότε θα έχεις την τύχη του Κόκορα. Τον αφήνουν στο κοτέτσι πλουμιστό, να νομίζει ότι είναι ο βασιλιάς και να κοκορεύεται, μέχρι που μια ωραία πρωΐα αντιλαμβάνεται ότι είναι απλώς η μακαρονάδα του αφεντικού.

Εάν μπεις στη μάχη για την Ιδέα, για το σύνολο, για την γέννα που έρχεται, για τη γενιά που έφυγε, αυτά δηλαδή που απαρτίζουν το Έθνος (=Γέννα),

εάν μπεις στη μάχη με απόλυτη αυτογνωσία ότι μάχεσαι για να προσφέρεις και όχι για να πάρεις, με πίστη σε ένα κοινό και αγνό ιδεώδες, με ορθολογισμό ότι μάχεσαι για το δίκαιο, την Αλήθεια και όχι για το “ίδιον”, τότε έχεις πιάσει έναν αρχέγονο σφυγμό.

Τον σφυγμό που κάνει την ανατροπή, που κάνει τα αδύνατα δυνατά, που κάνει τα θαύματα [ο τονισμός, εδώ, δικός μου]. Την αιώνια αρχή που υποτάσσει το σαθρό και το άδικο. Το πρότυπο που έχει αποθεωθεί και τεκμηριωθεί ανά τους αιώνες, ενσαρκωμένο στον μαχητή που μπήκε ενάντια στην “λογική κατάληξη” με ενθουσιασμό (Εν Θεώ Ουσία) γιατί ο σκοπός του ήταν Θείος. Αληθινός. Η ίδια η Αλήθεια.

Ας θυμηθούμε τον Κολοκοτρώνη. Προδομένος από το γένος του, από τους επίορκους του Έθνους του, τα χρηματισμένα “πατριωτάκια” που του στέρησαν μέχρι και τον γιο του τον πρωτότοκο. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο άνθρωπος που έφερε τη λευτεριά. ΕΝΑΣ άνθρωπος, ένας μαχητής αρκούσε για να Ενθουσιάσει τους ραγιάδες, ενάντια στον φόβο, την ηττοπάθεια, την υπεροπλία και υλική ισχύ των αδίκων, την προδοσία των ημετέρων. Τι ομοιότητες, Θέε μου!

Δεν ήταν υπεράνθρωπος, έγινε απλώς αυτό για το οποίο πολεμούσε. Τι ήταν αυτό; Μα το είπε ο ίδιος ξεκάθαρα:

“Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία”.

Βρε κάτι συμπτώσεις… Τι έλεγε ο Μέγας Αλέξανδρος πριν τη μάχη, στην επίκληση που του έμαθε η Ορφική Ολυμπιάδα;

“Ζευ Βασιλεύ και Γαία”.

Μα και όταν η Θυσία ήταν αναπόφευκτη, ο Θανάσης (Αθάνατος) Διάκος:

«Πατέρα παντοδύναμε, ἄκουσες τὴν εὐχὴ μου• μοῦ φύτεψες μέσ’ στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα, ἔδωκες μία ἀχτίδα Σου ἀθέρα στὸ σπαθί μου καὶ μοῦ’πες: Τώρα πέθανε γιὰ Μέ, γιὰ τὴν Πατρίδα.«

Ο Μισόζωος [ο τονισμός, εδώ, δικός μου] εχθρός λοιπόν, δεν φοβάται ούτε τους συνδικαλιστές, ούτε τους “ξερόλες”. Φοβάται αυτούς τους τρελλούς, τους αδίστακτους. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να τους αγοράσει. Δεν μπορεί να τους “θαμπώσει”, δεν μπορεί να τους φοβίσει. Το κυριότερο, δεν μπορεί ούτε να τους εξαπατήσει, διότι απλούστατα γνωρίζουν την Αλήθεια.

Ζούμε την Αλήθεια ως υπέρτατη πράξη Ελευθερίας. Την λέμε ως πράξη επαναστατική, όπως είπε ο Όργουελ. Ούτε χίλιες Δραγώνες ούτε όλα τα ΜΜ”Ε” δεν θα μας ρίξουν στη λήθη. Γιατί είναι η αιώνια συνταγή Νίκης. Από τα χρόνια του Διός, του Λεωνίδα, μέχρι σήμερα:

…καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.

Καλόν Αγώνα!

Και το ποίημα του Σπάρτακου:

ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ ΤΟΥ ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ

Υπέρλαμπρος ο Ηλιος των περσυνών Αλκυονίδων.
Σήμερα καθρεφτίζεται στα γυαλισμένα σπαθιά των Αρχαγγέλων,
αύριο θ’ ακτινοβολεί στο Λιτόχωρο, την Μονεμβάσια και τους Παξούς,
μα στους αιώνες θα φωτίζει, τις γρανιτένιες σας ψυχές.

Υπέρλαμπρος ο Ήλιος των ξεχασμένων αμπελώνων,
ο Ήλιος που σκάει τα τσόφλια των καρπών,
και κάνει τους χυμούς τους να ξεχύνονται στις άγιες καρδιές σας,
καί να ποτίζουν τα ιερά κορμιά σας,
ο Ήλιος που μεθάει τον κότσυφα και που τρελλαίνει τ’ αηδόνια.

Ολόλαμπρος ο Ήλιος του υπνώττοντος Φθινόπωρου,
περνάει απ’ τα μάτια σας και το πετσί σας,
φθάνει στις εσχατιές των άκρων σας, μα και του λογισμού σας,
ζεσταίνει Ακροπόλεις, Παλαμήδια, Τέμπη και Σαμαριά,
θωπεύει λάγνα κι ασύστολα τις όπου γης προδομένες ψυχές,
από την Βασιλεύουσα μέχρι τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ,
πλανεύει την Μεσόγειο, από τη Σμύρνη μέχρι το Γιβραλτάρ,
κι από τη Σαλονίκη μέχρι την λατρεμένη Αλεξάνδρεια.

Ολόλαμπρος ο Ήλιος του Μεσονυχτίου,
ήρθε και φώτισε τους ασυγκράτητους κέλητες των λογισμών σας,
και πρόδωσε τους ανομολόγητους χρησμούς των φθηνών αφεντάδων,
των εξαγορασμένων τελάληδων και των επάργυρων κορυβάντων
μιας άθλιας και γκροτέσκας κουστωδίας,
μιας αργυρώνητης παρέας, που δεν έτυχε ν’ ακούσει τους ήχους του μπαντονεόν,
και μιας καμαρίλας που επέπρωτο να πνιγεί μέσα στο ίδιο της το αίμα.

Υπέρλαμπρε κι αδυσώπητε Ήλιε των ξεχασμένων καλοκαιριών της νιότης μας,
παρακαλούμε σε θερμά, σ’ εκλιπαρούμε Ήλιε,
ξέχνα τις νύχτες των ιδρωμένων σεντονιών
και της κραιπάλης τις μέρες,
ξέχνα καλέ μας Ήλιε τον αλαζόνα, τον σοφό και τον πολιτικάντη,
και ζέστανε Ήλιε μου της πόρνης το αγνό κορμί
και του απελπισμένου τα ματωμένα χέρια.

Προπαγάνδα για την «αυτόνομη Κρήτη», σε συναυλία στην Ιεράπετρα!

Αύγουστος 4, 2010

Έγινε κι αυτό! Οι σχεδιαστές της «αυτονόμησης» (του αιματοκυλίσματος, για την ακρίβεια) της Κρήτης το 2012 φρόντισαν ώστε να περάσουν τα «κηρύγματά» τους ακόμα και μέσα από μουσικές εκδηλώσεις! Ο τρόπος για να το πετύχουν είναι, προφανώς, πανεύκολος γι’ αυτούς: σκάνε μερικά ψωροευρώ σε οποιονδήποτε έχει για θεό του το χρήμα και δε γνωρίζει ούτε πατρίδα ούτε ιστορία ούτε γονιούς ούτε τίποτα, κι έτοιμη η δουλειά!

Έτσι, ακούσαμε χθες το βράδυ στην Ιεράπετρα, στη διάρκεια της συναυλίας της Μελίνας Ασλανίδου, τον Μανόλη Ανδρουλιδάκη να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει, και συγχρόνως να κάνει προπαγάνδα για την «αυτόνομη Κρήτη» και να προβαίνει σ’ έναν ιταμό διαχωρισμό ανάμεσα στο «εδώ» (την Κρήτη) και το «εκεί» (την υπόλοιπη Ελλάδα)!
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, αγαπητέ κατά τα άλλα Μανόλη, τότε θα πρέπει να πάψεις να λες και να παίζεις τραγούδια που προέρχονται από «εκεί» (και μη μου πεις, σε παρακαλώ πολύ, ότι η μουσική είναι μία κι ενώνει τους ανθρώπους, διότι δεν είναι πράμα να επικαλούμαστε κατά περίπτωση τα «ενωτικά» και τα «αποσχιστικά», ανάλογα κάθε φορά με τα φτηνά συμφέροντά μας). Επίσης, θα πρέπει να πάψεις να χρησιμοποιείς τη γλώσσα που χρησιμοποιείται «εκεί», κι ένα σωρό άλλα παρόμοια (το ίδιο θα πρέπει να κάνουν, βέβαια, και όλοι εκείνοι οι Κρητικοί που υποστηρίζουν την «αυτονόμηση», κι ας έρθουν ύστερα να μας πουν τι ωραία που είναι να υπάρχεις δίχως τις προαιώνιες ρίζες και το παρελθόν σου!).

Από το ακροατήριο δεν ακούστηκε η παραμικρή αντίδραση (αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλος ο κόσμος εκεί ήταν σύμφωνος με τις απαράδεκτες παρόλες του Μανόλη Ανδρουλιδάκη). Περιμένω τώρα με πολύ ενδιαφέρον να δω ποια θα είναι η αντίδραση του Δήμου Ιεράπετρας. Θα καταδικάσει τα λόγια του Ανδρουλιδάκη, ή θ’ αφήσει να έρθει για να «ξαναπαίξει» εδώ μετά από οχτώ βδομάδες;

Παρακολουθήστε τώρα το βίντεο που έχω τραβήξει, ώστε να διαπιστώσετε και του λόγου μου το αληθές, και συνεχίζουμε κατόπιν.

Και η επιλογή του «Φιλεντέμ», που είπε πρώτο ο Ανδρουλιδάκης, ασφαλώς δεν ήταν τυχαία. Η «παντρεμένη» του τραγουδιού, εν προκειμένω, είναι η Κρήτη, η οποία έχει «πάρει άντρα» την Ελλάδα κι άντρα δεν έχει. Κι ο νιος που «την αγαπά», παρακαλεί το Θεό να τη φωτίσει ώστε ν’ απαρνηθεί τον άντρα της (την Ελλάδα) και να πάει μαζί της!
Το μόνο που δεν μας είπε ο λαλίστατος μουσικάντης, είναι η εθνικότητα του «ερωτοχτυπημένου νιου», δηλαδή το κράτος που θέλει να χάψει την Κρήτη!…
Κι αμέσως μετά, ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης τραγούδησε τη «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου», στην οποία ως «κακός αφέντης», προφανώς, εννοείται η Ελλάδα, και πάει λέγοντας. – Διότι, πρέπει να τονιστεί, όλοι οι υπέρμαχοι της «αυτόνομης Κρήτης» δεν έχουν άλλο «επιχείρημα», παρεκτός το ότι η Κρήτη αδικείται από την υπόλοιπη Ελλάδα και ζημιώνεται οικονομικά, οπότε πρέπει να αυτονομηθεί για να λύσει το πρόβλημά της!

Η Μελίνα Ασλανίδου φάνηκε να έχει μια δυσκολία στο να παίξει αυτό το άθλιο προπαγανδιστικό παιχνίδι. Στα λόγια που είπε πριν τραγουδήσει ο Ανδρουλιδάκης, κόμπιαζε, με αποτέλεσμα να μην «της βγουν» αβίαστα οι λέξεις «της αυτόνομης Κρήτης». Και, το κυριότερο, αντέδρασε όταν ο Ανδρουλιδάκης είπε «θα παρεμβάλουμε ένα τραγούδι από εκεί [το «εκεί» είναι γι’ αυτόν η Ελλάδα!…]», λέγοντας: «Όχι, θα καταλήξουμε εκεί!»

Συμπέρασμα: Ας συνεχίσουμε να κοιμόμαστε και ν’ αδιαφορούμε, νοιαζόμενοι μόνο για τις «άμεσες ανάγκες» και την καλοπέρασή μας, και θα καλοπεράσουμε για τα καλά όλοι μας, είτε βρισκόμαστε στην Κρήτη, είτε στο Γκρεκιστάν!

Μαργαρίτες, μάγισσες και θησαυροί

Αύγουστος 3, 2010

Αφιερώνεται
στην καλή φίλη
kirkh70

ΔΙΑΛΕΞΕ, ΜΑΓΙΣΣΑ, ΚΑΝΕ ΜΑΣ ΟΛΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ!

Τη μαργαρίτα τη μαδάνε
το μαργαριτάρι όμως το φυλάνε
Η μαργαρίτα ανθίζει λίγες μέρες
ενώ ο μαργαρίτης δε γνωρίζει ξέρες

Εσύ, έχεις μόνο να διαλέξεις

Μια φορά καλή να πεις τις λέξεις
και μια ζωή μετά να λες τις ίδιες,

λύθηκαν τα προβλήματα η Μέρα σου έχει φέξει
οι ώρες σου είναι λαμπρές όσο ποτέ δεν είδες

«Μαργαριτάρια» οι ανέραστοι συνέχεια σπέρνουν
και τα κουφάρια μες στη γης μας αυγαταίνουν
Παίρνουνε φόρα άλογοι ψελλίζουν ανοησίες
ποτέ δεν είν’ υπόλογοι – πληθαίνουν οι κηδείες

Εσύ, έχεις μόνο να διαλέξεις
μαργαρίτα να είσαι για να μαδηθείς
ή μαργαρίτης λαμπερός να ολοχρονιστείς

Ξέρεις τον τρόπο για να κάνεις τους ανθρώπους χοίρους
γυναίκα αφού εγεννήθης -μάγισσα!-
μα τον αφήνεις, γουρούνι και η ίδια να μη γίνεις

Ξέρεις τον τρόπο να κερδάς όλους τους κλήρους
άξια αφού εγεννήθης – αρχόντισσα!
Θα τον προκρίνεις, συνέχεια στο Θαύμα για να δίνεις

Ο ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Μια γλώσσα που κακόπαθε είναι ο εαυτός σου
γεμάτη λέξεις τούρκικες ενετικές βαρβαρικές
καθάρισμα χρειάζεται αν θες να γίνει μπορετό σου
να ζήσεις μέρες όμορφες αγνές δημιουργικές

Κλείσε τ’ αυτιά στους μαλλιαρούς
που όλα τα ισοπεδώνουν
μούντζωσε και τους πονηρούς
που μόνο σε πληγώνουν

Ο εαυτός σου καθαρός
ο πιο μεγάλος θησαυρός.
Στήσ’ το δικό σου ιερό
ώστε ευθύς να πας εμπρός!

Καθάρισε τη γλώσσα σου απ’ τις θολές προσμείξεις
να γίνεις πάλι Πακτωλός και την Πηγή ν’ ανοίξεις.
Αυτοί που σε βρομίζουνε οι πιότεροι δεν ξεύρουν
ενώ σε μαγαρίζουνε πάλι σ’ εσέ προσφεύγουν

Κάνε να φύγει η συμφορά
της δολερής συνήθειας
χάρισε ολούθε τη χαρά
της λαγαρής αλήθειας!

Ο εαυτός σου καθαρός
ο πιο μεγάλος θησαυρός.
Στήσ’ το δικό σου ιερό
ώστε ευθύς να πάμε εμπρός!

Λίγες σκέψεις, με αφορμή την άνανδρη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια

Ιουλίου 19, 2010

«Άνανδρη»! Μα τι λέω;! Ποιον ανδρισμό, ποιο φιλότιμο, ποιαν ανθρωπιά να περιμένουμε πως πρέπει να διαθέτουν οι υπάνθρωποι που έχουν καταλάβει όλες τις θέσεις-κλειδιά της κοινωνίας μας -αλλά και όλων των κοινωνιών του κόσμου-, αυτοί οι ίδιοι που δίνουν τις εντολές για το καθάρισμα οποιουδήποτε τους μπαίνει στο μάτι;

«Κοινωνίας μας»! Μα τι λέω πάλι;! Είναι αυτό το τερατώδες έκτρωμα κοινωνία;; Αστεία πράγματα!! Αυτό, είναι κατά πολύ χειρότερο κι απ’ τη χειρότερη ζούγκλα! Διότι ακόμα και στις ζούγκλες ισχύουν και λειτουργούν κάποιοι απαράβατοι κανόνες οι οποίοι προάγουν και βελτιώνουν τη ζωή, ενώ στο κωλοχανείο που ζούμε εμείς δεν λειτουργεί απολύτως τίποτε, παρά μόνον ο κανόνας των αρχαιόθεν ορκισμένων εχθρών της Ζωής!
Και, για το γεγονός ότι αυτή η «κοινωνία» εξακολουθεί να επιβιώνει και να θριαμβεύει, είμαστε όλοι ανεξαιρέτως συνυπεύθυνοι, άλλος λίγότερο και άλλος περισσότερο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΥΓΕΡΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΓΚΙΟΛΙΑ, ΚΙ ΟΣΟ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΟΤΕΣ, ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΟΛΟΕΝΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΘΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕΙ ΑΥΡΙΟ-ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΚΙ ΕΜΑΣ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΜΜΙΑ ΒΑΡΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΙΝΗΘΟΥΜΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ -ΚΑΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟ, ΦΥΣΙΚΑ- ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑΣ;;

Ένας παλιός μου γείτονας, με τον οποίο μιλούσα χθες το βράδυ, μου είπε ότι το στρατόπεδο του Συκουρίου Λάρισας, απ’ το οποίο η «επαναστατική» οργάνωση 17 Νοέμβρη είχε κλέψει πολεμικό υλικό, ήταν ένα ξέφραγο αμπέλι ήδη από τα χρόνια της χούντας. Κι εγώ, τότε, παρατήρησα: «Μα δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα ένα ξέφραγο αμπέλι;» Ανοιχτά σύνορα, «ανοιχτές κοινωνίες», υπηκοότητες στις στρατιές των κάθε λογής αλλοδαπών, «δημοκρατίες» και «ανθρώπινα δικαιώματα», ιδού οι αμέτρητες κερκόπορτες, απ’ τις οποίες εισρέουν ανεμπόδιστα τα «φτηνά εργατικά χέρια» των πληρωμένων δολοφόνων (στους οποίους παρέχουμε και δωρεάν μια στοιχειώδη ελληνική παιδεία, ώστε να μπορούν να εξαπατούν πιο εύκολα τα θύματά τους), των εμπρηστών για τις προβοκάτσιες σαν αυτή που έγινε στην εβραϊκή συναγωγή των Χανίων και για την πυρπόληση ολόκληρης της Ελλάδας (θυμάστε τι έγινε πριν από τρία χρόνια, και πόσοι συνάνθρωποί μας κάηκαν σαν λαμπάδες;), αλλά και τα ναρκωτικά που θερίζουν τη νεολαία μας σ’ αυτόν τον ατελείωτο ακήρυκτο πόλεμο που μας έχουν εξαπολύσει, και πάει λέγοντας…

«Μα έχουμε δημοκρατία, το τελειότερο πολίτευμα, και αυτά τα φαινόμενα είναι απλώς μερικές δευτερεύουσες αδυναμίες της!» Να τη χαιρόμαστε τη δημοκρατία μας, να χαιρόμαστε και την τιμή που εμείς οι Έλληνες απολαμβάνουμε, ως οι εμπνευστές και πρώτοι διδάξαντες του πολιτεύματος αυτού, χάρη στο οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη χαίρονται τα «αγαθά» της «ελευθερίας», του «σεβασμού των δικαιωμάτων τους» και δε συμμαζεύεται (προσωπικά, φρονώ ότι στην πραγματικότητα ετούτο το «τελειότερο πολίτευμα» κάθε άλλο παρά ελληνικής εμπνεύσεως είναι, αλλ’ αυτό αποτελεί αλλουνού αναγνώσματος αναβαλλόμενο…)!

Κι ένα νεαρό αγόρι, με το οποίο γνωρίστηκα και συνομίλησα χθες, μου εκθείαζε τη δημοκρατικότητα του διαδικτύου. Ναι, έχει δημοκρατικότητα το διαδίκτυο, αλλά δημιουργήθηκε τόσο δημοκρατικό, αποκλειστικά και μόνο προκειμένου «να βγαίνουν όλα τα σαλιγκάρια απ’ τις τρύπες τους και ν’ αποκαλύπτονται οι σκέψεις και τα σχέδιά τους», ώστε να γίνει ευκολότερο το σατανικό έργο των εχθρών της ανθρωπότητας. Κι όσο δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό κι επιμένουμε να μη συντονιζόμαστε, αλλά να κάνουμε ο καθένας μας το κομμάτι του μέσω του διαδικτύου, είμαστε χαμένοι από χέρι! Αυτά, για να μη βαυκαλιζόμαστε ότι τα χιλιάδες αγνά «λουλούδια» που ανθίζουν στο διαδίκτυο μπορούν να επιφέρουν την αλλαγή στην «κοινωνία» λειτουργώντας κατά μόνας, αλλά και, πέρα απ’ το διαδίκτυο, ότι μπορεί να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα όσο εμείς δεν δημιουργούμε άλλου είδους κοινωνικούς πυρήνες.

Παραθέτω και τον σύνδεσμο από τη σχετική ανάρτηση της Ολυμπίας, επειδή την θεωρώ πολύ καλή και αποκαλυπτική, αλλά κι επειδή ακολουθείται από εξόχως ενδιαφέροντα σχόλια.

Υστερόγραφο: Αποφάσισα να βάλω τα συγκεκριμένα χρώματα σ’ ετούτη την ανάρτηση, επειδή τα μαύρα δεν ταιριάζουν στην Ελλάδα.

Η περιπέτειά μου στην Ιεράπετρα, με την ενοικίαση σπιτιού

Ιουλίου 8, 2010

Είχε ο περασμένος Μάιος τέσσερεις, όταν ενοικίασα σπίτι στην Ιεράπετρα, έξω από την κυρίως πόλη. Ανήκε σε μία χαροκαμένη κυρία, η οποία μου δημιούργησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Της έδωσα αμέσως προκαταβολή, κι εκείνη μου είπε: «Δέσαμε, ε;» «Φυσικά και δέσαμε!» της απάντησα εγώ.
Μετά από τρεις μέρες, μου είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να ξοδεύομαι στο ξενοδοχείο. «Έλα από τώρα να κοιμάσαι εδώ. Θα σου δώσω εγώ καθαρά σεντόνια». Έτσι, την επομένη το μεσημέρι ήρθε με το αυτοκίνητό της να με πάρει από το κέντρο της πόλης, και με ανέβασε στο σπίτι. Εκεί, σε μία πυλωτή που υπάρχει δίπλα, είχα ανεβάσει εγώ με ταξί, από την προηγούμενη μέρα, διάφορα πράγματα που είχα είχα βρει και τα οποία πετούσαν τότε από το ίντερνετ καφέ «City», επειδή μεταφερόταν σε άλλο χώρο. Ήταν όλα χρήσιμα, ή τουλάχιστον κατάλληλα για διακόσμηση, και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά καλά βιβλία, σχεδόν ανέπαφα. Όταν τα είδε αυτά η σπιτονοικοκυρά, μου είπε: «Θα μου γεμίσεις το σπίτι με σκουπίδια, ρε Θανάση;» Δείτε σ’ αυτά τα σύντομα βίντεο του λόγου της το αληθές.


Όταν, μετά από δυο-τρεις ακόμα μέρες, έφερε μια συζήτησή μας το θέμα του συμβολαίου, εκείνη μου είπε: «Είναι ανάγκη να κάνουμε συμβόλαιο, μωρέ; Εμείς εδώ έχουμε λόγο!» «Κι εγώ έχω λόγο», της είπα, συμπληρώνοντας ότι έπρεπε να το σκεφτώ αν θα μπορούσα να μείνω χωρίς να έχω συμβόλαιο. Το σκέφτηκα, λοιπόν, και ήμουν έτοιμος να της πω, τη Δευτέρα 10 Μαΐου, ότι δεχόμουν να μείνω χωρίς συμβόλαιο· είχα εκτιμήσει, βλέπετε, την εμπιστοσύνη που θεώρησα πως μου έδειχνε, αφού ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μπαίνει σε μεγαλύτερο κίνδυνο αν κάνει ενοικίαση χωρίς συμβόλαιο. Ωστόσο, ήθελα οπωσδήποτε να έχω στα χέρια μου το συμβόλαιο, ως αποδεικτικό στοιχείο πως είμαι πια μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας και να μη λένε τα χαρτιά μου πως είμαι κάτοικος Αθηνών, κι έτσι της είπα, το μεσημέρι εκείνης της μέρας, πως ήταν ανάγκη να υπογράψουμε συμβόλαιο. Τότε, εκείνη μου απάντησε: «Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς να ξεκουραστείς, και τ’ απόγευμα πάρε τα πράγματά σου και φύγε»! Κι όταν εγώ παρατήρησα ότι αυτή η στάση της ήταν απαράδεκτη, εκείνη επεχείρησε να βγάλει εμένα φταίχτη, λέγοντάς μου: «Έχω χάσει μ’ εσένα και πέντ’-έξι άλλους ενοικιαστές, όλες αυτές τις μέρες»! «’Θελές τα και ’παθές τα, κυρά μου», της φώναξα εγώ, έχοντας βγει απ’ τα ρούχα μου. «Κι όπου στρώνει ο καθένας, κοιμάται! Ας μου έλεγες απ’ την αρχή ξεκάθαρα ότι δεν κάνεις συμβόλαιο, να μη σ’ το δέσμευα το σπίτι!»
Έτσι, την ώρα που έδυε ο ήλιος ζαλώθηκα όσα μπορούσα από τα πράγματά μου κι άρχισα να κατηφορίζω, μ’ όλη την κούραση που κουβαλούσα, προς το κέντρο της πόλης (το σπίτι αυτό ήταν σε προάστιο). Για τα υπόλοιπα, αυτά δηλαδή που η «θαυμάσια» εκείνη κυρία χαρακτήρισε σκουπίδια, την παρακάλεσα να τα αφήσω εκεί μέχρι να βρω άλλο σπίτι. Εκείνη δέχτηκε, προσθέτοντας όμως ότι δεν θα έφερε καμμία ευθύνη εάν τυχόν πάθαιναν τίποτε κάποια ώρα που αυτή θα έλειπε από εκεί. «Φυσικά και δεν φέρετε ευθύνη», της είπα, «φτάνει να μην τα πετάξετε εσείς». Άλλωστε, τα είχα βάλει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να τα δει κανένας περαστικός.
Κατεβαίνοντας, είδα κάποιες όμορφες εικόνες, άκουσα κάποιους ωραίους ήχους, κι αυτά με βοήθησαν να συνέλθω λίγο ψυχολογικά, διότι ετούτο το δυσάρεστο απρόοπτο μου είχε πέσει βαρύ, δεδομένου και του καυτού άλλου προβλήματος που αντιμετώπιζα… Βρήκα, μάλιστα, και τη διάθεση να τραβήξω αυτά εδώ τα βίντεο (ξαπλωμένα, διότι και τα βίντεό μου πέρασαν τη δική τους παιδική αρρώστια…):



Φθάνοντας στη γωνία έξω απ’ το νοσοκομείο, είδα δύο ενοικιαστήρια κολλημένα στο θάλαμο του ΟΤΕ. Το ένα, απ’ τις πληροφορίες που έγραφε, μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον, κι έτσι στάθηκα παρακάτω σ’ ένα καφενείο και τηλεφώνησα αμέσως να μάθω περισσότερα γι’ αυτό που νοικιαζόταν, παρ’ ότι είχα στο σημειωματάριό μου τουλάχιστον άλλους δέκα αριθμούς τηλεφώνου για σπιτάκια που νοικιάζονταν.
«Να έρθω σε πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο να σας πάρω για να το δείτε;» με ρώτησε ο ιδιοκτήτης του. «Και δεν έρχεσθε;» του απάντησα εγώ.
Μόλις ήρθε και μπήκα στο αυτοκίνητό του, ο άνθρωπος αυτός μου είπε: «Πρέπει να ξέρετε, αγαπητέ μου, ότι συμβόλαιο δεν κάνω». Εγώ εκτίμησα το ότι μου το ξεκαθάριζε από την πρώτη στιγμή, κι επειδή φαινόταν απ’ το ενοικιαστήριο ότι το σπίτι θα ήταν καλό, είπα να πάμε να το δω, σκεπτόμενος κιόλας ότι μπορεί να βρισκόταν ένας τρόπος ώστε να έχω και το αποδεικτικό στοιχείο που ήθελα, πως είμαι μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας.
Πήγα, λοιπόν, και το είδα. Ήταν ένα παλάτι σε μικρογραφία, κι αυτό στην εξοχή, μέσα στην ησυχία και τον πεντακάθαρο αέρα, και σε τιμή πολύ καλή. «Το πιάνω!» του είπα αμέσως. Εκείνος, ενώ με κατέβαζε πάλι με το αυτοκίνητό του στην πόλη, με πέρασε από σχολαστική ανάκριση, θέλοντας να μάθει όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε για μένα. Και πολύ σωστά έκανε, αφού εκεί μένει και ο ίδιος με την οικογένειά του, και νοικιάζει κι άλλα δύο σπίτια, οπότε πρέπει να προσέχει διπλά ποιους ανθρώπους βάζει μέσα. Μέχρι και στο ξενοδοχείο όπου έμενα μέχρι τότε πήγε να πάρει πληροφορίες για μένα, μέχρι και το τηλέφωνο της προηγούμενης «καλής» κυρίας μου ζήτησε, για να τη ρωτήσει κι αυτήν!
«Θα σου απαντήσω αύριο», μου είπε τελικά. Και την άλλη μέρα το απόγευμα, ήρθε και ήπιαμε μαζί έναν καφέ στο κέντρο «Waikiki», όπου μου έκανε δεύτερη ανάκριση –μέχρι και το γιατί χώρισα θέλησε να μάθει!– κι εγώ του απαντούσα πρόθυμα σε όλα, σαν να ήμουν ανοιχτό βιβλίο. Και η κατάληξη ήταν να μου πει ότι δεχόταν να μου νοικιάσει το σπίτι.
Λίγη ώρα μετά, έλεγα εγώ, καταχαρούμενος, στην αδελφή μου: «Αδελφούλα μου, κι εδώ επιβεβαιώθηκε το “Κάθε εμπόδιο για καλό”!»
Την άλλη μέρα, πήγα μαζί με τον καινούργιο μου σπιτονοικοκύρη στον ΟΤΕ, για να δηλωθεί η νέα διεύθυνση και να περαστεί στην αίτηση για σύνδεση τηλεφώνου, που εγώ είχα κάνει από την προηγούμενη βδομάδα. Εν συνεχεία ανεβήκαμε στο σπίτι του, όπου του έδωσα ένα μηνιάτικο εγγύηση.
Καθ’ οδόν, επειδή το προηγούμενο σπίτι ήταν πολύ κοντά, περάσαμε από εκεί, για να πάρουμε τα πράγματα που είχα αφήσει και ν’ αδειάσω τον χώρο. Ξέρετε τι βρήκα στο σημείο που τα είχα αφήσει; Τίποτε απολύτως! Μόνο στην μπροστινή πλευρά του οικοπέδου, υπήρχαν διασκορπισμένα τα πιο ευτελή απ’ αυτά τα πράγματα (από τα βιβλία, δεν υπήρχε ούτε ένα). Έτυχε, όμως, να είναι εκεί το ένα από τα δύο παιδιά που είχα γνωρίσει εκεί (είναι αυτά που ακούγονται, και φαίνονται λιγάκι, στα δύο προηγούμενα βίντεο), και στα οποία είχα χαρίσει κάτι απ’ αυτά τα πράγματα. Το ρώτησα τι είχε συμβεί, και μου απάντησε ότι δεν ήξερε. Μάζεψα ό,τι μπορούσα, και φύγαμε. Κι όταν φτάσαμε στου νέου μου σπιτονοικύρη, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν αυτή η κυρία, και άρχισε να μου φωνάζει ότι έκανα το οικόπεδό της ένα σκουπιδαριό!
Στο σπίτι αυτό έμενε ακόμα ένας νεαρός εξάδελφος του ιδιοκτήτη, ο οποίος θα το άδειαζε την άλλη βδομάδα. Κι εγώ, έβγαλα εισιτήριο για να γυρίσω στην Αθήνα, ώστε ν’ αρχίσω να ετοιμάζω τα πράγματά μου, την Κυριακή 16 Μαΐου. Πριν μπω στο λεωφορείο για το Ηράκλειο, του τηλεφώνησα, να τον ρωτήσω αν ήξερε πιο συγκεκριμένα τη μέρα που θα άδειαζε το σπίτι ο ξάδελφός του. «Αύριο», μου απάντησε. Κι έτσι, ανέβηκα σχεδόν πανευτυχής στην Αθήνα, ύστερα από ένα ονειρώδες νυχτερινό ταξίδι με το πλοίο.
Και στις έντεκα μ’ εντεκάμισι το πρωί εκείνης της Δευτέρας που ξημέρωσε, χτύπησε το τηλέφωνο στην Αθήνα. Ήταν ο νέος σπιτονοικοκύρης μου. «Βρε Θανάση», μου είπε, «ρε γαμώ το, ο ξάδελφός μου θέλει να μείνει στο σπίτι άλλους έξι μήνες»!!
Καταλαβαίνετε τι έπαθα; Του μιλούσα κοντά δύο ώρες, πληρώνοντας τα μαλλιοκέφαλά μου στο κινητό, αφού τον ξανακάλεσα εγώ, και του είπα με τον πιο ευγενικό αλλά και αυστηρό τρόπο του κόσμου… και τι δεν του είπα! Του κάκου!…

Και το επόμενο βράδυ, πάλι στο πλοίο για Ηράκλειο και με τελικό προορισμό την Ιεράπετρα, να ψάξω γι’ άλλο σπίτι!
Βρήκα, λοιπόν, κάναμε και συμβόλαιο, συμπάθησα μάλιστα ιδιαίτερα και τη σπιτονοικοκυρά και το σύζυγό της (για τον οποίο έγραψα και δημοσίευσα κι ένα ποίημα…), ανέβηκα πάλι στην Αθήνα, και ύστερα από καμμιά δεκαπενταριά μέρες έφερα δύο διαδοχικά φορτία πράγματα κι εγκαταστάθηκα. «Κάθε εμπόδιο για καλό», έλεγα πάλι.
Και στις αρχές της προηγούμενης βδομάδας, όπως συνάντησα στο δρόμο τη σπιτονοικοκυρά, της είπα ότι με το τρίτο και τελευταίο φορτίο που θα φέρω, θα κατεβάσω και τη γατούλα μου. Αμέσως εκείνη στράβωσε τη μούρη της και μου είπε ότι ο σύζυγός της δεν επιτρέπει ζώα στα σπίτια τους. Αφού της εξήγησα ότι αυτό το πλάσμα δεν κάνει την παραμικρή ζημιά, ούτε λερώνει πουθενά, και είναι σαν να μην υπάρχει μέσα στο σπίτι, είπα ότι θα το συζητούσα και μ’ εκείνον.
Του το συζήτησα την πρώτη ετούτου του μηνός, που έπρεπε να του πληρώσω και το νέο ενοίκιο. «Τι; Να φέρεις γάτα; Λοιπόν, δε θέλω να μου πληρώσεις τίποτ’ άλλο, και βρες άλλο σπίτι, να φύγεις», μου απάντησε! (Μου το διατύπωσε και σαν να μου έκανε χάρη, λες και δεν του είχα πληρώσει ένα ολόκληρο μηνιάτικο για εγγύηση!)

Άρχισα πάλι να ψάχνω για σπίτι. Έχασα δύο που μου άρεσαν πολύ, για λίγες ώρες. Ο ιδιοκτήτης του δεύτερου, όμως, άλλος ένας ωραίος Μιχάλης που πρέπει να προσθέσω στους τέσσερεις Μιχαλιούς που έχω ήδη κάνει φίλους στην Κρήτη, μόλις με άκουσε να του λέω περίλυπος τη φοβερή ταλαιπωρία που έχω υποστεί επί δύο ολόκληρους μήνες με το νοίκιασμα σπιτιού, έδειξε ευαισθησία και φιλότιμο, και μου είπε ότι θα τηλεφωνούσε σε κάποιον γνωστό του που νοικιάζει σπίτια λίγα χιλιόμετρα ανατολικά απ’ την Ιεράπετρα, στον Περιστερά, να τον ρωτήσει αν έχει κανένα άδειο. Με ενημέρωσε, μάλιστα, ότι εκεί θα είναι και πολύ πιο φτηνά. Ύστερα από πέντε λεπτά με κάλεσε στο κινητό και μου είπε: «Γράψε αυτό το τηλέφωνο, πάρε, και πήγαινε»! Ήταν προχθές το απόγευμα στις επτά και δέκα.
Πήγα αμέσως, είδα το σπίτι που είχε ο άνθρωπος εκεί άδειο, μου έκανε, είδα και το υπέροχο περιβάλλον όπου βρίσκεται, δίπλα στη θάλασσα, πλήρωσα εγγύηση, πήρα το κλειδί, και χθες, με το πρώτο χάραμα, ξεκίνησα, παίρνοντας λίγα πράγματα από το σπίτι του «ζωόφιλου» προηγούμενου σπιτονοικοκύρη, για να εγκατασταθώ εκεί. Από τη στιγμή που μπήκα στο αυτοκίνητό μου για να πάω, τραβούσα ασταμάτητα βίντεο, και όταν έφτασα δεν ανέβηκα στο σπίτι, αλλά κλείδωσα το αυτοκίνητο και βγήκα με τα πόδια στο δρόμο, τραβώντας την αυγή που ρόδιζε, κι έπειτα τις κυριολεκτικά παρθένες αμμουδερές παραλίες που υπάρχουν εκεί από κάτω, κι έπειτα μια μεγαλειώδη ανατολή από ένα ύψωμα, κι ύστερα πάλι τις παραλίες που είχαν πια μισοφωτιστεί από τον ήλιο, κι ύστερα όλη τη γύρω περιοχή υπό το άπλετο φως της ημέρας και, τέλος, τον θαυμάσιο, καταπράσινο περιβάλλοντα χώρο της γκαρσονιέρας μου, της τέταρτης και καλύτερης – από όλες μα όλες που είχα δει στην Ιεράπετρα! Όλα αυτά τα βίντεο, με τις απίστευτης ομορφιάς εικόνες τους, θα σας τα δείξω αύριο – εκτός απροόπτου, διότι μου έχει κοπεί και το ίντερνετ κι ό,τι κάνω το κάνω σε ίντερνετ καφέ, πρέπει να καθαρίσω και το νέο μου σπίτι και να κουβαλήσω εκεί τα πράγματά μου, θέλω να δω και τον «Αρχοντοχωριάτη» αύριο, πρέπει να φύγω και για την Αθήνα, να πάω να περιποιηθώ τα μελισσάκια μου!
Όσο για το συμβόλαιο, το έχω ήδη στα χέρια μου! Αυτός ο σπιτονοικοκύρης, ο οποίος δείχνει πολύ καλά σημάδια, το ετοίμασε μόνος του από χθες, το θεώρησε και στην εφορία, και μου το έφερε σήμερα το πρωί!

Και χθες το μεσημέρι, φτάνοντας στο προηγούμενο σπίτι για να μαζέψω κάτι, είδα στο δρόμο τον ιδιοκτήτη του. Τον ενημέρωσα ότι βρήκα άλλο κι ότι θα του το αδειάσω τις επόμενες μέρες, και του είπα ότι θέλω να μου υπογράψει ένα χαρτί, το οποίο να λέει πως φεύγω απ’ το σπίτι του αναγκαστικά, επειδή αυτός δεν επιτρέπει ζώα. Συμφώνησε να μου το υπογράψει, κι αμέσως μετά μου είπε τα εξής ανήκουστα: «Άκου να φέρεις γάτα! Να γεμίσει το σπίτι με τρίχες! Και πού θα χέζει η γάτα;» «Στην άμμο της!» του είπα εγώ. «Α, εσείς οι ενοικιαστές», μου πέταξε με μια φωνή που έσταζε… μέλι, «που ζείτε μες στις τρίχες και τα σκατά των ζώων!» Εγώ συγκρατήθηκα, και του είπα ότι έχω μέσα ένα βαρύ γραφείο και μία βιβλιοθήκη, που δεν μπορώ να τα κατεβάσω μόνος μου. Όταν τα είχα φέρει, με βοήθησε για να τ’ ανεβάσω ένας άλλος ενοικιαστής (έχει φύγει τώρα), ο οποίος είχε ήδη προχωρημένη κήλη. Και τώρα, ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είναι ακμαιότατος και υγιής, μου απάντησε: «Πάρε έναν εργάτη, να τα κατεβάσεις»! «Σε ευχαριστώ για την καλή σου διάθεση!» ήταν η τελευταία μου κουβέντα. Κι εκείνος δεν είπε λέξη.

Σε ευχαριστώ, αγαπημένη μου γατούλα, που με έσωσες από αυτόν τον στενοκέφαλο στριμμένο ιδιοκτήτη!
Και κάθε εμπόδιο για καλό, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά.

Αυτά τα ολίγα έχω τραβήξει για να νοικιάσω σπίτι σ’ ετούτη την υπέροχη πόλη, την οποία αγάπησα και προβάλλω όσο πιο πολύ μπορώ μέσω του διαδικτύου. Υπέροχη πόλη, υπέροχοι και οι άνθρωποι, είχα θεωρήσει τον περασμένο Απρίλιο, τις πρώτες μέρες που πάτησα το πόδι μου εδώ – μέχρι σημείου, μάλιστα, να τηλεφωνώ στην αδελφή μου στην Αθήνα και να της λέω: «Αδελφή, ενώ δεν γνωρίζω κανέναν εδώ, μου φαίνεται πως βρίσκομαι ανάμεσα στην οικογένειά μου!» Κι επακολούθησαν οι οδυνηρές διαψεύσεις, τόσο από τους Ιεραπετρίτες σπιτονοικοκύρηδές μου, όσο και από το άτομο που έγινε αιτία να κουβαληθώ εδώ, και σαν να μην έφταναν αυτά, άρχισαν πολύ γρήγορα κάποιοι άλλοι ντόπιοι να μου λένε τερατώδη ψέματα, να με παρεξηγούν, να με διαβάλλουν, να με πολεμάνε λες και είμαι εχθρός τους, έχουμε και τ’ αντίστοιχα κρούσματα από διαδικτυακούς αγνώστους και φίλους(;), και ο διαβολικός χορός καλά κρατεί.
Ειλικρινά, δεν ξέρω πια τι να πω. Ότι ναι μεν έχουνε κιόλας μαζευτεί τόσοι που με αποκαρδίωσαν, αλλά υπάρχουν και πολλαπλάσιοι άλλοι που με εγκαρδίωσαν –όπως πράγματι συμβαίνει–, οπότε πρέπει να είμαι πολύ ευχαριστημένος; Ή ότι κι αυτοί οι δεύτεροι πρόκειται να με διαψεύσουν με κάποιον παρόμοιο τρόπο στο μέλλον, ο ένας μετά τον άλλο; Ή ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, αφού παντού και πάντοτε οι άριστοι είναι ελάχιστοι; Ειλικρινά, δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα, είναι το ότι άριστοι μπορούμε να είμαστε όλοι οι άνθρωποι, και όχι μόνο κάποιοι ελάχιστοι. Κι όταν βλέπω τόσο εμφαντικά να μην είμαστε όλοι, με πιάνει θλίψη του θανατά, διότι πιστεύω ότι αυτό το χάλι είναι παντελώς αδικαιολόγητο, αληθινά γελοίο.
Ξέρω, όμως, και κάτι άλλο: Ότι οι άριστοι, έστω κι αν είναι ελάχιστοι και σκορπισμένοι στις τέσσερεις γωνιές της Γης, βρίσκουν πάντα τρόπο να βρίσκονται μεταξύ τους. Και ακριβώς αυτή η γνώση μου, είναι που με οπλίζει με αστείρευτη δύναμη κι αισιοδοξία.

Και το χειροπιαστό δεδομένο από όλη αυτή την περιπέτεια, είναι το ανέλπιστα αίσιο τέλος της.
Αλλά γιατί, άραγε, να βρήκε ένα τόσο αίσιο τέλος, γιατί να μου ήρθε αυτό το εξ ουρανού δώρο; Μήπως έχω το κοκκαλάκι της νυχτερίδας; Μήπως γέννησα κανένα χρυσό αυγό;
Μήπως είμαι υπεράνθρωπος;
Όχι, βέβαια!
Τότε;
Απλούστατα, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, μου ήρθε αυτό το μεγάλο δώρο ως ανταμοιβή, επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στις αρχές της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, του ήθους, του άδολου έρωτος με την κάθε έννοιά του – επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στην πραγματική ανθρωπιά, γι’ αυτό συνωμότησε άλλη μία φορά το σύμπαν για λογαριασμό μου.
Παρ’ όλο που φαίνεται τρελό και ακατόρθωτο, είναι τόσο απλό, σας μιλάω εν τιμή. Γιατί να μην το καταφέρουμε όλοι μας;

Σας χαιρετώ με ένα βίντεο, τραβηγμένο κι αυτό στις 10 Μαΐου, λίγη ώρα μετά από τα άλλα που σας έδειξα. Το βάζω εδώ, γιατί πιστεύω πως ταιριάζει απόλυτα.

74 χρόνια από τη γέννηση του αθάνατου Νίκου Ξυλούρη

Ιουλίου 7, 2010

Λένε πως ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε
εκεί ψηλά στ’ Ανώγεια
την έβδομη μέρα του έβδομου μήνα
-ανήμερα της Αγίας Κυριακής-
του έτους 1936…
Και λένε, ακόμα, ότι απόθανε
πριν από τριάντα χρόνια.

Αστεία πράματα!

Ο Νικόλας ο Ξυλούρης γεννήθηκε
-γεια σου ρε Προπαππούλη μου, Μικρασιάτη!-
την ίδια μέρα που γεννήθηκε η Ελλάδα
και θα πεθάνει κάποτε,
την ίδια πάλι μέρα
που και η Ελλάδα θ’ αποθάνει
– δηλαδή, ποτέ.







«Στου βούρκου μέσα τα νερά
πιάνω όσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά».

Άσ’ τους να σ’ το ζητάνε, ρε Νικόλα!
Μέχρι εκεί τους κόβει, μέχρι εκεί φτάνει η καρδιά τους!
Κράτα όμως Εσύ, κράτα γερά, Αρχάγγελέ μας,
να παίρνουμε δύναμη κι εμείς!

Δίκην υστερογράφου:
Η αφιέρωση ετούτη στον Αρχάγγελο Νικόλα είναι πολύ βιαστική κι ελλιπής, διότι όλος ο χρόνος μου τις δύο-τρεις τελευταίες μέρες αφιερωνόταν στην ανεύρεση άλλου -τέταρτου!- σπιτιού για να νοικιάσω στην Ιεράπετρα. Ευτυχώς, (και) αυτή η παλαβή ταλαιπωρία μου βρήκε χθες το αισιότατον τέλος της, και τώρα είμαι υπό μετακόμιση.
Αύριο θα σας ενημερώσω λεπτομερώς για τη δίμηνη αυτή περιπέτειά μου, διότι πιστεύω ότι έχει γενικότερο ενδιαφέρον, και για μεθαύριο σας έχω μαγευτικά βίντεο από τον καταπληκτικό τόπο της νέας οικίας μου. Όσο για τους Δαιμονισμένους των καιρών μας, για τους οποίους είχα πει ότι θα χαράμιζα την καινούργια ανάρτησή μου, ας περιμένουν λίγες μέρες, δε χάθηκε ο κόσμος – κι άλλωστε, ούτε θα τα καταφέρουν ποτέ οι ίδιοι να τον αφανίσουν, παρεκτός απ’ τον εαυτό τους!

Πουλιά: Η επιτομή της αντίφασης

Ιουλίου 2, 2010

Αφιερωμένο,
με το τετράφυλλο δάκρυ μου,

στην Ψυχή μου
που είπε το τετράφυλλο «ΝΑΙ»

OWNER OF A LONELY HEART

Move yourself
You always live your life
Never thinking of the future
Prove yourself
You are the move you make
Take your chances win or lose her

See yourself
You are the steps you take
You and you – and that’s the only way

Shake shake yourself
You’re every move you make
So the story goes

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Say you don’t want to chance it
You’ve been hurt so before

Watch it now
The eagle in the sky
How he dancin’ one and only
You lose yourself
No not for pity’s sake
There’s no real reason to be lonely
Be yourself
Give your free will a chance
You’ve got to want to succeed

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

After my own indecision
They confused me so
My love said never question your will at all
In the end you’ve got to go
Look before you leap
And don’t you hesitate at all – no no
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Sooner or later each conclusion
Will decide the lonely heart
It will excite it will delight
It will give a better start

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Just receive it

Owner of a lonely heart

Παράξενα πλάσματα που είναι τα πουλιά!

Λεύτερα θένε να πετάνε, μα πόσα ζουν μες στα κλουβιά!

Κάποια άλλα, πάλι, που όντως λεύτερα την περνάνε,
πώς αίφνης μες στη φάκα πιάνονται, τα ξέφτερα!

Άλλα ζητούν τον ουρανό με τ’ άστρα
και φυλακίζονται σε θεοσκότεινα κι αραχνιασμένα κάστρα.

Άλλα σου κελαηδούνε ήμερα έτσι, που λες «Δοξάζω Σε, ω Αμέρα«,
κι άλλα τ’ ακούς και θέλεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα!

Άλλα, ζευγάρια μια ζωή σωστά παιδιά ανασταίνουν
κι άλλα χωρίζουν παρευθύς και όλα τα δεινά παθαίνουν.

Άλλα τη βγάζουν στο χιονιά κι απ’ τη μητρίδα δεν κουνάνε,
κι άλλα ως καιροσκόποι της στιγμής εδώ κι εκεί γυρνάνε.

Άλλα, ποτέ δε λεν για δεύτερη φορά τον ίδιο το σκοπό
και πεθαίνουν μόλις τα κλείσουν σε κλουβί,
κι άλλα παπαγαλίζουν ξανά και ξανά μια βλακεία
που τους πέταξε κάποιος πονηρόβλακας
και δεν μπορούνε ούτε μια μέρα να ζήσουν
εάν τ’ αφήσεις λεύτερα έξω απ’ τα κρατητήρια.

Άλλα διανυκτερεύουν πάνω σε βράχους απρόσιτους καθάριους,
κι άλλα κοιμούνται, μα μεγαλώνουνε και τα παιδιά τους,
μέσα στα ίδια τα σκατά τους.

Άλλα διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτό που τα ενδιαφέρει,
ζυγίζουν άσφαλτα την απόσταση κι αμέσως εφορμάνε,
κι άλλα καθίζουν σαν τα κούτσουρα όλο στα ίδια μέρη,
με το όσα δε φτάνει η αλεπού τη ζήση να περνάνε.

Άλλα ποτέ τον υψηλό τους το σκοπό δε λησμονάνε
μ’ όλες τις δυσκολίες, πάντα ένα «ΝΑΙ» σου απαντάνε,
κι άλλα στο φθόνο στη μιζέρια στην κακία όλο βουτάνε
θέλοντας να πετάξουνε, τους βούρκους προσκυνάνε.

Άλλα τρώνε μονάχα φυτικούς καρπούς,
αφήνοντας καθώς πετούν τους σπόρους σε άλλους τόπους
και μεταλαμπαδεύοντας έτσι τη Ζωή,
κι άλλα σιτίζονται αποκλειστικά με σκουλήκια
που βρίσκουν μες στις λάσπες.

Άλλα ζούνε περήφανα στη φαινομενική μοναξιά τους,
αποδεχόμενα τους κινδύνους που φέρνει τούτη η επιλογή τους
και ορίζοντας σοφά ποια θα ‘ναι η τροφή τους,
και άλλα υπάρχουν μόνο μέσα σε αγέλες,
κράζοντας αποκρουστικά και καυγαδίζοντας ωσάν τρελές κοπέλες
για το ποιο θα πρωτοφάει όποιο σκουπίδι βρεθεί μπροστά τους.
Κι εκεί που σκοτώνονται συναμετάξυ τους για μια ξερομπουκιά,
τσουπ! ένα σπουργιτάκι, την αρπάζει και τους αφήνει γεια.

Άλλα τα πιάνει στο δεντρί η γάτα μες στη νύχτα,
και άλλα σε σχήματα πετούν κι εγείρεσαι απ’ τη νύστα!

Αλλά το πιο οδυνηρό, το πιο φρικτό στ’ αλήθεια,
είναι μ’ εκείνα που αρέσκονται να πέφτουν στη συνήθεια.
Κι έχει η συνήθεια αμέτρητες παγίδες-προσωπεία,
και την πατάνε όσα πουλιά δε δίνουνε τη δέουσα σημασία.
Τότε πετάει χάνεται, άφαντο το πουλάκι,
και μένει εκειό το ανόητο θλιμμένο μπουκαλάκι.
Ή τρέχει φεύγει ο καιρός -γιατί να περιμένει;-,
τ’ άμυαλο αφήνοντας πουλί σκασμένο να ασθμαίνει.

Άλλα, τέλος, πιάνονται σαν κουτορνίθια στις ιξόβεργες των Ικσώς,
άλλα βλέπουνε άνθρωπο και γίνονται καπνός,
κι άλλα εισέρχονται στους χώρους τους προσεκτικά,
παίρνουν από αυτούς ό,τι έχουν να τους δώσουν
και συνεχίζουνε να ζουν ελεύθερα,
διδάσκοντας ότι πάντα υπάρχει και βρίσκεται μια χρυσή τομή,
αρκεί να θελήσουμε να τη βρούμε
και, ό,τι απαιτείται επ’ αυτού, να το πράξουμε.

SIBERIAN KHATRU

Sing, bird of prey;
Beauty begins at the foot of you. Do you believe the manner?
Gold stainless nail,
Torn through the distance of man
As they regard the summit.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right on over my head.

How does she sing?
Who holds the ring? And ring and you will find me coming.
Cold reigning king,
Hold all the secrets from you
As they produce the movement.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right over the outboard, river,
Bluetail, tailfly,
Luther, in time.

Hold down the window;
Hold out the morning that comes into view.
Warm side, the tower;
Green leaves reveal the heart spoken Khatru.

Gold stainless nail,
Torn through the distance of man as they regard the summit.
Cold reigning king,
Shelter the women that sing
As they produce the movement.
River running right on over,
Then over my head.                                      Outboard, river.

Bluetail, tailfly,
Luther, in time,
Suntower, asking,
Cover, lover,
June cast, moon fast,
As one changes,
Heart gold, leaver,
Soul mark, mover,
Christian, changer,
Called out, saviour,
Moon gate, climber,
Turn round, glider.

Σου δίνω αυτό το τραγούδι σε δύο βίντεο, Ψυχή μου, για να το ακούς απ’ το πρώτο, που όμως δεν έχει τίποτε από εικόνες, και συγχρόνως να απολαμβάνεις τις ταιριαστές, υπέροχες εικόνες απ’ το δεύτερο, που όμως δεν έχει το τραγούδι σε καλή εκτέλεση, και γι’ αυτό μηδένιζε σε αυτό την ένταση του ήχου, ώστε να το ακούς απ’ το πρώτο.


ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ… ΜΙΑ ΖΩΗ… ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ιουνίου 29, 2010

…ΚΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΘΕΟΙ!
Μ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕ,
ΤΑ ΧΕΣΜΕΝΑ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕΝΑ!

ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ…
ΜΙΑ ΖΩΗ
ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΩΣ ΠΟΛΙΤΕΣ
ΩΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ
ΩΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
ΩΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
-ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟ; ΤΡΩΓΕΤΑΙ;-

ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΣΠΑΜΕ
ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΛΑΜΠΟΓΥΑΛΟ

ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΕΣΑΕΙ
ΣΤΟΥ ΗΣΑΪΑ ΕΝΑ ΡΟΓΧΩΔΗ ΧΟΡΟ ΣΥΡΜΕΝΟΙ!

ΚΑΠΟΥ-ΚΑΠΟΥ,
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΕΣ ΚΛΕΦΤΕΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΛΩΠΟΔΥΤΕΣ,
ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ!

ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ,
ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΚΩΛΥΣΙΕΡΓΟΥΜΕ
ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΤΣΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΤΥΒΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ,
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΑΠ’ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ!

ΚΑΙ ΠΟΤΕ, ΜΑ ΠΟΤΕ
ΔΕΝ ΚΑΘΙΣΑΜΕ ΣΟΒΑΡΑ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ
ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΩΣΤΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ Ν’ ΑΝΤΙΣΤΑΘΟΥΜΕ,
ΜΟΡΦΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΞΩ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΟΥ ΒΛΑΣΤΗΜΟΥΜΕ,
ΚΑΘΟΣΟΝ ΕΤΣΙ ΜΑΣ ΥΠΑΓΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ «ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΑΣ»
ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ ΜΑΣ ΗΓΕΤΕΣ!

…ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΜΑΣ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ
ΜΑΣ ΜΑΥΡΙΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ
ΜΑΣ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ ΜΕ ΧΙΛΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ
ΜΑΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΟΥΝ Ο,ΤΙ ΖΩΤΙΚΟ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ
ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΙΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ
ΠΟΥ ΓΑΙΑ ΘΕΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ…
ΝΑ ΜΑΣ ΣΕΒΟΝΤΑΙ
ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ
ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
ΝΑ ΑΓΑΠΙΟΜΑΣΤΕ
ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

…ΕΝΩ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΑΞΥΠΝΗΤΟ, ΟΠΟΤΕ:
ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΟΥΝ ΤΑ ΟΡΝΕΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ
ΑΠΟΚΤΗΝΩΝΟΥΝ ΟΙ ΤΕΡΑΤΟΠΟΙΟΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΟΜΑΣΤΕ
ΑΓΕΛΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΕΡΠΕΤΟΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ
ΚΑΤΑΤΡΩΓΟΥΝ ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΟΥΝ ΤΑ ΦΙΔΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ
ΣΑΡΑΚΩΝΟΥΝ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΡΕΦΕΙ

ΚΙ ΟΛΟΕΝΑ ΕΚΛΙΠΑΡΟΥΜΕ:
«ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ, ΕΛΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙΣ!»
ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ, ΑΠΟΡΟΥΜΕ:
«ΜΑ ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΓΙΝΑΝΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΟΙ ΚΟΠΟΙ;»,
ΑΔΙΑΚΟΠΑ ΓΛΕΝΤΟΚΟΠΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ
ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΜΠΑΛΛΟΥΣ!!



Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη, τροφή και προστασία
Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ω τα παιδιά αυτού του κόσμου
Χλωμά τρελά και κουρασμένα
παίρνουν το δρόμο για τη μητέρα
κι εγώ ξαναγυρνώ σ’ εσένα

Μετά τη συγκέντρωση που είχε γίνει μπροστά από το δημαρχείο της Ιεράπετρας κατά την απεργία της 5ης Μαΐου, έγινε και πορεία, την οποία ακολούθησα κι εγώ. Περπατούσα μόνος, άγνωστος ανάμεσα σε όλους τους άλλους διαδηλωτές, και μερικές φορές, ακούγοντας κάποιο σύνθημα που λεγόταν απ’ την «ντουντούκα» στην κεφαλή της πορείας, μου ερχόταν «έμπνευση», άλλαζα μια-δυο λέξεις δίνοντάς του διαφορετικό περιεχόμενο και, μόλις έπεφτε λίγη ησυχία, το φώναζα μία φορά.
Παραθέτω εδώ αυτά τα συνθήματα που «διασκεύασα», γράφοντας πρώτα το αρχικό και από κάτω τη δική μου «διασκευή», με γαλάζιο χρώμα στα γράμματα. Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον.

ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ!
Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ!

ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ!
Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΟΠΑΛΗ!

ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ!
ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ «Δεν Νοώ Τι»!

ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ Η ΚΡΙΣΗ, ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ Η ΛΥΣΗ!
ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ Η ΚΡΙΣΗ, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΛΥΣΗ!

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΠΙΟ ΦΤΩΧΟ!
Κι εγώ, προσέθεσα το εξής:
ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΑΣΟΚ, ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟ ΑΛΛΟ ΣΟΚ!

ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ!
ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΡΟΤΙΔΑ!

Και ύστερα, όταν πήγα στο ξενοδοχείο όπου έμενα, σκέφτηκα ετούτα εδώ:
Γιατί κανένας άλλος από τους περίπου διακόσιους διαδηλωτές δεν έβγαλε ούτε ένα διαφορετικό σύνθημα, ούτε μία παραλλαγή πάνω σ’ εκείνα που ακούστηκαν απ’ την ντουντούκα;
Βρείτε την απάντηση μόνοι σας.
Εγώ θα σας πω μόνο, πληροφοριακά, ότι όλοι οι συμμετέχοντες στην πορεία κουβέντιαζαν διαρκώς μεταξύ τους, λες και είχαν χρόνια να ιδωθούν κι έπρεπε όλα να τα πουν εκείνη την ώρα, ενώ εγώ ήμουν (εξωτερικά) μόνος και σποραδικά, μονάχα, αντήλλασσα λίγα φιλικά λόγια με τους άγνωστους σ’ εμένα συνδιαδηλωτές.
Και κάτι άλλο: Ενώ είχα συνεχώς το μυαλό μου σ’ Εσένα, το είχα συγχρόνως ελεύθερο και ενδιαφερόμενο για ό,τι συνέβαινε στην πορεία.

Απεργούν τα χέρια μας
εφημερεύουνε τα σάπια τα μαχαίρια μας.
Απεργούνε τα μυαλά μας
θεριεύουνε τα εμπόδιά μας

Να βάζουμε εμπόδια μπροστά μας
αυτό είναι τ’ αγαπημένο άθλημά μας.
Κοτρώνες άχρηστες παντού στο πέρασμά μας
για επίδειξη να ‘χουμε ύστερα τα δεινά μας

Επίδειξη απόδειξη φθοράς και αγγαρεία
οινόποση κατάνυξη φορά στην αφασία
αντίσταση εξέγερση έρημος απραξία
υπόδειξη απώθηση προβλήματ’ απορία

Προβλήματα ένα σωρό – Προβλήματα ένα σωρό
μαθήματα ποτέ, θαρρώ
μαθήματα ποτέ, θαρρώ

Ο καθένας από μας, μια βιομηχανία παραγωγής προβλημάτων
για ιδία κατανάλωση κι εξαγωγή, προς άγραν νέων πτωμάτων

Εισαγωγέας το λοιπόν εγίνηκα κι εγώ
αλλότριων προβλημάτων
άδειο σακί με βλέπουνε να το γεμίσουνε ποθούν
με χάρτη των αποπάτων

Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια
-μάτσο μου δοθήκαν οι ευκαιρίες
μάτσο και οι κλοτσιές μου στις σταδιοδρομίες-
πάντα μας νοιάζοναι τα «φιλικά» τελώνια!

Πριν από χρόνια -τριάντα ήταν κι αυτά, κοντά!- με είπε κάποιος νεκροθάφτη, για να μ’ ευχαριστήσει, προφανώς (τι μου θυμίζει, απ’ του Ιούνη ετούτου τις μέρες, τι μου θυμίζει, από της Κρήτης ετούτες τις ξέρες!…), επειδή μονάχα εγώ στην «πιάτσα» της τότε δουλειάς μου, εκτός του ότι έδινα τις υψηλότερες αμοιβές στους συνεργάτες μου, τους ασφάλιζα κιόλας για την περίπτωση που πάθαιναν ατύχημα εν ώρα εργασίας.
Και κάποιο απ’ τα «μεγάλα αφεντικά» στη δουλειά εκείνο τον καιρό, μου τηλεφώνησε μιαν αποφράδα μέρα για να μου πει ετούτα εδώ τα λόγια: «Θανάση, ο αλήτης σου δεν ήρθε!»
Μόνο που αυτός ο «αλήτης μου» -καθώς δεν απεργούσε- είχε πέσει με το μηχανάκι και είχε σπάσει το κεφάλι του πηγαίνοντας σ’ ετούτο το αφεντικό, ν’ αρχίσει τη δουλειά του.
Ευτυχώς, έγινε καλά -να ζήσεις σαν τα ψηλά τα όρη του Μωριά, ρε Γιώργη μου!- και αποζημιώθηκε χάρη στην ασφάλιση που είχα φροντίσει να κάνω για τα παιδιά με τα οποία συνεργαζόμουν. – Βλέπετε, ουδέποτε στη ζωή μου υπήρξα «μπαχαλάκιας» – και γι’ αυτό, προφανώς, δεν έβγαλα ποτέ μου λεφτά.
Και μιαν άλλη φορά, που ήμουν μαζί με την πρώην σύζυγό μου, το ίδιο αυτό αφεντικό με φιλοδώρησε πάλι με μια παρόμοια προσβολή, και είδα τη σύζυγό μου ν’ αγριεύει αμέσως και να είναι έτοιμη να του ορμήσει. Αργότερα, όταν πήγαμε στο σπίτι, μου είπε: «Μου ήρθε ν’ αρπάξω το ταμπλό που υπήρχε δίπλα και να του το φορέσω κολάρο!» Ήταν ακόμα η εποχή που η ευλογημένη θερμοκοιτίδα μου δεν απεργούσε ως άνθρωπος.

Και να που τώρα βρέθηκα να είμαι νεκροθάφτης προβλημάτων!
Ένα-ένα, ρε παιδιά! Μη σπρώχνεστε, όλα θα πάρετε!
Στη σειρά, για χάρη σας, ανοίγω εγώ τους λάκκους!
Ολημερίς κι ολονυχτίς με την αξίνα της ζωής μου σκάβω
και κανένα σας δε θ’ αφήσω παραπονεμένο!
Μονάχα επιτρέψτε μου Ανάσα μια να πάρω ο καημένος,
και μην ανησυχείτε,

ΔΕΝ ΑΠΕΡΓΩ ΠΟΤΕ ΕΓΩ!

«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!