Archive for the ‘Ο σοφός ο οικιστής ο γεωμέτρης που αλήθεια είμαι’ Category

Η περιπέτειά μου στην Ιεράπετρα, με την ενοικίαση σπιτιού

Ιουλίου 8, 2010

Είχε ο περασμένος Μάιος τέσσερεις, όταν ενοικίασα σπίτι στην Ιεράπετρα, έξω από την κυρίως πόλη. Ανήκε σε μία χαροκαμένη κυρία, η οποία μου δημιούργησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Της έδωσα αμέσως προκαταβολή, κι εκείνη μου είπε: «Δέσαμε, ε;» «Φυσικά και δέσαμε!» της απάντησα εγώ.
Μετά από τρεις μέρες, μου είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να ξοδεύομαι στο ξενοδοχείο. «Έλα από τώρα να κοιμάσαι εδώ. Θα σου δώσω εγώ καθαρά σεντόνια». Έτσι, την επομένη το μεσημέρι ήρθε με το αυτοκίνητό της να με πάρει από το κέντρο της πόλης, και με ανέβασε στο σπίτι. Εκεί, σε μία πυλωτή που υπάρχει δίπλα, είχα ανεβάσει εγώ με ταξί, από την προηγούμενη μέρα, διάφορα πράγματα που είχα είχα βρει και τα οποία πετούσαν τότε από το ίντερνετ καφέ «City», επειδή μεταφερόταν σε άλλο χώρο. Ήταν όλα χρήσιμα, ή τουλάχιστον κατάλληλα για διακόσμηση, και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά καλά βιβλία, σχεδόν ανέπαφα. Όταν τα είδε αυτά η σπιτονοικοκυρά, μου είπε: «Θα μου γεμίσεις το σπίτι με σκουπίδια, ρε Θανάση;» Δείτε σ’ αυτά τα σύντομα βίντεο του λόγου της το αληθές.


Όταν, μετά από δυο-τρεις ακόμα μέρες, έφερε μια συζήτησή μας το θέμα του συμβολαίου, εκείνη μου είπε: «Είναι ανάγκη να κάνουμε συμβόλαιο, μωρέ; Εμείς εδώ έχουμε λόγο!» «Κι εγώ έχω λόγο», της είπα, συμπληρώνοντας ότι έπρεπε να το σκεφτώ αν θα μπορούσα να μείνω χωρίς να έχω συμβόλαιο. Το σκέφτηκα, λοιπόν, και ήμουν έτοιμος να της πω, τη Δευτέρα 10 Μαΐου, ότι δεχόμουν να μείνω χωρίς συμβόλαιο· είχα εκτιμήσει, βλέπετε, την εμπιστοσύνη που θεώρησα πως μου έδειχνε, αφού ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μπαίνει σε μεγαλύτερο κίνδυνο αν κάνει ενοικίαση χωρίς συμβόλαιο. Ωστόσο, ήθελα οπωσδήποτε να έχω στα χέρια μου το συμβόλαιο, ως αποδεικτικό στοιχείο πως είμαι πια μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας και να μη λένε τα χαρτιά μου πως είμαι κάτοικος Αθηνών, κι έτσι της είπα, το μεσημέρι εκείνης της μέρας, πως ήταν ανάγκη να υπογράψουμε συμβόλαιο. Τότε, εκείνη μου απάντησε: «Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς να ξεκουραστείς, και τ’ απόγευμα πάρε τα πράγματά σου και φύγε»! Κι όταν εγώ παρατήρησα ότι αυτή η στάση της ήταν απαράδεκτη, εκείνη επεχείρησε να βγάλει εμένα φταίχτη, λέγοντάς μου: «Έχω χάσει μ’ εσένα και πέντ’-έξι άλλους ενοικιαστές, όλες αυτές τις μέρες»! «’Θελές τα και ’παθές τα, κυρά μου», της φώναξα εγώ, έχοντας βγει απ’ τα ρούχα μου. «Κι όπου στρώνει ο καθένας, κοιμάται! Ας μου έλεγες απ’ την αρχή ξεκάθαρα ότι δεν κάνεις συμβόλαιο, να μη σ’ το δέσμευα το σπίτι!»
Έτσι, την ώρα που έδυε ο ήλιος ζαλώθηκα όσα μπορούσα από τα πράγματά μου κι άρχισα να κατηφορίζω, μ’ όλη την κούραση που κουβαλούσα, προς το κέντρο της πόλης (το σπίτι αυτό ήταν σε προάστιο). Για τα υπόλοιπα, αυτά δηλαδή που η «θαυμάσια» εκείνη κυρία χαρακτήρισε σκουπίδια, την παρακάλεσα να τα αφήσω εκεί μέχρι να βρω άλλο σπίτι. Εκείνη δέχτηκε, προσθέτοντας όμως ότι δεν θα έφερε καμμία ευθύνη εάν τυχόν πάθαιναν τίποτε κάποια ώρα που αυτή θα έλειπε από εκεί. «Φυσικά και δεν φέρετε ευθύνη», της είπα, «φτάνει να μην τα πετάξετε εσείς». Άλλωστε, τα είχα βάλει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να τα δει κανένας περαστικός.
Κατεβαίνοντας, είδα κάποιες όμορφες εικόνες, άκουσα κάποιους ωραίους ήχους, κι αυτά με βοήθησαν να συνέλθω λίγο ψυχολογικά, διότι ετούτο το δυσάρεστο απρόοπτο μου είχε πέσει βαρύ, δεδομένου και του καυτού άλλου προβλήματος που αντιμετώπιζα… Βρήκα, μάλιστα, και τη διάθεση να τραβήξω αυτά εδώ τα βίντεο (ξαπλωμένα, διότι και τα βίντεό μου πέρασαν τη δική τους παιδική αρρώστια…):



Φθάνοντας στη γωνία έξω απ’ το νοσοκομείο, είδα δύο ενοικιαστήρια κολλημένα στο θάλαμο του ΟΤΕ. Το ένα, απ’ τις πληροφορίες που έγραφε, μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον, κι έτσι στάθηκα παρακάτω σ’ ένα καφενείο και τηλεφώνησα αμέσως να μάθω περισσότερα γι’ αυτό που νοικιαζόταν, παρ’ ότι είχα στο σημειωματάριό μου τουλάχιστον άλλους δέκα αριθμούς τηλεφώνου για σπιτάκια που νοικιάζονταν.
«Να έρθω σε πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο να σας πάρω για να το δείτε;» με ρώτησε ο ιδιοκτήτης του. «Και δεν έρχεσθε;» του απάντησα εγώ.
Μόλις ήρθε και μπήκα στο αυτοκίνητό του, ο άνθρωπος αυτός μου είπε: «Πρέπει να ξέρετε, αγαπητέ μου, ότι συμβόλαιο δεν κάνω». Εγώ εκτίμησα το ότι μου το ξεκαθάριζε από την πρώτη στιγμή, κι επειδή φαινόταν απ’ το ενοικιαστήριο ότι το σπίτι θα ήταν καλό, είπα να πάμε να το δω, σκεπτόμενος κιόλας ότι μπορεί να βρισκόταν ένας τρόπος ώστε να έχω και το αποδεικτικό στοιχείο που ήθελα, πως είμαι μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας.
Πήγα, λοιπόν, και το είδα. Ήταν ένα παλάτι σε μικρογραφία, κι αυτό στην εξοχή, μέσα στην ησυχία και τον πεντακάθαρο αέρα, και σε τιμή πολύ καλή. «Το πιάνω!» του είπα αμέσως. Εκείνος, ενώ με κατέβαζε πάλι με το αυτοκίνητό του στην πόλη, με πέρασε από σχολαστική ανάκριση, θέλοντας να μάθει όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε για μένα. Και πολύ σωστά έκανε, αφού εκεί μένει και ο ίδιος με την οικογένειά του, και νοικιάζει κι άλλα δύο σπίτια, οπότε πρέπει να προσέχει διπλά ποιους ανθρώπους βάζει μέσα. Μέχρι και στο ξενοδοχείο όπου έμενα μέχρι τότε πήγε να πάρει πληροφορίες για μένα, μέχρι και το τηλέφωνο της προηγούμενης «καλής» κυρίας μου ζήτησε, για να τη ρωτήσει κι αυτήν!
«Θα σου απαντήσω αύριο», μου είπε τελικά. Και την άλλη μέρα το απόγευμα, ήρθε και ήπιαμε μαζί έναν καφέ στο κέντρο «Waikiki», όπου μου έκανε δεύτερη ανάκριση –μέχρι και το γιατί χώρισα θέλησε να μάθει!– κι εγώ του απαντούσα πρόθυμα σε όλα, σαν να ήμουν ανοιχτό βιβλίο. Και η κατάληξη ήταν να μου πει ότι δεχόταν να μου νοικιάσει το σπίτι.
Λίγη ώρα μετά, έλεγα εγώ, καταχαρούμενος, στην αδελφή μου: «Αδελφούλα μου, κι εδώ επιβεβαιώθηκε το “Κάθε εμπόδιο για καλό”!»
Την άλλη μέρα, πήγα μαζί με τον καινούργιο μου σπιτονοικοκύρη στον ΟΤΕ, για να δηλωθεί η νέα διεύθυνση και να περαστεί στην αίτηση για σύνδεση τηλεφώνου, που εγώ είχα κάνει από την προηγούμενη βδομάδα. Εν συνεχεία ανεβήκαμε στο σπίτι του, όπου του έδωσα ένα μηνιάτικο εγγύηση.
Καθ’ οδόν, επειδή το προηγούμενο σπίτι ήταν πολύ κοντά, περάσαμε από εκεί, για να πάρουμε τα πράγματα που είχα αφήσει και ν’ αδειάσω τον χώρο. Ξέρετε τι βρήκα στο σημείο που τα είχα αφήσει; Τίποτε απολύτως! Μόνο στην μπροστινή πλευρά του οικοπέδου, υπήρχαν διασκορπισμένα τα πιο ευτελή απ’ αυτά τα πράγματα (από τα βιβλία, δεν υπήρχε ούτε ένα). Έτυχε, όμως, να είναι εκεί το ένα από τα δύο παιδιά που είχα γνωρίσει εκεί (είναι αυτά που ακούγονται, και φαίνονται λιγάκι, στα δύο προηγούμενα βίντεο), και στα οποία είχα χαρίσει κάτι απ’ αυτά τα πράγματα. Το ρώτησα τι είχε συμβεί, και μου απάντησε ότι δεν ήξερε. Μάζεψα ό,τι μπορούσα, και φύγαμε. Κι όταν φτάσαμε στου νέου μου σπιτονοικύρη, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν αυτή η κυρία, και άρχισε να μου φωνάζει ότι έκανα το οικόπεδό της ένα σκουπιδαριό!
Στο σπίτι αυτό έμενε ακόμα ένας νεαρός εξάδελφος του ιδιοκτήτη, ο οποίος θα το άδειαζε την άλλη βδομάδα. Κι εγώ, έβγαλα εισιτήριο για να γυρίσω στην Αθήνα, ώστε ν’ αρχίσω να ετοιμάζω τα πράγματά μου, την Κυριακή 16 Μαΐου. Πριν μπω στο λεωφορείο για το Ηράκλειο, του τηλεφώνησα, να τον ρωτήσω αν ήξερε πιο συγκεκριμένα τη μέρα που θα άδειαζε το σπίτι ο ξάδελφός του. «Αύριο», μου απάντησε. Κι έτσι, ανέβηκα σχεδόν πανευτυχής στην Αθήνα, ύστερα από ένα ονειρώδες νυχτερινό ταξίδι με το πλοίο.
Και στις έντεκα μ’ εντεκάμισι το πρωί εκείνης της Δευτέρας που ξημέρωσε, χτύπησε το τηλέφωνο στην Αθήνα. Ήταν ο νέος σπιτονοικοκύρης μου. «Βρε Θανάση», μου είπε, «ρε γαμώ το, ο ξάδελφός μου θέλει να μείνει στο σπίτι άλλους έξι μήνες»!!
Καταλαβαίνετε τι έπαθα; Του μιλούσα κοντά δύο ώρες, πληρώνοντας τα μαλλιοκέφαλά μου στο κινητό, αφού τον ξανακάλεσα εγώ, και του είπα με τον πιο ευγενικό αλλά και αυστηρό τρόπο του κόσμου… και τι δεν του είπα! Του κάκου!…

Και το επόμενο βράδυ, πάλι στο πλοίο για Ηράκλειο και με τελικό προορισμό την Ιεράπετρα, να ψάξω γι’ άλλο σπίτι!
Βρήκα, λοιπόν, κάναμε και συμβόλαιο, συμπάθησα μάλιστα ιδιαίτερα και τη σπιτονοικοκυρά και το σύζυγό της (για τον οποίο έγραψα και δημοσίευσα κι ένα ποίημα…), ανέβηκα πάλι στην Αθήνα, και ύστερα από καμμιά δεκαπενταριά μέρες έφερα δύο διαδοχικά φορτία πράγματα κι εγκαταστάθηκα. «Κάθε εμπόδιο για καλό», έλεγα πάλι.
Και στις αρχές της προηγούμενης βδομάδας, όπως συνάντησα στο δρόμο τη σπιτονοικοκυρά, της είπα ότι με το τρίτο και τελευταίο φορτίο που θα φέρω, θα κατεβάσω και τη γατούλα μου. Αμέσως εκείνη στράβωσε τη μούρη της και μου είπε ότι ο σύζυγός της δεν επιτρέπει ζώα στα σπίτια τους. Αφού της εξήγησα ότι αυτό το πλάσμα δεν κάνει την παραμικρή ζημιά, ούτε λερώνει πουθενά, και είναι σαν να μην υπάρχει μέσα στο σπίτι, είπα ότι θα το συζητούσα και μ’ εκείνον.
Του το συζήτησα την πρώτη ετούτου του μηνός, που έπρεπε να του πληρώσω και το νέο ενοίκιο. «Τι; Να φέρεις γάτα; Λοιπόν, δε θέλω να μου πληρώσεις τίποτ’ άλλο, και βρες άλλο σπίτι, να φύγεις», μου απάντησε! (Μου το διατύπωσε και σαν να μου έκανε χάρη, λες και δεν του είχα πληρώσει ένα ολόκληρο μηνιάτικο για εγγύηση!)

Άρχισα πάλι να ψάχνω για σπίτι. Έχασα δύο που μου άρεσαν πολύ, για λίγες ώρες. Ο ιδιοκτήτης του δεύτερου, όμως, άλλος ένας ωραίος Μιχάλης που πρέπει να προσθέσω στους τέσσερεις Μιχαλιούς που έχω ήδη κάνει φίλους στην Κρήτη, μόλις με άκουσε να του λέω περίλυπος τη φοβερή ταλαιπωρία που έχω υποστεί επί δύο ολόκληρους μήνες με το νοίκιασμα σπιτιού, έδειξε ευαισθησία και φιλότιμο, και μου είπε ότι θα τηλεφωνούσε σε κάποιον γνωστό του που νοικιάζει σπίτια λίγα χιλιόμετρα ανατολικά απ’ την Ιεράπετρα, στον Περιστερά, να τον ρωτήσει αν έχει κανένα άδειο. Με ενημέρωσε, μάλιστα, ότι εκεί θα είναι και πολύ πιο φτηνά. Ύστερα από πέντε λεπτά με κάλεσε στο κινητό και μου είπε: «Γράψε αυτό το τηλέφωνο, πάρε, και πήγαινε»! Ήταν προχθές το απόγευμα στις επτά και δέκα.
Πήγα αμέσως, είδα το σπίτι που είχε ο άνθρωπος εκεί άδειο, μου έκανε, είδα και το υπέροχο περιβάλλον όπου βρίσκεται, δίπλα στη θάλασσα, πλήρωσα εγγύηση, πήρα το κλειδί, και χθες, με το πρώτο χάραμα, ξεκίνησα, παίρνοντας λίγα πράγματα από το σπίτι του «ζωόφιλου» προηγούμενου σπιτονοικοκύρη, για να εγκατασταθώ εκεί. Από τη στιγμή που μπήκα στο αυτοκίνητό μου για να πάω, τραβούσα ασταμάτητα βίντεο, και όταν έφτασα δεν ανέβηκα στο σπίτι, αλλά κλείδωσα το αυτοκίνητο και βγήκα με τα πόδια στο δρόμο, τραβώντας την αυγή που ρόδιζε, κι έπειτα τις κυριολεκτικά παρθένες αμμουδερές παραλίες που υπάρχουν εκεί από κάτω, κι έπειτα μια μεγαλειώδη ανατολή από ένα ύψωμα, κι ύστερα πάλι τις παραλίες που είχαν πια μισοφωτιστεί από τον ήλιο, κι ύστερα όλη τη γύρω περιοχή υπό το άπλετο φως της ημέρας και, τέλος, τον θαυμάσιο, καταπράσινο περιβάλλοντα χώρο της γκαρσονιέρας μου, της τέταρτης και καλύτερης – από όλες μα όλες που είχα δει στην Ιεράπετρα! Όλα αυτά τα βίντεο, με τις απίστευτης ομορφιάς εικόνες τους, θα σας τα δείξω αύριο – εκτός απροόπτου, διότι μου έχει κοπεί και το ίντερνετ κι ό,τι κάνω το κάνω σε ίντερνετ καφέ, πρέπει να καθαρίσω και το νέο μου σπίτι και να κουβαλήσω εκεί τα πράγματά μου, θέλω να δω και τον «Αρχοντοχωριάτη» αύριο, πρέπει να φύγω και για την Αθήνα, να πάω να περιποιηθώ τα μελισσάκια μου!
Όσο για το συμβόλαιο, το έχω ήδη στα χέρια μου! Αυτός ο σπιτονοικοκύρης, ο οποίος δείχνει πολύ καλά σημάδια, το ετοίμασε μόνος του από χθες, το θεώρησε και στην εφορία, και μου το έφερε σήμερα το πρωί!

Και χθες το μεσημέρι, φτάνοντας στο προηγούμενο σπίτι για να μαζέψω κάτι, είδα στο δρόμο τον ιδιοκτήτη του. Τον ενημέρωσα ότι βρήκα άλλο κι ότι θα του το αδειάσω τις επόμενες μέρες, και του είπα ότι θέλω να μου υπογράψει ένα χαρτί, το οποίο να λέει πως φεύγω απ’ το σπίτι του αναγκαστικά, επειδή αυτός δεν επιτρέπει ζώα. Συμφώνησε να μου το υπογράψει, κι αμέσως μετά μου είπε τα εξής ανήκουστα: «Άκου να φέρεις γάτα! Να γεμίσει το σπίτι με τρίχες! Και πού θα χέζει η γάτα;» «Στην άμμο της!» του είπα εγώ. «Α, εσείς οι ενοικιαστές», μου πέταξε με μια φωνή που έσταζε… μέλι, «που ζείτε μες στις τρίχες και τα σκατά των ζώων!» Εγώ συγκρατήθηκα, και του είπα ότι έχω μέσα ένα βαρύ γραφείο και μία βιβλιοθήκη, που δεν μπορώ να τα κατεβάσω μόνος μου. Όταν τα είχα φέρει, με βοήθησε για να τ’ ανεβάσω ένας άλλος ενοικιαστής (έχει φύγει τώρα), ο οποίος είχε ήδη προχωρημένη κήλη. Και τώρα, ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είναι ακμαιότατος και υγιής, μου απάντησε: «Πάρε έναν εργάτη, να τα κατεβάσεις»! «Σε ευχαριστώ για την καλή σου διάθεση!» ήταν η τελευταία μου κουβέντα. Κι εκείνος δεν είπε λέξη.

Σε ευχαριστώ, αγαπημένη μου γατούλα, που με έσωσες από αυτόν τον στενοκέφαλο στριμμένο ιδιοκτήτη!
Και κάθε εμπόδιο για καλό, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά.

Αυτά τα ολίγα έχω τραβήξει για να νοικιάσω σπίτι σ’ ετούτη την υπέροχη πόλη, την οποία αγάπησα και προβάλλω όσο πιο πολύ μπορώ μέσω του διαδικτύου. Υπέροχη πόλη, υπέροχοι και οι άνθρωποι, είχα θεωρήσει τον περασμένο Απρίλιο, τις πρώτες μέρες που πάτησα το πόδι μου εδώ – μέχρι σημείου, μάλιστα, να τηλεφωνώ στην αδελφή μου στην Αθήνα και να της λέω: «Αδελφή, ενώ δεν γνωρίζω κανέναν εδώ, μου φαίνεται πως βρίσκομαι ανάμεσα στην οικογένειά μου!» Κι επακολούθησαν οι οδυνηρές διαψεύσεις, τόσο από τους Ιεραπετρίτες σπιτονοικοκύρηδές μου, όσο και από το άτομο που έγινε αιτία να κουβαληθώ εδώ, και σαν να μην έφταναν αυτά, άρχισαν πολύ γρήγορα κάποιοι άλλοι ντόπιοι να μου λένε τερατώδη ψέματα, να με παρεξηγούν, να με διαβάλλουν, να με πολεμάνε λες και είμαι εχθρός τους, έχουμε και τ’ αντίστοιχα κρούσματα από διαδικτυακούς αγνώστους και φίλους(;), και ο διαβολικός χορός καλά κρατεί.
Ειλικρινά, δεν ξέρω πια τι να πω. Ότι ναι μεν έχουνε κιόλας μαζευτεί τόσοι που με αποκαρδίωσαν, αλλά υπάρχουν και πολλαπλάσιοι άλλοι που με εγκαρδίωσαν –όπως πράγματι συμβαίνει–, οπότε πρέπει να είμαι πολύ ευχαριστημένος; Ή ότι κι αυτοί οι δεύτεροι πρόκειται να με διαψεύσουν με κάποιον παρόμοιο τρόπο στο μέλλον, ο ένας μετά τον άλλο; Ή ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, αφού παντού και πάντοτε οι άριστοι είναι ελάχιστοι; Ειλικρινά, δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα, είναι το ότι άριστοι μπορούμε να είμαστε όλοι οι άνθρωποι, και όχι μόνο κάποιοι ελάχιστοι. Κι όταν βλέπω τόσο εμφαντικά να μην είμαστε όλοι, με πιάνει θλίψη του θανατά, διότι πιστεύω ότι αυτό το χάλι είναι παντελώς αδικαιολόγητο, αληθινά γελοίο.
Ξέρω, όμως, και κάτι άλλο: Ότι οι άριστοι, έστω κι αν είναι ελάχιστοι και σκορπισμένοι στις τέσσερεις γωνιές της Γης, βρίσκουν πάντα τρόπο να βρίσκονται μεταξύ τους. Και ακριβώς αυτή η γνώση μου, είναι που με οπλίζει με αστείρευτη δύναμη κι αισιοδοξία.

Και το χειροπιαστό δεδομένο από όλη αυτή την περιπέτεια, είναι το ανέλπιστα αίσιο τέλος της.
Αλλά γιατί, άραγε, να βρήκε ένα τόσο αίσιο τέλος, γιατί να μου ήρθε αυτό το εξ ουρανού δώρο; Μήπως έχω το κοκκαλάκι της νυχτερίδας; Μήπως γέννησα κανένα χρυσό αυγό;
Μήπως είμαι υπεράνθρωπος;
Όχι, βέβαια!
Τότε;
Απλούστατα, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, μου ήρθε αυτό το μεγάλο δώρο ως ανταμοιβή, επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στις αρχές της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, του ήθους, του άδολου έρωτος με την κάθε έννοιά του – επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στην πραγματική ανθρωπιά, γι’ αυτό συνωμότησε άλλη μία φορά το σύμπαν για λογαριασμό μου.
Παρ’ όλο που φαίνεται τρελό και ακατόρθωτο, είναι τόσο απλό, σας μιλάω εν τιμή. Γιατί να μην το καταφέρουμε όλοι μας;

Σας χαιρετώ με ένα βίντεο, τραβηγμένο κι αυτό στις 10 Μαΐου, λίγη ώρα μετά από τα άλλα που σας έδειξα. Το βάζω εδώ, γιατί πιστεύω πως ταιριάζει απόλυτα.

Πουλιά: Η επιτομή της αντίφασης

Ιουλίου 2, 2010

Αφιερωμένο,
με το τετράφυλλο δάκρυ μου,

στην Ψυχή μου
που είπε το τετράφυλλο «ΝΑΙ»

OWNER OF A LONELY HEART

Move yourself
You always live your life
Never thinking of the future
Prove yourself
You are the move you make
Take your chances win or lose her

See yourself
You are the steps you take
You and you – and that’s the only way

Shake shake yourself
You’re every move you make
So the story goes

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Say you don’t want to chance it
You’ve been hurt so before

Watch it now
The eagle in the sky
How he dancin’ one and only
You lose yourself
No not for pity’s sake
There’s no real reason to be lonely
Be yourself
Give your free will a chance
You’ve got to want to succeed

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

After my own indecision
They confused me so
My love said never question your will at all
In the end you’ve got to go
Look before you leap
And don’t you hesitate at all – no no
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Sooner or later each conclusion
Will decide the lonely heart
It will excite it will delight
It will give a better start

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Just receive it

Owner of a lonely heart

Παράξενα πλάσματα που είναι τα πουλιά!

Λεύτερα θένε να πετάνε, μα πόσα ζουν μες στα κλουβιά!

Κάποια άλλα, πάλι, που όντως λεύτερα την περνάνε,
πώς αίφνης μες στη φάκα πιάνονται, τα ξέφτερα!

Άλλα ζητούν τον ουρανό με τ’ άστρα
και φυλακίζονται σε θεοσκότεινα κι αραχνιασμένα κάστρα.

Άλλα σου κελαηδούνε ήμερα έτσι, που λες «Δοξάζω Σε, ω Αμέρα«,
κι άλλα τ’ ακούς και θέλεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα!

Άλλα, ζευγάρια μια ζωή σωστά παιδιά ανασταίνουν
κι άλλα χωρίζουν παρευθύς και όλα τα δεινά παθαίνουν.

Άλλα τη βγάζουν στο χιονιά κι απ’ τη μητρίδα δεν κουνάνε,
κι άλλα ως καιροσκόποι της στιγμής εδώ κι εκεί γυρνάνε.

Άλλα, ποτέ δε λεν για δεύτερη φορά τον ίδιο το σκοπό
και πεθαίνουν μόλις τα κλείσουν σε κλουβί,
κι άλλα παπαγαλίζουν ξανά και ξανά μια βλακεία
που τους πέταξε κάποιος πονηρόβλακας
και δεν μπορούνε ούτε μια μέρα να ζήσουν
εάν τ’ αφήσεις λεύτερα έξω απ’ τα κρατητήρια.

Άλλα διανυκτερεύουν πάνω σε βράχους απρόσιτους καθάριους,
κι άλλα κοιμούνται, μα μεγαλώνουνε και τα παιδιά τους,
μέσα στα ίδια τα σκατά τους.

Άλλα διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτό που τα ενδιαφέρει,
ζυγίζουν άσφαλτα την απόσταση κι αμέσως εφορμάνε,
κι άλλα καθίζουν σαν τα κούτσουρα όλο στα ίδια μέρη,
με το όσα δε φτάνει η αλεπού τη ζήση να περνάνε.

Άλλα ποτέ τον υψηλό τους το σκοπό δε λησμονάνε
μ’ όλες τις δυσκολίες, πάντα ένα «ΝΑΙ» σου απαντάνε,
κι άλλα στο φθόνο στη μιζέρια στην κακία όλο βουτάνε
θέλοντας να πετάξουνε, τους βούρκους προσκυνάνε.

Άλλα τρώνε μονάχα φυτικούς καρπούς,
αφήνοντας καθώς πετούν τους σπόρους σε άλλους τόπους
και μεταλαμπαδεύοντας έτσι τη Ζωή,
κι άλλα σιτίζονται αποκλειστικά με σκουλήκια
που βρίσκουν μες στις λάσπες.

Άλλα ζούνε περήφανα στη φαινομενική μοναξιά τους,
αποδεχόμενα τους κινδύνους που φέρνει τούτη η επιλογή τους
και ορίζοντας σοφά ποια θα ‘ναι η τροφή τους,
και άλλα υπάρχουν μόνο μέσα σε αγέλες,
κράζοντας αποκρουστικά και καυγαδίζοντας ωσάν τρελές κοπέλες
για το ποιο θα πρωτοφάει όποιο σκουπίδι βρεθεί μπροστά τους.
Κι εκεί που σκοτώνονται συναμετάξυ τους για μια ξερομπουκιά,
τσουπ! ένα σπουργιτάκι, την αρπάζει και τους αφήνει γεια.

Άλλα τα πιάνει στο δεντρί η γάτα μες στη νύχτα,
και άλλα σε σχήματα πετούν κι εγείρεσαι απ’ τη νύστα!

Αλλά το πιο οδυνηρό, το πιο φρικτό στ’ αλήθεια,
είναι μ’ εκείνα που αρέσκονται να πέφτουν στη συνήθεια.
Κι έχει η συνήθεια αμέτρητες παγίδες-προσωπεία,
και την πατάνε όσα πουλιά δε δίνουνε τη δέουσα σημασία.
Τότε πετάει χάνεται, άφαντο το πουλάκι,
και μένει εκειό το ανόητο θλιμμένο μπουκαλάκι.
Ή τρέχει φεύγει ο καιρός -γιατί να περιμένει;-,
τ’ άμυαλο αφήνοντας πουλί σκασμένο να ασθμαίνει.

Άλλα, τέλος, πιάνονται σαν κουτορνίθια στις ιξόβεργες των Ικσώς,
άλλα βλέπουνε άνθρωπο και γίνονται καπνός,
κι άλλα εισέρχονται στους χώρους τους προσεκτικά,
παίρνουν από αυτούς ό,τι έχουν να τους δώσουν
και συνεχίζουνε να ζουν ελεύθερα,
διδάσκοντας ότι πάντα υπάρχει και βρίσκεται μια χρυσή τομή,
αρκεί να θελήσουμε να τη βρούμε
και, ό,τι απαιτείται επ’ αυτού, να το πράξουμε.

SIBERIAN KHATRU

Sing, bird of prey;
Beauty begins at the foot of you. Do you believe the manner?
Gold stainless nail,
Torn through the distance of man
As they regard the summit.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right on over my head.

How does she sing?
Who holds the ring? And ring and you will find me coming.
Cold reigning king,
Hold all the secrets from you
As they produce the movement.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right over the outboard, river,
Bluetail, tailfly,
Luther, in time.

Hold down the window;
Hold out the morning that comes into view.
Warm side, the tower;
Green leaves reveal the heart spoken Khatru.

Gold stainless nail,
Torn through the distance of man as they regard the summit.
Cold reigning king,
Shelter the women that sing
As they produce the movement.
River running right on over,
Then over my head.                                      Outboard, river.

Bluetail, tailfly,
Luther, in time,
Suntower, asking,
Cover, lover,
June cast, moon fast,
As one changes,
Heart gold, leaver,
Soul mark, mover,
Christian, changer,
Called out, saviour,
Moon gate, climber,
Turn round, glider.

Σου δίνω αυτό το τραγούδι σε δύο βίντεο, Ψυχή μου, για να το ακούς απ’ το πρώτο, που όμως δεν έχει τίποτε από εικόνες, και συγχρόνως να απολαμβάνεις τις ταιριαστές, υπέροχες εικόνες απ’ το δεύτερο, που όμως δεν έχει το τραγούδι σε καλή εκτέλεση, και γι’ αυτό μηδένιζε σε αυτό την ένταση του ήχου, ώστε να το ακούς απ’ το πρώτο.


«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΩΣ –ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΩΣ– ΑΟΡΙΣΤΑ…

Ιουνίου 5, 2010

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Ακούσατε μια παράδοξη παράξενη ιστορία
για τον πατέρα με τη φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπατζήδες και της μηχανής του Τσεβελέκου σπαήδες
όσοι του πατρός ζητάτε τη γνώση, ακαμάτηδες και διακοναρέοι,
ωραίοι νέοι και του δεκάξι Φαρισαίοι.
Της Σμύρνης με τη Γαλλική σχολή σπουδαίοι
όσοι ακούτε με παλιές παρέες, όλοι εσείς που θέλετε γνώση
του πατέρα την ιστορία, όσοι για πατρίδες νύχτες μιλάτε τόσοι ανθρώποι,
γυναίκες παιδιά μια ιστορία λυρική παλιά, για φυσαρμόνικα και κάποιο πατέρα
για νύχτα και μέρα ακούσατε την ιστορία στον αέρα.

Στην αρχή ήταν οι τρεις χαλύβδινοι αιώνες
στου Μπαρτζελιώτη με καρεκλάκι οι Παρθενώνες
και μετά ήρθε η θάλασσα και μεσόγειος νησιά,
ο δρόμος με τη βρύση πέτρινη παλιά, παλιώσαν όλα μέσα σε μια νυχτιά.
Γέρασε η Ελένη για μια νυχτιά και το ’23 ήτανε αυτό που λες 1910, αποκοτιά!
Πηγάδια υπόγεια ποταμοί, με του νέγρου το μωρό στη φυλακή
οι Αταμάνοι οι Κοζάκοι οι παλιοί.

Μετά δύο τροχοί αλέθαν σιτάρι βροχή
με τη σιδερολαβή του πυρπολητή Κανάρη, έλειπε η σιδερένια γροθιά.
Του πατέρα το σπίτι πάνω σε καρφιά, δεν έκλαψε, δεν έκλαψε,
του Πόντου Άρη καθώς φεύγαν τα πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος για πρώτη φορά,
δε γύρισε δεν ήτανε πατέρας πια.

Ετούτο το ποίημα-γροθιά στο στομάχι ανήκει στον Μιχάλη Κατσαρό, και το αλίευσα στο ιστολόγιο του εξαίρετου Γιώργου Κεντρωτή.

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι δυνατός ξεκίνα πάλι

Θαρρώ πως είναι πια καιρός να βάλουμε στα κεφάλια και τις ψυχές μας μία στοιχειώδη τάξη, διότι περίσσεψαν η αταξία και η σύγχυση, ακόμα και μεταξύ των σπουδαιοτέρων εξ ημών, γεγονός το οποίο θα έχει καταστρεπτικότατες συνέπειες εάν δεν το αντιληφθούμε και δεν το καταστείλουμε στο διάβολο απ’ όπου προέρχεται το συντομότερο δυνατόν.
Θα χρειαστεί να διαθέσετε κάποιον παραπάνω χρόνο, να επιστρατεύσετε τις δυνάμεις και την αντοχή σας, διότι αυτή η ανάρτηση, σε μια στιγμή αμεριμνησίας και απερισκεψίας της, ξαπλώθηκε στην κλίνη του Προκρούστη και ξεχείλωσε πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει ένα… μακρύ ζεϊμπέκικο.

Μας έφτασαν στο σημείο να μιλάμε για τον Επίκουρο απαξιωτικά,
όπως το έχουν κατορθώσει και για τους Κυνικούς,
όπως και για τον συκοφάντη,
όπως και για την αγαθότητα,
όπως και για τον έρωτα,
όπως ακριβώς και γι’ αμέτρητα ακόμη ανθρώπινα, αληθινά, ωραία και μέγιστα
–κι ελληνικά!– μπόρεσαν –λόγω του δικού μας λήθ-αργου– στη θέση τους να βάλουνε
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Μεγάλα όμως είναι, ευτυχώς, μα μέγιστα ουδέποτε
– άρα η νίκη των ερπετών δεν θα έρθει ουδεπώποτε.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά,
αφού τα ψεύτικα είναι εξ ορισμού ασυγκρίτως πιο μικρά από τ’ αληθινά
– αφού τα ψεύτικα είναι ανύπαρκτα ενώ είναι υπαρκτά τ’ αληθινά;
Και πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να σταθεί το διαβολικό οικοδόμημα
που ως μοναδικά θεμέλια και σκέλεθρά του έχει
ανυπόστατες δοξασίες και γεγονότα
–κι όμως αληθινά, πάλι εξαιτίας του δικού μας λήθαργου!–,
κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου με τα μηδενικά υλικά του ψεύδους;

Ύστερα, έχουν μπολιάσει με έναν τόσο βαθύ και αποτελεσματικό διχασμό το πνευματικό μας στοιχείο, ώστε να είμαστε σχεδόν όλοι σχιζοφρενείς, είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Και αυτή η κατάσταση ολοένα παροξύνεται, και ολοένα νομίζουμε πως είναι η φυσική μας, και ολοένα περισσότερο μας αρέσει και δεν ανεχόμαστε μύγα στο σπαθί μας όταν κανείς «τρελός» ή «ανάγωγος» τολμήσει να μας τη θίξει…

Έτσι, μέσα στον καθένα μας συμβιώνουν δύο άνθρωποι – δύο άσπονδοι εχθροί: εκείνος ο εαυτός μας που έχει μέσα του τη θεϊκή ουσία, ο ένθεος, και ο οποίος μπορεί να κάνει τα πάντα απ’ το τίποτα, κι εκείνος ο άρρωστος που νομίζει ότι ενθουσιάζεται, ενώ στην πραγματικότητα γητεύεται σαν μικρό παιδάκι με την οποιαδήποτε μπαρούφα θα του πετάξουν οι δολιότατοι «δάσκαλοι» που έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας κάνουν «ανθρώπους», και ο οποίος, κατά συνέπεια, γίνεται πανεύκολα και χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί μαριονέτα στα χέρια τους, στην υπηρεσία των ολέθριων επιδιώξεων αυτών των «δασκάλων».
Πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι θετικό από αυτή την αδιάκοπη κι ανελέητη μάχη εντός μας, όταν η θετική και δημιουργική πλευρά του εαυτού μας έχει γίνει ένας πειθήνιος δούλος της βλακώδους άλλης πλευράς μας, η οποία, με τη σειρά της, υπακούει χωρίς καμμία αντίρρηση σε ό,τι την προστάζουν οι αφανείς χειραγωγοί και οδηγοί της ανθρωπότητας στην άβυσσο;
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε μία μέρα από αυτή την κόλαση, πώς είναι δυνατόν να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο, εφόσον εμείς οι ίδιοι αρνούμαστε να κοιτάξουμε σοβαρά μέσα μας, ώστε να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να πάρουμε τις απαραίτητες γενναίες αποφάσεις;

Μωρών μεγάλων μάστορες
που τον μπαμπά μιμούνται
ανθρώπωνε χάλαστορες
δίχως ν’ απολογούνται

Μωρών μεγάλων μπόλιασμα
με ιδέες και με κουσούρια
φαρμακευτών το σκεύασμα
σε ανήλιαγα αχούρια

Μωρών μεγάλων μέντορες
τυφλοί ημιονηγοί
αρμαγεδδόνων πράκτορες
ζόφου υποταγή

Μωρών μεγάλων μάλωμα
κι ο διαιτητής στη μέση
Έριδος το ξεφάντωμα
στα όρνια έχει φέξει

Μωρών μεγάλων κάρφωμα
που μοιάζει με παιχνίδι
των ίδιωνε το σταύρωμα
στου Χάρου το στασίδι

Μωρών μεγάλων μάγεμα
πάντα που βρίσκει στόχο
αρχίζει μ’ ένα χάιδεμα
τελειώνει μ’ ένα ρόγχο

Μωρών μεγάλων μέρισμα
χιλιοανειλημμένο
πανούργων το μηχάνευμα
νομίμως θεσπισμένο

Μωρών μεγάλων μάδημα
για το κοινό συμφέρον
της NASA το κομπόδεμα
κι όλων των συνεταίρων

Μωρών μεγάλων Μέδουσα
σε Βίβλους θεριεμένη
Εγώ είμαι η Μέλισσα
που σ’ έχω σκοτωμένη!

Μωρών μεγάλων μάτιασμα
από κανένα μάτι
Κίρκης κακό ξελόγιασμα
σε είχα μεγάλο άχτι!

Να μία συνηθέσταση όψη αυτής της σχιζοφρένειας που μας κατατρέχει: Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε πλήρως το σήμερα, αλλά και να αφεθούμε –σαν τα σοφά ποτάμια που ξέρουν πάντα να καταλήγουν στην παμφιλόξενη γαλάζια αγκαλιά της θάλασσας–, να διασκορπιστούμε στο αιώνιο, να γίνουμε ατμός, άτομα, αταμάνοι, να δυναμοποιηθούμε όπως ακριβώς οι ουσίες των ομοιοπαθητικών φαρμάκων! Και πολύ σωστά το επιθυμούμε!
Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε, και το μόνο που κατορθώνουμε είναι να παρακολουθούμε, ανήμποροι εθισμένοι θεατές, την τραγωδία της ζωής μας, για την οποία, επί πλέον, πληρώνουμε άλλους για να μας την παίζουν, και να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο σε φρούδες και πολλαπλώς βλαβερές Ολυμπιάδες!

Μωρών μεγάλων μόρφωμα
στη στρούγκα μαντρωμένο
του σπίρτου παρανάλωμα
που σου ’χουν αναμμένο

Μωρών μεγάλων τσάκωμα
για τρίχες και γι’ αρχίδια
άλλων αρτοβουτύρωμα
στα βρομερά παιχνίδια

Μωρών μεγάλων μέτρημα
μόνιμα στο περίπου
για πλάκα είσαι το ψάρεμα
μέσα σε απάτη μύθου

Μωρών μεγάλων μάθημα
γνώση πολλή αποδίδει
στο μαύρο συναπάντημα
και μαθητές κοιμίζει

Μωρών μεγάλων μάγειροι
τη σούπα ανακατεύουν
έρχοντ’ οι καλικάντζαροι
κι οι ηλίθιοι χωρατεύουν

Μωρών μεγάλων δίδαγμα
ποτέ αφομοιωμένο
τη μια είναι ψύλλου πήδημα
την άλλη φουσκωμένο

Μωρών μεγάλων μάγουλο
χιλιοχαστουκισμένο
υπόληψης το σούργελο
καταξεφτιλισμένο

Μωρών μεγάλων μόνοιασμα
που σεβασμό αξιώνει
κέρμα χωρίς αντάλλαγμα
σαβούρα που πληγώνει

Μωρών μεγάλων μοίρασμα
χιλιοανακατεμένο
ποιας τράπουλας το απόβρασμα
σ’ έχει φυλακισμένο;

Μωρών μεγάλων ένωση
(σ)κορακοφαγωμένη
καινούργια πιάσε άρμοση
γενού ολοκληρωμένη!

Μα δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να το καταφέρουμε, εφόσον εξακολουθούμε να λειτουργούμε βάσει της διχαστικής σχιζοειδούς λογικής, η οποία θέλει και μπορεί να διογκώνει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε όλα τα φαινομενικώς αντίθετα πράγματα!
Τι είπα; «Φαινομενικώς αντίθετα»; Μάλιστα! Φαινομενικές είναι αυτές οι αντιθέσεις, φαινομενική και η εναντίωση των δύο εαυτών μας!
Μα, εάν είναι έτσι, γιατί διογκώνονται συνεχώς αυτές οι διαφορές; Διότι, απλούστατα, εμείς δεν καταπιανόμαστε, σοβαρά και αποφασιστικά, να ορίσουμε τις φαινομενικώς αόριστες συντεταγμένες αυτών των «αντιθέτων» στοιχείων, να αυτοκαθοριστούμε, δηλαδή, με αποτέλεσμα να μας ορίζουν άλλοι και να μας κάνουν, την κάθε στιγμή που περνάει, νεκροζώντανους! Προτιμούμε ασυζητητί να είμαστε θλιβερές κουρελούδες που απαρτίζονται από αμέτρητα ξένα κομμάτια, παρά να πιάσουμε να ξεθάψουμε τις καταδικές μας φορεσιές, να τις παστρέψουμε, να τις σιδερώσουμε και να τις βάλουμε πάνω μας γελαστοί και περήφανοι. Μας έχουν διαποτίσει, βλέπετε, με το σύνδρομο του αυτοϋποβιβασμού και με τη μανία να θαυμάζουμε τις αλλότριες γελοιότητες, οπότε αισθανόμαστε την ακατανίκητη ανάγκη να τις ενδυθούμε, πετώντας τις δικά μας περγαμηνές στον κάλαθο των αχρήστων.
Και ας μη μου πει κανένας, παρακαλώ πολύ, ότι αυτό δεν αποτελεί αψευδέστατη απόδειξη ανωριμότητας και, πολύ περισσότερο, ανελευθερίας!

Μα, έστω κι αν αυτά αληθεύουν, δεν είναι και πάλι σοφό να προσαρμοζόμαστε και να μην πηγαίνουμε κόντρα στους ισχυρούς, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους όλα τα μέσα για να διοχετεύουν στην κοινωνία νοοτροπίες και πρότυπα μαζικής κατανάλωσης, αλλά και για να βάζουν στη θέση του οποιονδήποτε τολμήσει να επιλέξει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τον κυρίαρχο; Με άλλα λόγια, δεν είναι βαρύτατο το τίμημα που θ’ αναγκαστεί να πληρώσει ο κάθε ασυμβίβαστος; Κι ακόμα, δεν είναι από χέρι χαμένη μία τέτοια μάχη;
ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΧΙ!
Όλα αυτά δεν είναι παρά οι βολικές δικαιολογίες ώστε να παραμένουμε μια ζωή σκυμμένοι και παραιτημένοι, να βυθιζόμαστε αδιάκοπα σε μία δυσχερέστερη κι επαχθέστερη κατάσταση! Για να μην μπούμε στην –αληθινή– περιπέτεια ν’ αναζητήσουμε και γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αυτοκαθοριστούμε σύμφωνα με τις γνήσιες δικές μας αξίες και ανάγκες! Και αυτές οι δικαιολογίες δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να ανατροφοδοτούν την απατηλή εντύπωση ότι οι τέτοιου είδους απόπειρες είναι καταδικασμένες σε οικτρή αποτυχία και τεράστια φθορά, φθορά η οποία ισοδυναμεί με το τίμημα που τόσο άδικα έχουν πληρώσει μερικοί αμετανόητα ρομαντικοί! Έτσι, στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο φόβητρο του κολοσσιαίου τιμήματος.

Εάν όμως ριχτούμε στον ωραίο αυτόν αγώνα με πίστη κι αποφασιστικότητα, σύντομα θα διαπιστώσουμε πως οι μεν δυνάμεις και ικανότητές μας αυξάνονται, οι δε δυσκολίες και θυσίες χάνουν διαρκώς σε βαρύτητα και δυσμενείς επιπτώσεις για εμάς.
Και, βέβαια, η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται πάρα πολύ όταν έχουμε δίπλα μας και άλλους συναγωνιστές και δεν είμαστε μόνοι σαν την καλαμιά στον κάμπο, η οποία κινδυνεύει να σωριαστεί κάτω από το πρώτο πέρασμα ενός άγριου θηρίου. Η δε ανεύρεση κι άλλων αποφασισμένων επίδοξων ανθρώπων διευκολύνεται πάρα πολύ από τη στιγμή που ο καθένας από εμάς θα πιστέψει στον εαυτό του (εδώ, εννοώ πίστη θεμελιωμένη σε σωστές βάσεις, όχι στην αλαζονεία και την υπερβολή). Διότι τότε, πια, συνειδητοποιείς αυτόματα ότι δεν μπορεί να είσαι μόνον εσύ και κανένας άλλος ο σωστός, ο ειλικρινής, ο έντιμος, ο συνεπής, ο υπεύθυνος! Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα – διότι, αν δεν υπήρχαν, τότε η δική σου ζωή θα ήταν παντελώς αβίωτη και η μόνη επιλογή που θα σου έμενε, εφόσον ήθελες να μην αυταπατάσαι, θα ήταν η αυτοκτονία!
Άπαξ, δε, και φτάσουμε στο σημείο να αυτοκαθοριστούμε, να γίνουμε δηλαδή ο εαυτός μας αποτινάζοντας τα επίκτητα καρκινώματα, έχουμε κατακτήσει –εκτός όλων των άλλων ικανοτήτων και δυνάμεων, όπως είναι η ευστροφία, η μεγάλη παρατηρητικότητα, η ευκολία να συγκεντρωνόμαστε, η ταχύτατη αντίληψη των παγίδων που πάνε να μας στήσουν μερικοί-μερικοί, η ικανότητα να συνδυάζουμε πολλές πληροφορίες και να κάνουμε πολλά πράγματα συγχρόνως, η διαρκώς αυξανόμενη αντοχή κ.ά.– και κάποια πράγματα που σιγά-σιγά γίνονται τα πιο ισχυρά μας όπλα, και τα οποία δεν θα μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε όσο παραμέναμε ηττοπαθείς, μεμψίμοιροι και αδρανείς. Ένα τέτοιο είναι η εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνουμε τις αρχικές μας αποτυχίες σε θριάμβους –και μάλιστα θριάμβους χωρίς να υπάρχει κανένας ηττημένος από την άλλη πλευρά!–, να μετατρέπουμε σε αληθινούς φίλους και συναγωνιστές εκείνους που μας εναντιώνονται όταν μας πρωτογνωρίζουν ή όταν διαπιστώνουν την «αλλαγή πλεύσεώς» μας, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μέσα σε πολύ μικρό διάστημα περιστοιχισμένοι από ένα σωρό πιστούς συντρόφους, τόσους και τέτοιους που δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ούτε σε χίλια χρόνια με τη «δοκιμασμένη» νοοτροπία και στάση ζωής!

Αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο απίστευτο, είναι η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ που αρχίζει και μας συμβαίνει λίγο-λίγο, και η οποία πυκνώνει κι εντείνεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας στο σημείο να μας φιλοδωρεί με πράγματα που η φαντασία μας δεν είχε λαχταρήσει ούτε στις πιο αχαλίνωτες στιγμές της! Βλέπουμε τότε να μας λύνονται σαν από μόνα τους, δηλαδή από ανθρώπους ή γεγονότα που ποτέ δεν είχαμε υπολογίσει επάνω τους, προβλήματα που εμείς αδυνατούσαμε να λύσουμε παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, ή ακόμα και πριν εμείς συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξή τους, βλέπουμε να μας δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα ακόμη αδιαμόρφωτα μέσα στο μυαλό μας, να φεύγουν από τη μέση υποχρεώσεις και δουλειές χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό και να βρίσκεται έτσι ο αναγκαίος χρόνος ώστε ν’ αφοσιωνόμαστε στο πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να κάνουμε τότε, και πολλά άλλα παρόμοια. Επίσης, βλέπουμε τη φυσική κατάσταση του οργανισμού μας να μεταμορφώνεται, να σφύζει από υγεία και ρώμη, καθόσον τώρα το πανίσχυρο στοιχείο του ψυχισμού μας λειτουργεί προς όφελος και όχι προς ζημία μας. Και, τέλος, βλέπουμε, εκεί που περπατάμε στο δρόμο νηφάλιοι, χαρούμενοι και συγκροτημένοι, να μπλέκονται απ’ το πουθενά στα βήματά μας ένα σωρό ευπρόσδεκτα και υπέροχα πράγματα, που βοηθάνε σημαντικά τη θετική εξέλιξη των υποθέσεών μας και μας γεμίζουν με μιαν άφατη αγαλλίαση και έναν ακατανίκητο θαυμασμό, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από τη χαμένη παιδική μας αθωότητα και την ικανότητα να βλέπουμε το ίδιο πράγμα σαν να το βλέπουμε για πρώτη φορά – τίποτε άλλο από τον ίδιο τον παράδεισο που όλοι μάς λένε πως έχει χαθεί ανεπιστρεπτί!

Για να φτάσουμε όμως στο σημείο να κάνουμε τη μαγεία στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, χρειάζεται οπωσδήποτε να αποβάλουμε το άγχος και τη βιασύνη, τα οποία μόνο σε εσφαλμένες και πανικόβλητες ενέργειες μας οδηγούν, και μόνο τους δυνάστες και τους εχθρούς μας ευνοούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πάντα ήρεμοι, να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας ακόμα και τις ώρες των μεγάλων εντάσεων με τους συνανθρώπους μας, και να μην επιδιώκουμε εκβιαστικά να γίνεται αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας, είτε πρόκειται για μια μελλοντική επιδίωξή μας, είτε για ένα πρόγραμμα ή ένα πραγματικά σοβαρό, ακόμα και επείγον, ζήτημα της επόμενης ώρας. Πρέπει, δηλαδή, να μπορούμε να αφηνόμαστε σε αυτά που μας φέρνει η ζωή την κάθε μέρα ή το κάθε λεπτό· όχι να αποφεύγουμε, αλλά να παρασυρόμαστε πρόθυμα στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων, όπως είναι η ανάγκη να παρατήσουμε αυτό που κάνουμε και να τρέξουμε για να συμπαρασταθούμε σε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, να μην αρνηθούμε στον σύντροφό ή τους φίλους μας μία έξοδο επειδή αυτό με το οποίο καταγινόμαστε είναι πιο ενδιαφέρον, κ.λπ.

Κι όταν πια φτάνει η ευλογημένη εκείνη ώρα που φτάνουμε στον υψηλό μας στόχο, βλέπουμε πως η αξία του τιμήματος που πληρώσαμε έχει πέσει σαν τις μετοχές – και μάλιστα πολύ περισσότερο από όσο πέφτουν αυτές: έχει γίνει μηδενική, ενώ συγχρόνως το επίτευγμα για το οποίο παλέψαμε έχει καταξιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία μας!

ΜΙΑ ΦΟΥΣΚΑ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΕΝΑ ΑΠΟΣΤΗΜΑ ΛΟΓΩ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΟΛΥΝΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ, ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ!
ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ ΚΑΡΦΙΤΣΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΥΟ ΜΑΣ ΔΑΧΤΥΛΑ, ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ!

Βάζω πάλι το ίδιο τραγούδι με άλλο –εξαιρετικό– βίντεο, μήπως κι εμπεδώσουμε κάποτε την ΑΛΗΘΕΙΑ του.

Βάζω πάλι και το άλλο τραγούδι, επειδή έχει υπότιτλους οι οποίοι μας υποδεικνύουν με αρκετή ακρίβεια ποιος είναι ο ένας από τους δύο εαυτούς μας.


Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι
συνετός ξεκίνα πάλι

Κι ήταν ο θάνατος μακρύς
αλλά πεπερασμένος

γιατί η Ζωή είναι το άπειρο
κι όχι ο εσφιγμένος

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ!!


Κάνετε, σας παρακαλώ πολύ, και ένα κλικ στο βελάκι που βρίσκεται αριστερά από τον αριθμό προβολών αυτού του βίντεο, να διαβάσετε τα εξόχως ενδιαφέροντα –και άλλο τόσο σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί σ’ ετούτη την ανάρτηση– τα οποία υπάρχουν εκεί χάρη στην έξοχη Kirkh70.
Επιμένω να μπουν στον κόπο ιδίως όλοι οι καλοί, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, προκειμένου να δουν πώς ο Μιχάλης Κατσαρός εννοούσε την ποίηση όχι ως μία απονεκρωμένη και προσοδοφόρα (είτε σε «δόξα», είτε σε χρήμα) λογοτεχνική δραστηριότητα, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως «ποίησις» – βιώνοντάς την, δηλαδή, και κάνοντάς την πυξίδα της ζωής του και καθημερινή πράξη. Αυτή είναι και η δική μου προσέγγιση της ποίησης, και θεωρώ πως εκείνη η ποίηση που έχει απογυμνωθεί από ετούτη την κύρια διάστασή της «δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε» – για να θυμηθούμε λιγάκι και τον πολύ κύριο Χάρη Βλαβιανό, με τις «σύγχρονες» απόψεις του, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αυτή που δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε είναι η στρατευμένη ποίηση…
Εάν, μάλιστα, μπείτε και στον πρόσθετο κόπο να διαβάσετε και τα σχόλια που υπάρχουν κάτω από το «Αντισταθείτε», πολλούς άλλους ανθρώπους να συμφωνούν μαζί μου θα δείτε!

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΩΡΙΜΗ ΠΑΝΩΡΙΑ
ΜΑΡΙΝΑ ΜΟΥ,

ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΕΤΟΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΕΡΑΣΩ ΑΠΟ ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΑΞΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ!!



Σε θέλω από το έρεβος βγαλμένη στο φως

Φεβρουαρίου 10, 2010

Σε θέλω στο πλευρό μου διαρκώς ανυψούμενη,
συγχρόνως δε προσγειούμενη και βυθιζόμενη.
Σε θέλω στο πλευρό μου αποδεχόμενη διαρκώς βαρύτερες πλην όμως ελαφρύτερες ευθύνες.
Σε θέλω στο πλευρό μου διαρκώς απελευθερούμενη
χάρη στις δεσμεύσεις που οικειοθελώς
θα αναλαμβάνεις.

Σε θέλω στο πλευρό μου διαρκώς ακροβατούσα
πότε από ’δώ πότε από ’κεί, ούσα συγχρόνως σταθερά
στο μέσον – λάθος! όχι στο μέσον, αλλά απέχουσα μία ιδέα
από αυτό, προς το ανατολικώς ευρισκόμενο σωστό σημείο,
έτσι ώστε να αποφεύγεται ο φαύλος και άγονος κύκλος και,
αντί για εκείνον, να γεννιούνται αενάως οι έλικες
της παντοειδούς δημιουργίας.

ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ σε θέλω στο πλευρό μου.

Σε θέλω στο πλευρό μου μόνον εφόσον μου ορκιστείς
ότι θα ακολουθείς απαρεγκλίτως αυτήν
τη φαινομενικώς αδιάβατη, δυσάρεστη, ψυχοφθόρο, επικίνδυνη και αδιέξοδη ατραπό, η οποία
στην πραγματικότητα είναι η πιο καθαρή, ευχάριστη, ψυχαγωγική, ασφαλής και δημιουργική λεωφόρος.

Σε θέλω στο πλευρό μου μόνον εφόσον μου ορκιστείς
ότι θα κάνεις αυτό το απλούστερο των πάντων,
το οποίο μπορούν να κάνουν όλοι ανεξαιρέτως
οι άνθρωποι.

Σε θέλω στο πλευρό μου διαρκώς τελειούμενη.
Σε θέλω στο πλευρό μου διαρκώς θεούμενη και αποθεούμενη.
☼ ☼ ☼
Άστραψε, φως!