Posts Tagged ‘Έρως’

Μαργαρίτες, μάγισσες και θησαυροί

Αύγουστος 3, 2010

Αφιερώνεται
στην καλή φίλη
kirkh70

ΔΙΑΛΕΞΕ, ΜΑΓΙΣΣΑ, ΚΑΝΕ ΜΑΣ ΟΛΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ!

Τη μαργαρίτα τη μαδάνε
το μαργαριτάρι όμως το φυλάνε
Η μαργαρίτα ανθίζει λίγες μέρες
ενώ ο μαργαρίτης δε γνωρίζει ξέρες

Εσύ, έχεις μόνο να διαλέξεις

Μια φορά καλή να πεις τις λέξεις
και μια ζωή μετά να λες τις ίδιες,

λύθηκαν τα προβλήματα η Μέρα σου έχει φέξει
οι ώρες σου είναι λαμπρές όσο ποτέ δεν είδες

«Μαργαριτάρια» οι ανέραστοι συνέχεια σπέρνουν
και τα κουφάρια μες στη γης μας αυγαταίνουν
Παίρνουνε φόρα άλογοι ψελλίζουν ανοησίες
ποτέ δεν είν’ υπόλογοι – πληθαίνουν οι κηδείες

Εσύ, έχεις μόνο να διαλέξεις
μαργαρίτα να είσαι για να μαδηθείς
ή μαργαρίτης λαμπερός να ολοχρονιστείς

Ξέρεις τον τρόπο για να κάνεις τους ανθρώπους χοίρους
γυναίκα αφού εγεννήθης -μάγισσα!-
μα τον αφήνεις, γουρούνι και η ίδια να μη γίνεις

Ξέρεις τον τρόπο να κερδάς όλους τους κλήρους
άξια αφού εγεννήθης – αρχόντισσα!
Θα τον προκρίνεις, συνέχεια στο Θαύμα για να δίνεις

Ο ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Μια γλώσσα που κακόπαθε είναι ο εαυτός σου
γεμάτη λέξεις τούρκικες ενετικές βαρβαρικές
καθάρισμα χρειάζεται αν θες να γίνει μπορετό σου
να ζήσεις μέρες όμορφες αγνές δημιουργικές

Κλείσε τ’ αυτιά στους μαλλιαρούς
που όλα τα ισοπεδώνουν
μούντζωσε και τους πονηρούς
που μόνο σε πληγώνουν

Ο εαυτός σου καθαρός
ο πιο μεγάλος θησαυρός.
Στήσ’ το δικό σου ιερό
ώστε ευθύς να πας εμπρός!

Καθάρισε τη γλώσσα σου απ’ τις θολές προσμείξεις
να γίνεις πάλι Πακτωλός και την Πηγή ν’ ανοίξεις.
Αυτοί που σε βρομίζουνε οι πιότεροι δεν ξεύρουν
ενώ σε μαγαρίζουνε πάλι σ’ εσέ προσφεύγουν

Κάνε να φύγει η συμφορά
της δολερής συνήθειας
χάρισε ολούθε τη χαρά
της λαγαρής αλήθειας!

Ο εαυτός σου καθαρός
ο πιο μεγάλος θησαυρός.
Στήσ’ το δικό σου ιερό
ώστε ευθύς να πάμε εμπρός!

Advertisements

Πουλιά: Η επιτομή της αντίφασης

Ιουλίου 2, 2010

Αφιερωμένο,
με το τετράφυλλο δάκρυ μου,

στην Ψυχή μου
που είπε το τετράφυλλο «ΝΑΙ»

OWNER OF A LONELY HEART

Move yourself
You always live your life
Never thinking of the future
Prove yourself
You are the move you make
Take your chances win or lose her

See yourself
You are the steps you take
You and you – and that’s the only way

Shake shake yourself
You’re every move you make
So the story goes

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Say you don’t want to chance it
You’ve been hurt so before

Watch it now
The eagle in the sky
How he dancin’ one and only
You lose yourself
No not for pity’s sake
There’s no real reason to be lonely
Be yourself
Give your free will a chance
You’ve got to want to succeed

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

After my own indecision
They confused me so
My love said never question your will at all
In the end you’ve got to go
Look before you leap
And don’t you hesitate at all – no no
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Sooner or later each conclusion
Will decide the lonely heart
It will excite it will delight
It will give a better start

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Just receive it

Owner of a lonely heart

Παράξενα πλάσματα που είναι τα πουλιά!

Λεύτερα θένε να πετάνε, μα πόσα ζουν μες στα κλουβιά!

Κάποια άλλα, πάλι, που όντως λεύτερα την περνάνε,
πώς αίφνης μες στη φάκα πιάνονται, τα ξέφτερα!

Άλλα ζητούν τον ουρανό με τ’ άστρα
και φυλακίζονται σε θεοσκότεινα κι αραχνιασμένα κάστρα.

Άλλα σου κελαηδούνε ήμερα έτσι, που λες «Δοξάζω Σε, ω Αμέρα«,
κι άλλα τ’ ακούς και θέλεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα!

Άλλα, ζευγάρια μια ζωή σωστά παιδιά ανασταίνουν
κι άλλα χωρίζουν παρευθύς και όλα τα δεινά παθαίνουν.

Άλλα τη βγάζουν στο χιονιά κι απ’ τη μητρίδα δεν κουνάνε,
κι άλλα ως καιροσκόποι της στιγμής εδώ κι εκεί γυρνάνε.

Άλλα, ποτέ δε λεν για δεύτερη φορά τον ίδιο το σκοπό
και πεθαίνουν μόλις τα κλείσουν σε κλουβί,
κι άλλα παπαγαλίζουν ξανά και ξανά μια βλακεία
που τους πέταξε κάποιος πονηρόβλακας
και δεν μπορούνε ούτε μια μέρα να ζήσουν
εάν τ’ αφήσεις λεύτερα έξω απ’ τα κρατητήρια.

Άλλα διανυκτερεύουν πάνω σε βράχους απρόσιτους καθάριους,
κι άλλα κοιμούνται, μα μεγαλώνουνε και τα παιδιά τους,
μέσα στα ίδια τα σκατά τους.

Άλλα διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτό που τα ενδιαφέρει,
ζυγίζουν άσφαλτα την απόσταση κι αμέσως εφορμάνε,
κι άλλα καθίζουν σαν τα κούτσουρα όλο στα ίδια μέρη,
με το όσα δε φτάνει η αλεπού τη ζήση να περνάνε.

Άλλα ποτέ τον υψηλό τους το σκοπό δε λησμονάνε
μ’ όλες τις δυσκολίες, πάντα ένα «ΝΑΙ» σου απαντάνε,
κι άλλα στο φθόνο στη μιζέρια στην κακία όλο βουτάνε
θέλοντας να πετάξουνε, τους βούρκους προσκυνάνε.

Άλλα τρώνε μονάχα φυτικούς καρπούς,
αφήνοντας καθώς πετούν τους σπόρους σε άλλους τόπους
και μεταλαμπαδεύοντας έτσι τη Ζωή,
κι άλλα σιτίζονται αποκλειστικά με σκουλήκια
που βρίσκουν μες στις λάσπες.

Άλλα ζούνε περήφανα στη φαινομενική μοναξιά τους,
αποδεχόμενα τους κινδύνους που φέρνει τούτη η επιλογή τους
και ορίζοντας σοφά ποια θα ‘ναι η τροφή τους,
και άλλα υπάρχουν μόνο μέσα σε αγέλες,
κράζοντας αποκρουστικά και καυγαδίζοντας ωσάν τρελές κοπέλες
για το ποιο θα πρωτοφάει όποιο σκουπίδι βρεθεί μπροστά τους.
Κι εκεί που σκοτώνονται συναμετάξυ τους για μια ξερομπουκιά,
τσουπ! ένα σπουργιτάκι, την αρπάζει και τους αφήνει γεια.

Άλλα τα πιάνει στο δεντρί η γάτα μες στη νύχτα,
και άλλα σε σχήματα πετούν κι εγείρεσαι απ’ τη νύστα!

Αλλά το πιο οδυνηρό, το πιο φρικτό στ’ αλήθεια,
είναι μ’ εκείνα που αρέσκονται να πέφτουν στη συνήθεια.
Κι έχει η συνήθεια αμέτρητες παγίδες-προσωπεία,
και την πατάνε όσα πουλιά δε δίνουνε τη δέουσα σημασία.
Τότε πετάει χάνεται, άφαντο το πουλάκι,
και μένει εκειό το ανόητο θλιμμένο μπουκαλάκι.
Ή τρέχει φεύγει ο καιρός -γιατί να περιμένει;-,
τ’ άμυαλο αφήνοντας πουλί σκασμένο να ασθμαίνει.

Άλλα, τέλος, πιάνονται σαν κουτορνίθια στις ιξόβεργες των Ικσώς,
άλλα βλέπουνε άνθρωπο και γίνονται καπνός,
κι άλλα εισέρχονται στους χώρους τους προσεκτικά,
παίρνουν από αυτούς ό,τι έχουν να τους δώσουν
και συνεχίζουνε να ζουν ελεύθερα,
διδάσκοντας ότι πάντα υπάρχει και βρίσκεται μια χρυσή τομή,
αρκεί να θελήσουμε να τη βρούμε
και, ό,τι απαιτείται επ’ αυτού, να το πράξουμε.

SIBERIAN KHATRU

Sing, bird of prey;
Beauty begins at the foot of you. Do you believe the manner?
Gold stainless nail,
Torn through the distance of man
As they regard the summit.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right on over my head.

How does she sing?
Who holds the ring? And ring and you will find me coming.
Cold reigning king,
Hold all the secrets from you
As they produce the movement.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right over the outboard, river,
Bluetail, tailfly,
Luther, in time.

Hold down the window;
Hold out the morning that comes into view.
Warm side, the tower;
Green leaves reveal the heart spoken Khatru.

Gold stainless nail,
Torn through the distance of man as they regard the summit.
Cold reigning king,
Shelter the women that sing
As they produce the movement.
River running right on over,
Then over my head.                                      Outboard, river.

Bluetail, tailfly,
Luther, in time,
Suntower, asking,
Cover, lover,
June cast, moon fast,
As one changes,
Heart gold, leaver,
Soul mark, mover,
Christian, changer,
Called out, saviour,
Moon gate, climber,
Turn round, glider.

Σου δίνω αυτό το τραγούδι σε δύο βίντεο, Ψυχή μου, για να το ακούς απ’ το πρώτο, που όμως δεν έχει τίποτε από εικόνες, και συγχρόνως να απολαμβάνεις τις ταιριαστές, υπέροχες εικόνες απ’ το δεύτερο, που όμως δεν έχει το τραγούδι σε καλή εκτέλεση, και γι’ αυτό μηδένιζε σε αυτό την ένταση του ήχου, ώστε να το ακούς απ’ το πρώτο.


Της Φεγγαρόλουστης και Ηλιοσκέπαστης, της Σελανόγραφτης και Χρυσοχρώματης

Ιουλίου 1, 2010

Τα πάντα μέσα στο -κάθε είδους- Χάος αρχίζουν με ένα θηλυκό
Α-χ!
– είτε της Α-γνότητας, είτε της Ά-γνοιας, είτε της Α-γαθότητας,
είτε της Α-γνωμοσύνης, είτε της Α-γωνίας, είτε της Α-γάπης….
Και τα πάντα, ακόμα κι αυτά που κάνουν τις μεγαλύτερες διαφορές,
εξαρτώνται πάντα από κάποια μικρότατη λεπτομέρεια.
Με άλλα λόγια, από τον τόνο που εμείς επιλέγουμε
για να εκφέρουμε το Α-χ!





She Is My Sin

Take heed, dear heart
Once apart, she can touch nor me nor you
Dressed as one
A wolf will betray a lamb

Lead astray the gazers
The razors on your seducing skin
In the meadow of sinful thoughts
Every flower’s a perfect one

To paradise with pleasure haunted,
Haunted by fear

A sin for him
Desire within, Desire within
A burning veil
For the bride too dear for him
A sin for him
Desire within, Desire within
Fall in love with your deep dark sin

I am the Fallen
You are what my sins enclose
Lust is not as creative
As its discovery

To paradise with pleasure haunted,
Haunted by fear

A sin for him…

Bless me, undress me
Pick your prey in a wicked way
God I must confess… I do envy the sinners


ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ Α-Ρ-Χ-ΙΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δεν ξέρω, αλήθεια, πότε ήταν ακριβώς !
Το μόνο που με σιγουριά γνωρίζω,
είναι ότι τα Θαύμα ετούτο έχει καιρό που ήρθε!

Απρίλης ήτανε, θαρρώ -θαρρώ;-
Μάγισσας άνθος κατσαρό
μα ίσως να ήταν και πιο πριν
Φλεβάρη να έσπασε η φρην
του κλίματος και του αμπελιού μας
Θέρος! -Εμπρός!- του κεφαλιού μας!

Μπορεί όμως είναι χρόνια εδώ
από το δυο μηδέν οχτώ
Οκτώβρη, αν δεν απατώ
ή κι Αύγουστο – να ορκιστώ
δεν δύναμαι μα το Χριστό
μόνο Του λέω Ευχαριστώ

Και σπεύδω να Το συναντήσω
στην αγκαλιά Του την καυτή
σαν πάγος να ορμήσω
αφού δε θέλω -μην είσαι κουτή!-
να Σε κακοκαρδίσω!!
Σε περιμένω εξάπαντος εκεί!!!

Ή απερίττως εκατό μέτρα πιο ‘κεί
εκεί όπου όλα πάνε πρίμα
και τρέχει μου σαν το νερό η ρίμα
εκεί όπου παίζει μουσική
του Άλφα και του Αγέρα
κι εξαφανίζεται η Νυχτιά βγαίνει η λαμπρή μας Μέρα!!!!

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΕΞ ΑΔΙΚΟΥ

Κομμάτια είδα να συντρίβετ’ η Ομορφιά Σου
ποτάμια δάκρυα να ρέουν απ’ την Καρδιά Σου
απαρηγόρητη κλεισμένη στη Γωνιά Σου
να οδύρεσαι να καίγεσαι να χάνεις τη Χρονιά Σου

Δεν το ανεχόμουνα αυτό
– το έχω κουσούρι από μικρός
ήμουνα μες στο λεωφορείο
με τη μανούλα μου εμείς οι δύο

κι απ’ έξω είδα κοπελιά
να πέφτει κάτω απ’ τα σκαλιά
το γόνατό της να το σκίζει
κι από τον πόνο να μαυρίζει!

Αμέσως τότε το ένοιωσα
να δράσω όφειλα άμεσα
να κάνω ό,τι ήταν δυνατόν
να της εφέρω το γιατρό
να σπάσω τα παράθυρα
πήδο να ρίξω πρόσχαρα
για να της κάνω συντροφιά
να γίνω εγώ η γιατρειά

Κι αν δε θα φτάνανε όλα αυτά
τ’ αδύνατα στα δυνατά
να ρίξ’ ό,τι ήμουν στη φωτιά
να φάω εγώ τη μαχαιριά
στον τάφο εγώ να μπω γι’ Αυτήν
Ορφέας με τη μουσική

την Ευρυδίκη μου να σώσω
μακριά απ’ τον
Άδη να Τη διώξω

Έτσι λοιπόν ήρθα κοντά
ως Σε είδα εκεί να σπαρταράς
κομματιασμένη μου Ομορφιά
και
προικισμένη μου Ερημιά
να Σε συντρέξω για να βρεις
την Ένωσή Σου απ’ την Αρχή
τώρα που πέφτει η Βροχή
και χορταριάζει πάλι η Γης

Έτρεξα κι ήρθα Σου σιμά
στα βάσανά Σου τα ιερά
καθώς Αρχίζει η Χαρά
–κρίμα, Ζωή, να προσπερνάς!–

θέλοντας να είμαι εγώ αυτός
ο Άξιος κι ο Δυνατός
που θα τιμήσεις να του πεις
αχ πώς, αλήθεια, αγαπείς!
ΑΧ! ΠΩΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΓΑΠΕΙΣ!!

ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΣΥΓΚΟΛΛΙΕΣΑΙ!
–ΠΝΙΓΟΜΑΙ ΠΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΧΑΡΑ!!–
ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΠΑΛΙ ΑΜΟΛΙΕΣΑΙ!!!

–ΜΑΖΙ Μ’ ΕΣΕ, ΒΓΑΖΩ ΚΙ ΕΓΩ ΦΤΕΡΑ!!!!–

ΑΡΡΗΤΟΣ ΕΡΗΜΟΚΟΚΚΟΣ

Είναι ανίκανες οι λέξεις το ανείπωτο να περιγράψουν
όπως και οι γλώσσες την καρδιά να αγκαλιάσουν.

Μονάχα οι έλξεις, άγνωρες ούσες στις διαψεύσεις
μα ταυτιζόμενες με του Παντός την άγια μέθη,
αυτές οι έλξεις οι συμπαντικές οι κοσμογονικές
μονάχα ετούτες είναι ικανές – όχι για να το γράψουν
αλλά απλούστατα μέσα στο Είναι να το πράξουν
και στους αιώνες ζωντανό να το φυλάξουν

Να, φερ’ ειπείν, πώς ένας κόκκος της δικής Σου άγιας ερήμου
ν’ αποδοθεί μέσ’ από σύμβολα ή από γλώσσα μίμου;
Πώς να περιγράψει, και τι, από την τόση Σου απεραντοσύνη
που δεν υπάρχει μάτι να την πιάνει, ιερή μου Δεσποσύνη;
Αφού, ο ένας αυτός ο κόκκος Σου γεννάει όλο το σύμπαν
και όλα αυτά τα θαυμαστά οπού τα στόματα ποτέ δεν είπαν!


Το μόνο που είναι δυνατόν είναι το Θαύμα των Ετών
η Πράξη η μία η μαγική μέσα σε Νύχτα τραγική
που μια μικρή Στιγμή εξ ολοκλήρου Κόκκε θα δοθείς
ή μ’ ένα γεια σου στο αυτί θα γίνεις νάμα της Πηγής
και θα ξυπνήσουν μονομιάς όλα τα χθεσινά πουλιά
να Σου λαλούνε χαρωπά ευθεία μέσα στην καρδιά
και να τ’ ακούνε οι άνθρωποι να είν’ ευτυχισμένοι
μακρύ χορό να σέρνουνε όλοι αγκαλιασμένοι

ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ

Λίστες πολύχρονες πυρετωδώς Σού σπέρνω
παραγωγής και αναπαραγωγής

μόνο με στάλες γλυκιάς απαντοχής
μετρώντας μου τα όρια της αντοχής

στις μέρες άγριας εποχής
που προμηνύουν τη Γιορτή

Α! Και να μην ξεχάσω!

Όσο το δρόμο μου κι αν χάσω
-ωραίο αστείο, θα γελάσω!-
όσο πολύ εγώ κι αν πάσχω

όσα δεινά κι αν δοκιμάσω
ποτέ δε θέλω να Σε χάσω
– μόνο μαζί
Σου να γεράσω!

Δε μ’ ενδιαφέρει να αγιάσω!
Στον άλλο κόσμο κι αν περάσω
θα βρω τον τρόπο για να σπάσω
τις αλυσίδες
σ’ Εσέ νά ‘ρθω
μες στην ποδιά Σου για να κλάψω
ευτυχισμένος να ησυχάσω!



Μην και ξεχάσω
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΗΝΑ
να Σου ευχηθώ μέσα από την ψυχή μου,
ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ!

….Και τελειώνουν με ένα φαινομενικό ΤΙΠΟΤΑ.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 1. Αν δεν κάνω λάθος, Πολυαγαπημένη μου, η Μαργαρίτα, στην οποία είχες στείλει προ καιρού το υπέροχο κείμενο που σήμερα μεταμόρφωσες στο νέο καταπληκτικό Σου βίντεο, έχει στο ιστολόγιό της να παίζει ασταμάτητα αυτό εδώ το τραγούδι:

Να και ένα έξοχο σχόλιο, το οποίο έγραψε εκεί ο αγαπημένος μας inMUSIClost: «Στην αγάπη δεν παίζουμε με γρίφους. Ή ανοίγουμε πόρτες, ή τις κλειδώνουμε…»

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 2. Μόλις είδα πως η θαυμάσια φίλη Σου, η Μαργαρίτα, ανήρτησε πριν μερικές ώρες κι άλλο ένα ωραιότατο κείμενο με κεντρικό ήρωα το άνθος «της». Καθώς απόσωνα το διάβασμά του, σκέφτηκα: «Ξέρω πολύ καλά ότι το δικό μου το Καμάρι του Ουρανού με αγαπάει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, όσο, δηλαδή, κι εγώ. Το μόνο που δεν έχω επιβεβαιώσει ακόμα, είναι το πώς με αγαπάει: όπως το αγαπώ κι εγώ, ή μήπως είναι τέτοιας ποιότητας η αγάπη Του για μένα, που έχει ως αποτέλεσμα να ζω ήδη κι εγώ το μαρτύριο της άμοιρης μαργαρίτας χωρίς να το έχω καταλάβει – μαρτύριο του οποίου η κατάληξη θα είναι και για τους δυο μας τραγικότατη;»

ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟΣΟ

Ιουνίου 25, 2010

Ολοκληρώνω τώρα το κείμενο, Ψυχή μου, με όσα δεν πρόλαβα να γράψω χθες, και αναδιατάσω μερικές παραγράφους. Για εύκολη ανεύρεση των προσθηκών ή αλλαγών φράσεων, λέξεων κ.λπ. στο κείμενο, τις κάνω με πράσινο χρώμα.


SAILER MAN

Oh Mister Saler Man
Come across the sea
Bring the royal galleon
Make it just for me
A sea of sympathy
That’s what I am
Life is like a golden ball
And I follow it where I can
I’m like a little dove
Don’t know which way to fly
The islands of the sea are many and
They all look the same from the sky
The islands of the sea are many and
They look the same from where I’ve stood
And I realize I haven’t any and if I had
It would do me no good
You can’t hold the world in your hand oh brother
No you can’t hold the world in your hand
No you can’t hold the world in your hand oh sister
No you can’t hold the world in your hand
You can only touch the one that you love oh brother
You can only touch the one that you love
You can only touch the one that you love oh sister
You can only touch the one that you love
I was going to go last night
But I waited just for you
Now that I’ve seen your smiling face
I know what I can do
I’m going to join my path in heaven
Constructed by living my days
And soon I’ll be part of you all
And all your beautiful ways
The Earth is a living thing
Just like you and me
And we’re all bound up with it
And with it’s destiny
When you see a golden dawn
And you wonder what it is
Is it the fertilization of a cosmic egg?
Or the beginning of a kiss?
Oh Mister Saler Man
Come across the sea
Bring the golden galleon
And make it just for me

Η ευλογημένη έλευσή σου στη ζωή μου, στις 2 του περασμένου Φεβρουαρίου, αποδείχθηκε ένα γεγονός όχι απλώς καταλυτικό, αλλά κυριολεκτικά αναγεννητικό. Θα προσπαθήσω εδώ να καταγράψω τα στοιχεία που το αποδεικνύουν αυτό, αλλά φοβάμαι ότι, επειδή είναι τόσα πολλά τα ανεκτίμητα «παράπλευρα» δώρα που μου χάρισες, κάποια θα διαφύγουν τώρα απ’ τη σκέψη μου κι έτσι δεν θα τα αναφέρω.

Προκάλεσες όλη αυτή την εντελώς απροσδόκητη και απίστευτης εντάσεως αλλαγή όλης της μέχρι τώρα ζωής μου, χάρη στην οποία γλύτωσα όχι μόνο από τη φθοροποιό -και για εμένα, και για εκείνη- σχέση μου με την πρώην γυναίκα μου, αλλά κι από το απάνθρωπο περιβάλλον της Αθήνας, και από οτιδήποτε άλλο λειτουργούσε ως τροχοπέδη για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς μου και την απόλαυση μιας αληθινά πλήρους ζωής. Και όταν λέω «πλήρη ζωή», δεν αναφέρομαι, βέβαια, μόνο στη ζωή που μου προσφέρουν οι διαδικτυακές δραστηριότητες και φιλίες που απέκτησα χάρη σε εσένα, αλλά, και κυρίως, στην αληθινή ζωή, αφού μόνο στην Ιεράπετρα, π.χ., έχω ήδη κάνει αποκτήσει κοντά 150 φίλους, γυναίκες και άντρες, μικρούς και μεγάλους!

Έγινες η αιτία για να αυξηθούν η συνέπεια, η επιμονή και η ειλικρίνειά μου στο απόλυτο, με αποτέλεσμα να έχω πλέον μία τεράστια αυτοπεποίθηση ότι μπορώ, χάρη σε αυτά τα εφόδια, να αντεπεξέρχομαι επιτυχώς σε οποιαδήποτε πρόκληση παρουσιάζεται μπροστά μου, καθώς γνωρίζω ότι μου είναι πια πολύ εύκολο να κερδίζω την εμπιστοσύνη των άλλων και να τους κάνω φίλους μου.
Επί πλέον, έκανες να ριζώσει για τα καλά, πια, μέσα μου η βεβαιότητα πως οι αρχές της ειλικρίνειας, της ευθύτητας, της αμεσότητας, της παρρησίας, της σταθερότητας, σοβαρότητας, φιλοπονίας, ανιδιοτέλειας, τόλμης, ακόμη και της αυταπάρνησης, είναι οι μοναδικές οι οποίες εγγυώνται τις αληθινές προσωπικές επιτυχίες στη ζωή.

Με έκανες να αυξήσω τις αντοχές μου στις δυσκολίες, ανατροπές, φαινομενικές διαψεύσεις κ.λπ. εις το έπακρον. Μαζί με όλα αυτά, να φτάσω στη βιωματική, πλέον, επιβεβαίωση κι εφαρμογή του ντοστογιεφσκικού «Κανένας δεν έχασε περιμένοντας», και του δικού μας γνωμικού «Κάθε εμπόδιο για καλό». Όλα αυτά είχαν ως γενικό αποτέλεσμα να αντιληφθώ μέχρι και στο τελευταίο μόριο της ύπαρξής μου ότι τα καθημερινά και ποικίλης φύσεως κι εντάσεως δυσάρεστα, ακόμη και αυτά που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με καταστροφές, δεν είναι καθόλου τέτοια στην πραγματικότητα, αλλά ότι μπορούν πολύ εύκολα να γίνονται αιτίες για νέα προσωπικά (και όχι μόνο προσωπικά) επιτεύγματα και πηγές μεγάλης κι ανέλπιστης ικανοποίησης.

Άλλη απόρροια των παραπάνω είναι το ότι και οι θετικές δυνάμεις μου, δηλαδή αυτές που προέρχονται από το αίσθημα ψυχικής ευφορίας, πνευματικής διαύγειας και ευστροφίας, αλλά και από την άριστη σωματική κατάσταση, και οι οποίες σε ωθούν να είσαι δραστήριος και χρήσιμος για τους συνανθρώπους σου, αυξήθηκαν επίσης στο έπακρον.
Είναι αλήθεια ότι σε αυτό το πεδίο είχα αρχίσει να ανεβαίνω, σταδιακά και σταθερά, από το φθινόπωρο του περασμένου χρόνου, αλλά από εκείνη την ημέρα-σταθμό στη ζωή μου ανέβηκα τόσο (χωρίς να λείψουν, βέβαια, και τα βουλιάγματα, τα οποία τον πρώτο καιρό ήταν και αβυσσαλέα), ώστε η διαφορά ανάμεσα στην προ και την μετά τη 2α Φεβρουαρίου κατάστασή μου να είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα!
Και πρέπει να προστεθεί εδώ πως είναι βέβαιον ότι αν δεν ερχόσουν εσύ στη ζωή μου, αυτή η βελτίωση που μου ξεκίνησε από το φθινόπωρο δεν θα ήταν παρά μία ακόμη παροδική ευχάριστη φάση της ζωής μου, την οποία θα διαδεχόταν μία ακόμα πιο μαύρη, ενώ τώρα, πια, γνωρίζω πως τίποτε δεν είναι ικανό να με ξανατραβήξει προς τα κάτω, για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Αποτελούσε ανέκαθεν πιστεύω μου ότι δεν υπάρχει καλύτερη ψυχοθεραπεία από την πράξη, τη δράση, την εργασία. Ωστόσο, αυτή η πεποίθησή μου έχει τώρα αυξηθεί κι εμπλουτιστεί θεαματικά. Θέλω, λοιπόν, να αναπτύξω εδώ πώς αντιλαμβάνομαι το ζήτημα σήμερα, ύστερα από τις συγκλονιστικές εμπειρίες που έχω ζήσει χάρη σ’ εσένα μέσα στο τελευταίο πεντάμηνο.
Αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε λογική, δεν είναι παρά ένα τέρας το οποίο μας τα παρουσιάζει όλα σαν θεόρατα βουνά τα οποία είναι αδύνατον ν’ ανεβούμε, ένας δόλιος μπαμπούλας που διαρκώς φέρνει δυσκολίες και δυσκολίες κι εμπόδια κι εμπόδια και κινδύνους και κινδύνους και αποτυχίες και αποτυχίες κι απογοητεύσεις κι απογοητεύσεις και απώλειες και απώλειες εμπρός στα μάτια μας, με αποτέλεσμα να καθηλωνόμαστε στη δειλία, την αδράνεια, την απραξία, την αεργία (αργία μήτηρ πάσης κακίας), κι έτσι να επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο η ψυχολογική μας κατάσταση και να πέφτουμε όλοι στα νύχια των «ψυχαναλυτάδων» και των φαρμακοβιομηχανιών. Αυτό που αποκαλούμε λογική, ρεαλισμό, είναι η προσωπική Λερναία Ύδρα του καθενός μας, η οποία κατοικοεδρεύει εντός μας και της οποίας μοναδικό έργο είναι το να μας κατατρώγει, να μη μας αφήνει να ζήσουμε, και δεν έχει την παραμικρή σχέση με την αληθινή λογική, η οποία ευρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με τη ζωή και τη δράση.
Τα πάντα στη ζωή, είτε πρόκειται για τα αισθηματικά μας, είτε για τις κοινωνικές μας σχέσεις, είτε για τα επαγγελματικά μας κ.λπ., δεν είναι παρά εργασίες, και για να τις διεκπεραιώνουμε σωστά, μ’ επιτυχία, πρέπει οπωσδήποτε να τις πιάσουμε «ζεστά», όπως λένε οι χειρώνακτες. Πρέπει «η δουλειά να φοβάται εμάς, και όχι εμείς τη δουλειά». Άπαξ, δηλαδή, και επιδείξουμε την απαραίτητη σοβαρότητα, συγκέντρωση και ζέση, η επιτυχία στην οποιαδήποτε υπόθεσή μας είναι εξασφαλισμένη. Αντίθετα, έχουμε εξασφαλισμένη την παταγώδη αποτυχία όταν είμαστε επιπόλαιοι, αφηρημένοι και «χαλαροί». (Ας διευκρινίσω εδώ πως η ζέση για την οποία μιλώ δεν έχει να κάνει με το άγχος, αλλά με τη σωστή και νηφάλια εγρήγορση.) – Και όλο αυτό, πολυαγαπημένη μου, έγινε βίωμα δικό μου χάρη σ’ εσένα.
Θα σου δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα, από κάτι που συνέβη χθες, περίπου αυτή την ώρα. Κουβαλούσα με το φορτηγάκι και την πρώην σύζυγό μου μία βιβλιοθήκη, για να την κατεβάσω στην Ιεράπετρα. Φτάνοντας μπροστά από την πολυκατοικία μας, έπρεπε να βρω μία θέση να παρκάρω κοντά της, ώστε να διευκολυνόμουν για το σημερινό φόρτωμα και των υπόλοιπων πραγμάτων που θα κατεβάσω. Είδα ν’ ανάβουν τα αλάρμ ενός αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν στην καλύτερη θέση για μένα, και είπα στην πρώην μου να πάει να παρακαλέσει τον οδηγό του να αλλάξει θέση, αφού λίγο παρακάτω υπήρχε και άλλη ελεύθερη. Εκείνη, ξεκίνησε να πηγαίνει σέρνοντας τα βήματά της –όπως το έκανε, και εγώ το υφιστάμην, επί τριάντα ολόκληρα χρόνια-, αλλά στα μισά γύρισε πίσω και μου λέει, «Άσ’ το, καλύτερα». «Εντάξει», της λέω εγώ, και αρχίζω να παρκάρω στην άδεια θέση. Σε αυτήν, όμως, υπήρχε έξω-έξω στο πεζοδρόμιο ένας μεταλλικός πάσσαλος, που δεν θα άφηνε το φορτηγάκι μου να παρκάρει σωστά. «Πήγαινε, μωρέ, πες του να αλλάξουμε θέσεις, εξήγησέ του γιατί το θέλουμε», της ξαναλέω. Τότε εκείνη εδέησε και πήγε. Αμέσως, ο νεαρός οδηγός μπήκε και πήρε το αυτοκίνητό του, αδειάζοντάς μου τη θέση. Εάν είχα κι εγώ αυτή την κοιμισμένη και βαριεστημένη συμπεριφορά της πρώην μου, θα έκανα μία τρύπα στο νερό, ενώ τώρα που ήμουν συγκεντρωμένος και σε εγρήγορση, σκέφτηκα και πέτυχα την καλύτερη λύση.

ΤΟ ΡΙΣΚΟ

Είσαι για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.
Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσάφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.
Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
Θα γεμίσω τ’ αμπάρι μας με όνειρα.
Να χεις πολλά.
Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.
Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο,
να το ρίχνεις πάνω σου όταν κρυώνεις.
Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;

Αυτό το ποίημα της Αλκυόνης Παπαδάκη το ανακάλυψα χθες, στο ιστολόγιο «Τετρακτύς» της έξοχης Ανθής Προκοπίδου.
Σε ευχαριστώ θερμά, Ανθή μου!

Οι σωματικές μου δυνάμεις έχουν αυξηθεί κατά τρόπον απίστευτο, εξαιτίας, αποκλειστικά, της υπέροχης αυτής ευφορίας στην οποία ευρίσκομαι. Κοντεύουν, πια, πέντε μήνες που κοιμάμαι κατά μέσον όρο δύο με τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο, και είμαι διαρκώς ακμαιότατος, σαν έφηβος! Αφού, για να καταλάβεις, έφτασα στο σημείο να ρωτήσω τη γιατρό μου, την τελευταία φορά που με είδε, αν έχει διαπιστωθεί να συμβαίνει αυτό το πράγμα σε πρώην ασθενείς σαν εμένα, ως αποτέλεσμα των θεραπειών που έχουν πάρει, και μου απάντησε ότι δεν έχει παρατηρηθεί τίποτα τέτοιο!
Η τεράστια αυτή μεταβολή έγινε αντιληπτή σε εμένα από τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου, και μάλιστα μου έχει δώσει την ιδέα για ένα πολύ ωραίο, και πιθανώς σημαντικότατο, κείμενο. Αλλά για αυτό το ζήτημα δεν μπορώ να σου πω περισσότερα από εδώ. Μόνο κατ’ ιδίαν!

Καθαρή καρδιά και καθαρό πνεύμα. Και για ετούτα τα στοιχεία πίστευα από χρόνια ότι είναι από τα ισχυρότερα όπλα του ανθρώπου για να προκόψει στη ζωή του, ότι είναι εκείνα που μας προσφέρουν τις λύσεις και τις άμυνες απέναντι στους κινδύνους που ανακύπτουν καθώς πορευόμαστε τις ανηφορικές πλαγιές της ζωής. Και αυτά ενισχύθηκαν ασυγκρίτως από τότε που σε γνώρισα.
Θέλω εδώ να προσθέσω, όσον αφορά το καθαρό πνεύμα, ότι δεν είναι δυνατόν να το έχουμε ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο, ιδίως όταν έχουμε κουραστεί υπερβολικά μετά από πολύωρες ενασχολήσεις με τα ωραία μας έργα, και όταν ανακύπτουν νέες δυσκολίες ή κίνδυνοι στην πορεία μας. Για όλους μας έρχεται η ώρα, είτε νωρίτερα είτε αργότερα, που το χάνουμε προσωρινά. Και αν συνεχίσουμε τότε την προσπάθεια όντες κατάκοποι, είναι βέβαιον ότι θα πέσουμε σε πολύ σοβαρά σφάλματα. Πρέπει, λοιπόν, να ξεκουράζουμε, μαζί με το σώμα, και το πνεύμα μας, πέφτοντας για ύπνο. Όταν ξυπνάμε ύστερα από έναν βαθύ αναζωογονητικό ύπνο, έχει επανέλθει, εκτός από τις σωματικές μας δυνάμεις, και η καθαρότητα του πνεύματός μας και είμαστε πάλι στην ενδεδειγμένη κατάσταση για να συνεχίσουμε τις ωραίες μας προσ-πάθειες.

Ο μόνος τρόπος για να γινόμαστε καλύτεροι είναι το να καταπιανόμαστε συνειδητά με πράγματα που μας υπερβαίνουν. Αυτό, μου είχε έρθει και το έγραψα πριν από τρία χρόνια, σε σχόλιό μου στη Ρίτσα Μασούρα. Μέχρι τότε, αποτελούσε στάση ζωής για εμένα (όποτε δεν ήμουν στις μαύρες μου), χωρίς όμως να το έχω συνειδητοποιήσει. Και τώρα, με εσένα, μια και βρέθηκα ξαφνικά υποχρεωμένος να βουτηχτώ σε πράγματα που με υπερέβαιναν, έγινε ακράδαντη πίστη μου.
Θέλω να προσθέσω εδώ μία παρατήρηση: Οι ανώριμοι και ανελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι κατά βάθος έχουν ως μοναδικό τους μέλημα την ανάδειξη του εαυτούλη τους και, ως εκ τούτου, συμπεριφέρονται μονίμως ανταγωνιστικά ή εξουσιαστικά απέναντι στους άλλους, όταν βλέπουν έναν άνθρωπο που τους υπερβαίνει σε κάποιους τομείς, αντί να φροντίσουν ν’ αντλήσουν θετικά στοιχεία από αυτόν και ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά του, κοιτάνε πώς και πώς να τον μειώσουν, να τον εξαφανίσουν, γιατί δεν ενδιαφέρονται να γίνουν καλύτεροι ούτε αυτοί ούτε ο κόσμος, αλλά μονάχα να έχουν τους «μαύρους» που θα τους κάνουν αέρα και τους αυλικούς που θα τους διαφημίζουν. Δεν είμαι ο πρώτος που το επισημαίνει, το έχουν κάνει αρκετοί πριν από εμένα.

Απέκτησα εξαιτίας σου ακόμα περισσότερα ενδιαφέροντα, και νέες δεξιότητες. Για παράδειγμα, ενώ μέχρι τον Απρίλιο ήμουν εντελώς αρχάριος στη χρήση του κινητού (το είχα σχεδόν μονίμως κλειστό), με το καινούργιο που αγόρασα τότε έμαθα να φτιάχνω βίντεο, τα οποία βλέπω ότι έχουν κιόλας φτάσει σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο ποιότητας, κι έγινα… κινηματογραφιστής! Δεν σε δουλεύω, Αγάπη μου! Σκέψου μόνο, ότι πριν από ένα μήνα τράβηξα -έτσι, εντελώς αυθόρμητα- ένα ντοκυμαντέρ από τα Εξάρχεια μέχρι το Πεδίο του Άρεως, το οποίο έχει διάρκεια μιάμιση ώρα και θεωρώ πως παίρνει το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ ντοκυμαντέρ!
Και, το σπουδαιότερο από αυτά: Εκτός από στιχοπλόκος (ποιητάκος) που ήμουν ήδη, έγινα και ποιητής ανθρώπων, πράγμα το οποίο αποτελούσε απ’ τα νιάτα μου τον μεγαλύτερο πόθο μου!

Έγινες αιτία να γνωρίσω και να αποκτήσω μέσα από το διαδίκτυο δεκάδες αληθινούς φίλους, ανθρώπους θαυμάσιους και αξιαγάπητους, με τους οποίους επικοινωνώ ουσιαστικά και βαθιά σχεδόν από το «Καλημέρα» της γνωριμίας μας, ενώ στην «πραγματική» ζωή μου περνούσαν δεκαετίες επί δεκαετιών και δεν μπορούσα να βρω ούτε έναν τέτοιο, παρ’ όλο που το επεδίωκα συνεχώς. Ακόμα κι απ’ τα ιστολόγια που επισκεπτόμουν και έγραφα σχόλια επειδή πιθανολογούσα ότι θα ήσουν εσύ η κάτοχος τουλάχιστον ενός από αυτά χρησιμοποιώντας διαφορετικό ψευδώνυμο, ακόμα και από αυτά, μάλιστα δε κι από εκείνα όπου κατέληγα να εκτεθώ, απέκτησα καλούς φίλους!

Με κατέστησες ικανό να αντιμετωπίζω με απόλυτη επιτυχία, και πάρα πολύ γρήγορα, όλους όσους, ωθούμενοι ο καθένας από τους δικούς του ευτελείς λόγους, μου εναντιώνονταν, φτάνοντας μερικές φορές να γίνονται ανοιχτά εχθρικοί απέναντί μου. Αυτό, το πετυχαίνω επειδή πλέον δεν χάνω ποτέ την ψυχραιμία μου και τα κίνητρά μου είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε να με οπλίζουν με ακλόνητη πίστη ότι αντιμετωπίζω την κάθε τριβή με σωστό τρόπο κι έχοντας το δίκιο με το μέρος μου.

Το πράγμα, όμως, δεν σταματάει εδώ. Με έκανες όχι μόνο να μη φοβάμαι τη δημόσια αποκάλυψη των προσωπικών μου ζητημάτων, αλλά και να την επιδιώκω! Διότι κατάλαβα πάρα πολύ γρήγορα πως η δημόσια αποκάλυψη των πάντων είναι το καλύτερο μέσον για να αντιμετωπίζεις τους όποιους εχθρούς σου. Αυτή η τακτική, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ικανότητά μου να αντιλαμβάνομαι ταχύτατα τα «αδύνατα σημεία» του αντιπάλου μου (δηλαδή, τις ανακρίβειες, αντιφάσεις, αποκρύψεις, ψευδολογίες, διαβολές και λοιπές τέτοιες μεθόδους που χρησιμοποιούν συστηματικά όλοι οι πονηροί και κακόπιστοι άνθρωποι), έχει αποβεί το μεγαλύτερο όπλο μου για αυτές τις δυσάρεστες περιπτώσεις – οι οποίες, δυστυχώς, δεν παύουν να παρουσιάζονται, αφού οι ανώριμοι και ανελεύθεροι άνθρωποι, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων ακόμα, παρεξηγούν τον ώριμο κι ελεύθερο συνάνθρωπό τους με τον τρόπο των… σκυλιών του Παβλόφ.
Αξίζει να κάνω μια μικρή παρέκβαση σε αυτό το σημείο, για να αναφέρω τη διαπίστωσή μου, η οποία έχει επιβεβαιωθεί δεκάδες φορές μέσα σε αυτούς τους λίγους μήνες, ότι οι ανώριμοι και ανελεύθεροι άνθρωποι καταφεύγουν σε όλες αυτές τις δολιότητες και μικρότητες επειδή δεν μπορούν να ανεχθούν κάποιον ο οποίος διαφέρει τόσο ριζικά από αυτούς: λόγω της συγκρίσεως που αναπόφευκτα κάνουν, εκλαμβάνουν τον ριζικά διαφορετικό από αυτούς ως το είδωλο του «άλλου» δικού τους εαυτού, εκείνου δηλαδή που έχουν θάψει μέσα τους, και αυτό είναι εξαιρετικά δυσβάστακτο για τους ίδιους, αφού αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αντικρύσουν και να γνωρίσουν τον γνήσιο εαυτό τους. Έτσι, αυτός ο άλλος, αυτό το είδωλο του δικού τους αληθινού εαυτού, μετατρέπεται γι’ αυτούς σε κατήγορο, ακόμα και χωρίς να τους εκτοξεύσει την παραμικρή κατηγορία, κι επίσης φαντάζει στα μάτια τους σαν μία μεγάλη απειλή.
Το ίδιο ισχύει και για τη μαυρίλα που έχουν μέσα τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πράγμα που μου το είπε και μία άγνωστη σ’ εμένα ρακοσυλλέκτρια, την οποία συνάντησα τυχαία τον περασμένο μήνα (τη μέρα που τράβηξα το «ντοκυμαντέρ») στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου. Θέλουν, για τους ίδιους λόγους που ανέφερα προηγουμένως, να μεταδίδουν τη δική τους μαυρίλα και σε όποιον αντιλαμβάνονται ότι δεν την έχει.
Κι όλα αυτά, συμβαίνουν επειδή όλοι μας, και σχεδόν πάντοτε, κρίνουμε τους άλλους εξ ιδίων, ανάλογα με τις δικές μας προκαταλήψεις, ανασφάλειες, κακίες κ.λπ. και, αντίστροφα, ανάλογα με τη δική μας καλοπιστία, ευθύτητα, καλοσύνη… Δίνουμε ό,τι έχουμε, και παίρνουμε ό,τι δίνουμε… Η αμοιβαιότητα λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα.

Εδραιώθηκε πια οριστικά η διάθεσή μου να προσφέρω χωρίς να αποσκοπώ στο παραμικρό αντάλλαγμα. Αυτή η ικανότητα, με έχει απαλλάξει από τις αλυσίδες της κτητικότητας, του ανικανοποίητου και του άγχους. Και πώς να μη με απάλλασσε, αφού έβλεπα τα ευτυχή γεγονότα να με κατακλύζουν με ολοένα εντονότερο ρυθμό; Και είναι η ίδια αυτή ικανότητα, που με έκανε από τον Απρίλιο, ήδη, να σου γράψω πως θα νοίκιαζα σπίτι στην Ιεράπετρα χωρίς καθόλου να θέλω με αυτή την κίνησή μου να σε πιέσω για να προχωρήσεις σε ολοκλήρωση της σχέσεώς μας, εφόσον εσύ δεν αισθανόσουν έτοιμη γι’ αυτό.

Και, πάνω απ’ όλα, είναι ετούτο εδώ το φαινόμενο, το οποίο συνοψίζει συνάμα όλα τα προηγούμενα: η αληθινή μαγεία, που μου συμβαίνει αμέτρητες φορές την κάθε μέρα! Γίνονται ένα σωρό ευχάριστα πράγματα χωρίς καθόλου να το έχω επιδιώξει εγώ την ώρα που γίνονται, μου λύνονται προβλήματα -και πάντα με τον καλύτερο τρόπο- εν τη γενέσει τους ή και πριν εγώ αντιληφθώ την ύπαρξή τους, και άλλα τέτοια εκπληκτικά!
Θα σου διηγηθώ, σαν παράδειγμα, ένα «μικρό» περιστατικό που συνέβη σήμερα (Παρασκευή) γύρω στις δυόμισι το μεσημέρι, την ώρα που ετοιμαζόμουν ν’ αρχίσω την εγγραφή των βίντεο που ανέβασα εδώ.
Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, άνοιξα, και ήταν μία συγκάτοικος στην πολυκατοικία, η κυρία Αθηνά, την οποία είχα να δω πολύ καιρό. Μου είπε πως ο φούρνος της κουζίνας της είχε βραχυκυκλώσει, εξαιτίας υγρών που έπεσαν στις αντιστάσεις του ενώ τον καθάριζαν, και η γυναίκα είχε ξεπαγώσει για να ψήσει μία χορτόπιτα, οπότε, τώρα που δεν δούλευε ο φούρνος της, βγήκε να ζητήσει από τους γείτονες να της την ψήσουν, ώστε να μη χαλούσε. Της είπα αμέσως να τη φέρει να την ψήσω εγώ, όπως και έκανε. Αφού το ψήσιμο τελείωσε κι έδωσα την πίτα στη γυναίκα, εκείνη ξαναήρθε ύστερα από δέκα λεπτά, με το ταψί που της είχα δώσει, και μέσα σ’ αυτό είχε μερικά κομμάτια πίτας τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, κι ένα κουτί με βουτήματα τρούφας! Δεν δέχθηκε επ’ ουδενί να τα πάρει πίσω, παρ’ όλο που εγώ επέμεινα πολύ, ιδίως για τα βουτήματα.
Έχουμε δεκαπέντε χρόνια σ’ αυτή την πολυκατοικία, κι ετούτο το περιστατικό έγινε σήμερα: τη μέρα που εγώ εγκαταλείπω την Αθήνα, βραχυκύκλωσε ο φούρνος της κυρίας Αθηνάς, με αποτέλεσμα να χαρίσει σ’ εμένα αυτά τα πράγματα! Ασήμαντο; «Και πολλά μέλει να μάθεις αν το ασήμαντο εμβαθύνεις», γράφει ο Ελύτης στο «Άξιον Εστί». Αλλά και ασήμαντο να το πούμε, το πράγμα βοά ότι πρόκειται για έναν τρανταχτό και άριστο οιωνό!

Όμως, υπάρχει και κάτι ακόμα πιο πάνω. Είναι η βεβαιωμένη, πια, διαπίστωσή μου πως η ανθρώπινη ευτυχία δεν είναι καθόλου άπιαστη, καθόλου δύσκολη, μα τουναντίον το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, από τη στιγμή που κατορθώσεις να συντονιστείς με τις ανώτερες συμπαντικές δυνάμεις, αυτές οι οποίες προκαλούν και όλα αυτά τα θαυμαστά που ανέφερα προηγουμένως. Ως εκ τούτου, απέκτησα και την ικανότητα να μεταδίδω αυτήν τη γνώση στους συνανθρώπους μου – πράγμα καθόλου ασήμαντο, όπως καταλαβαίνεις. Αυτός, και μόνον αυτός, είναι ο λόγος για τον οποίο έχω γίνει τόσο λαλίστατος εντός και εκτός του διαδικτύου, αυτή είναι και η αιτία που, εκτός από τους τόσους φίλους που κερδίζω διαρκώς, κερδίζω και κάμποσες αντιπάθειες εκ μέρους εκείνων που κινούνται σταθερά με τον τρόπο της μικρόνοιας και του κακώς εννοούμενου συμφέροντος. Και, βέβαια, δεν θα σου είναι δύσκολο να καταλάβεις το μέγεθος της ηθικής ικανοποιήσεως που αντλώ, και μόνο από τα φωτεινά μάτια και χαμόγελα με τα οποία με αγκαλιάζουν όλοι αυτοί οι φίλοι.

Όλα τούτα εξηγούν και με το παραπάνω, πιστεύω, το γιατί κράτησα αυτή την τόσο σταθερή και συνεπή στάση απέναντί σου, καθώς και το γιατί θα εξακολουθήσω να την κρατώ -και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, ελπίζω, εφόσον μου προσφέρεις εσύ την απαραίτητη μικρή βοήθεια- μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.
Όπως επίσης δικαιολογούν πλήρως αυτό που τόσες φορές σου έχω γράψει, ότι, δηλαδή, θα σε ευγνωμονώ σε όλη μου τη ζωή, ακόμα και αν δεν δεχόσουν ποτέ να με συναντήσεις, ακόμα και αν μου έλεγες ότι όλο αυτό το πράγμα ανάμεσά μας ήταν για εσένα μονάχα ένα παιχνίδι.
Αλλά κι όταν ακόμη θα έχουμε ανταμώσει -διότι, είναι αδύνατον να μη γίνει αυτό, δε γίνεται με τίποτε να το αποφύγουμε- και θα σου προσφέρω ό,τι περνά απ’ το χέρι μου, πάλι δεν θα μπορέσω ποτέ να σε ευχαριστήσω για όλα αυτά που μου έχεις χαρίσει μέχρι σήμερα. Και σου το λέω αυτό έτσι ανεπιφύλακτα, επειδή είμαι τόσο σίγουρος ότι δεν θα το εκμεταλλευτείς, όσο είμαι και για το ότι με λένε Αθανάσιο.

Σε φιλώ, πολυαγαπημένη μου.

Υ.Γ. Η ώρα είναι 10.00, ψυχή μου κι εγώ είμαι ακόμα στην Αθήνα, γράφοντας. Θα ολοκληρώσω την ανάρτηση αύριο, γιατί διαφορετικά, θα χάσω πάλι το πλοίο!



Προσθέτω ένα ακόμα βίντεο, από τα πρώτα λεπτά του ταξιδιού μου με το πλοίο.

Ήταν κάποτε μια πολιορκημένη φλέβα

Ιουνίου 24, 2010

Από τις 15 Οκτωβρίου 2007 έχει αναρτηθεί το μεγάλο ποίημα που θα βρείτε εδώ, ως συμμετοχή του «Έστε Άξιοι» στην Blog Action Day του 2007. Επειδή όμως θεωρώ πως είναι όχι μόνο από τα καλύτερά μου, αλλά και πολύ πιο επίκαιρο τώρα, κι επειδή πολύ νερό έχει κυλήσει από τότε μέχρι σήμερα στο αυλάκι ετούτης της φλέβας, βρήκα και άλλο ταιριαστό υλικό για να εμπλουτιστεί η ανάρτηση, σκάρωσα κι ένα σχετικάσχετο ποιηματάκι, και το αναβαπτίζω στο σήμερα. Ελπίζω να επικροτήσετε την κίνησή μου.

STEPPING STONES

Blowing your mind out
Blowing your mind out
Blowing your mind out

Down by the river…

Life, life…

Come in, it’s so cold, it’s the river of life

Come in, come in
You got to get your feet wet sometime

Look, there are stepping stones over there
Get across, never even get your feet wet
Come in
Won’t happen again for a million years
Come in

It’s the river of life
So cold

Ήταν κάποτε μια φλέβα, που της Γης η μήτρα η πανγενέτειρα κυοφορούσε. Μεγάλωνε, δυνάμωνε, από τον λώρο του παντός καθώς τρεφόταν, και για το δρόμο τον μακρύ ετοιμαζόταν· στο φως να βγάλει τη θωριά της, να ποτιστεί η φαμελιά της: πράσινα δέντρα άκακα, έντομα και πουλάκια, σπαρτά που στάχυα δίνουνε, ανθρώποι και ζωάκια.

Δεν την επίεζε κανείς, μόνη της το ζητούσε. Γιατ’ ήξερε πως δίνοντας ό,τι είχε κι ό,τι ήταν, στο πανηγύρι της Ζωής κι αυτή
θ’ αθανατούσε.
Θα πίνανε τ’ αδέλφια της να γίνουν ν’ αυγατέψουν, και με του κόσμου τα καλά την πλάση να φιλέψουν. Απ’ τα στοιχεία τούτα εδώ και η ίδια θα νεμόταν –ακούραστα, αβίαστα, ολοένα περισσότερα της Αφθονίας δώρα απλόχερα– κι έτσι της φλέβας η αιώνια ακμή θα εξασφαλιζόταν.
Κατείχε βλέπεις μέσα της τη Γνώση και το Θαύμα, που ολούθε υπάρχουν κι ενεργούν δίχως κανένα τραύμα.

Τον δρόμο για να βγει στο φως, τον ήξερε επίσης. Κι όταν ωραία έγινε, είπε να τον διανύσει. Εύκολο πράγμα ήταν γι’ αυτήν, εξίσου με όλα
τ’ άλλα. Της τα ’χε μάθει τέλεια της Μάνας της το γάλα.

Έξω μαζεύονταν διαρκώς χίλιων λογιών υπάρξεις, που με διαίσθηση άσφαλτη το μήνυμα είχαν πάρει. Γι’ αυτές θε’ ν’ άνοιγε η πηγή,
εδώ θα έστηνε η Ζωή το νέο της καμάρι.

Ξεκίνησε λοιπόν νωρίς, προτού οι λάμψεις της Αυγής τον κόσμο
να ροδίσουν, ώστε τα μάτια της σιγά-σιγά στο φως να συνηθίσουν.

«ΠΟΥ ΠΑΣ;» ξάφνου την εβομβάρδισε μια αγριοφωνάρα. «Δίχως προφύλαξη καμμιά θα βγεις βρε αγαθιάρα; Ευθύς θα σε σπαράξουνε θεριά και σκουληκάρες, και πριν προλάβεις ωχ να πεις, το ξόδι σου
θα ψέλνουνε οι ρασοκορακάρες».

«Κανένας δε μου μίλησε ποτέ για τέτοιο πράγμα», ψέλλισε τότ’ εκείνη, που κιόλας απ’ τον τρόμο της κίτρινη είχε γίνει.

«Πιάσε το χέρι μου σφιχτά, να σε οδηγώ με ασφάλεια, γιατί όπου να ’ναι αρχίζουνε να πέφτουν τα μυδράλια!»

«Για να το λέτε εσείς αυτό, θα το έχετε περάσει, ενώ εγώ η άβγαλτη
δεν το ’χω δοκιμάσει».

«ΟΧΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ!» μούγκρισε τότενες ένας ειδήμων άλλος,
«είναι ρουφήχτρες και γκρεμνά, ο κίνδυνος μεγάλος! Έλα από ’δώ,
που ξέρω εγώ πώς πρέπει να σε βγάλω!»

Το χέρι της το δεύτερο άρπαξε σαν τανάλια, να τηνε σώσει απ’ τα γκρεμνά και τα καυτά μυδράλια.
Ο τρίτος ο ασαφέστερος, που ουδέτερος φαινόταν, στον τόπο την καθήλωνε, τους άλλους καταριόταν.
Κι άλλοι πολλοί φιλεύσπλαχνοι ειδήμονες προσήλθαν, για το δικό της το καλό όλοι τους προσφερθήκαν. Ένας την τράβαγε από εδώ, άλλος απ’ την άλλη, και με τα λόγια τα πολλά της πήραν το κεφάλι.
Πονώντας έμενε εκειδά, με αγωνία πασχίζοντας απόφαση να βγάλει. Ήταν όμως αδύνατον κάπου να καταλήξει, και στάσιμη εμούχλιαζε μες στη μεγάλη πλήξη.
Κι ο χρόνος κύλαγε γοργά δίχως να λογαριάζει, γιατί ο δικός του ο σκοπός δεν ξέρει από μαράζι.
Γερνούσε η φλέβα της Ζωής προτού ζωή να ζήσει. Κι έξω, εκείνοι που την πρόσμεναν δίψαγαν και βογγούσαν, κι οι ώρες τους λιγόστευαν πριν καν ο ήλιος σβήσει.
Κάποια στιγμή, σαν έκλαμψη, της ήρθε να ρωτήσει τον πρώτο που προσφέρθηκε το δρόμο να της δείξει:

«Και δε μου λες, καλέ μου εσύ, ποιος είναι ο τόπος ο σωστός
που ξέρεις να με βγάλεις;»

Εκειός της αποκρίθηκε, με σιγουριά μεγάλη:
«Είναι οι ντουσιέρες των παιδιών που παίζουν με τις μπάλες, μα κι ολωνών των τουριστών οι ιδρωμένες σπάλες».

«Εσένα ποια είναι η μεριά που μου ’χεις φυλαγμένη;» ρώτησε αυτή
τον δεύτερο όλως απορημένη.

«Μα βέβαια τα πλυντήρια τόσων αυτοκινήτων. Και αν περισσέψει τίποτα, σου ’χω κι αφοδευτήρια στιλβόντων ακινήτων».
«Δεν είναι οι τόποι αυτοί σωστοί!» πετάχτηκ’ ένας άλλος. «Πράσινα γήπεδα του γκολφ έχω εγώ για σένα, με τ’ απαλά γρασίδια τους όλα μεταλλαγμένα».
«Πράσινα άλογα του γκολφ και μάταιες ασχολίες – κοίτα να γίνεις χρήσιμη, άσε τις μαλακίες», τότε την ενουθέτησε έτερος τις ειδήμων. «Πρέπει να δώσεις το νερό στης γης τους δουλευτάδες, που σπέρνουν και καλλιεργούν φυτά των βιοκαυσίμων».

Καθένας κάτι αλλιώτικο είχε να της προσφέρει, κι όλοι μαζί τσακώνονταν ποιος θα την καταφέρει. Μονάχα αυτός ο ουδέτερος καθόλου δεν βιαζόταν να πει για πού στα χέρια του η φλέβα προοριζόταν, παρά έστεκε αμίλητος με ύφος αυθεντίας, λες κι όλα αυτά που άκουγε δεν είχαν σημασία.

«Εσείς, καλέ μου κύριε, δε μου είπατε ακόμα ποια είν’ η δική σας
η μεριά, ποιο το δικό σας στρώμα»,
του μίλησε η φλέβα μας την ώρα
που πνιγόταν, μήπως σ’ αυτόν σωτήρια σανίδα ευρισκόταν.

Κι αυτός, μ’ ένα χαμόγελο όλο εμπιστοσύνη, που θα ’κανε να σάστιζε και η κυρά Φροσύνη:

«Οι διαστημικές αποστολές, είναι ορέ ζαγάρι, που για νερό γυρεύουνε στο έδαφος του Άρη».

Πράγμα παράξενο πολύ, και όμως έγιν’ έτσι: μέσα στη σαστισμάρα της, η φλέβα εσυλλογίστη. Και της εφάνη ότι όλοι τους οι επίδοξοι σωτήρες από το αυτό κολέγιο είχαν αποφοιτήσει…
Μ’ ετούτη εδώ τη σκέψη της, παρέδωσε η καημένη, οπότε τους ικέτευσε, πλήρως απελπισμένη:

«Μα τι να κάνω, πέστε μου, ποιο δρόμο να τραβήξω;»

«Ελεύθερα αποφάσισε», ευθύς εκείνοι απάντησαν με μια φωνή
ένα στόμα. «Τώρα πια σου τα είπαμε, τα έχεις μάθει όλα. Ποιο το καλό, ποιο το κακό, ποιο τ’ όφελος και η φόλα».

Τότε αυτή κατάλαβε τη μηχανή του δόλου όπου την μπλέξαν οι μορφές του αντεστραμμένου ειδώλου. Ήταν κι ετούτη άλλη μια φάρσα των Φαρισαίων, που υπάρχουν αίμα πίνοντας εύπιστων ανιδέων.
Τον εδικό της προορισμό αμέσως εθυμήθη, και μ’ ένα τίναγμα άγριο ξέφυγε απ’ τη λήθη.
Μεμιάς όλους τους μούντζωσε, γυρνώντας τους την πλάτη – τα πέντε της τα δάχτυλα τους κάνανε αλάτι.

Κανένας δεν της μίλησε ποτέ για τέτοιο πράγμα. Ετούτο ήταν το μόνο της και το μεγάλο σφάλμα: το ότι δεν εγνώριζε τίποτε για εκείνα τα οποία λόγο ύπαρξης δεν έχουνε κανένα. Μα ήταν ακατόρθωτο γι’ αυτά να είχε μάθει, καθόσον όλα βρίσκονται στου μηδενός τα βάθη.
Αυτή μονάχα εγνώριζε την αληθή σοφία, που αναβλύζει αστείρευτη
απ’ την αγνή Ουσία.

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΦΛΕΒΑ, ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΖΗΣΕΙ.

Μέσ’ απ’ τη λίμνη το λοιπόν θ’ αναδυθείς
στη σκοτεινότερη της Νύχτας ώρα που άλλος θα Σε δει ουδείς
τη Λίμνη την Πεντάμορφη που είν’ όλη ένας κήπος
ο Κήπος της γαλαξιακής δικής μου Ομορφιάς
του οράματός μου ο ασύλληπτος ο Μύθος
κήπος που θα ‘χει τη μορφή ακροθαλασσιάς
ακτής φιλόξενης για ναυαγούς αν και αβύσσου τρομερής βαθιάς
το ίδιο βαθιάς ως θα βροντά και της καρδιάς μου ο χτύπος
κι ασπίλου αλήθεια τόσο πια που δε θα υπάρχ’ ούτ’ ένας ρύπος
για να λεκιάζει το άχραντο του δέρματός Σου χρώμα
και να μολύνει τη Ζωή με τρωκτικών το κώμα
αφού το Μέγα Θαύμα της θα θριαμβεύει ακόμα
το Θαύμα αυτό που είσαι Εσύ παρθένο μου άγιο Νησί
Πέτρα μονήρης και σκληρή μα κι αλμυρή μπουκιά μισή
που τώρα ολοκληρώθης στην στομωμένη μου ύπαρξη
από λουλούδια αέρινα όμοια με smileμένη Πέτρα
από λουλούδια αέρινα όμοια με smileμένη Πέτρα
που αιώνες πολιορκήθηκαν απ’ τη Μεγάλη Έχθρα
μα ουδέποτε νικήθηκαν μόνο το προσποιήθηκαν
με τη Σοφία τη θηλυκή που εξεύρει και είναι η σωστή
γιατ’ είναι πάντα ελεύθερη μέσα στις αλυσίδες
αφού κατέχει Μυστικό που άντρας κανείς δεν οίδε
το Μυστικό του Κήπου Σου με τις αγνές ασπίδες
που τις εβλέπει ο χάροντας και αναζητεί φολίδες
να προστατέψει το άψυχο το κούφιο του τομάρι
και να μας ρίξει στην καρδιά στον τάφο να μας πάρει
που όμως πλέον έγινε μαιευτήριο κλαμάτων
όλων των νεογέννητων και θαυμαστών πλασμάτων
χάρη σ’ Εσέ γενναιόδωρη που έβαλες το Λιθάρι
Σώμα πανγόνιμο σεπτό σκαρί μου ευλογημένο
που η φαντασία δε γεννά σ’ όνειρο μαγεμένο
μόνο της Νύχτας τούτης η Κοιλιά της Λίμνης Σου η Κοίτη
Μέρα μεγάλη και τρανή ωσάν τον Ψηλορείτη

«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!!….

Ιουνίου 20, 2010

….Επισήμως και πανηγυρικώς!!

Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί


_ _ _ _ X V I_ _ _ _

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου θα πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος

Και ολίγη γκρίνια, να παρασκευάσουμε σαλάτα
Αρχίζω ν’ αμφιβάλλω πολύ έντονα, τούτες τις τελευταίες μέρες, για το εάν έχουμε νοιώσει ακόμα κι εμείς, οι ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι διαδικτυακοί φίλοι, τι σίδερο τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά χρειάζονται για να χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε. Θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι σπουδαίο, και το αντιμετωπίζουμε σαν να είναι ένα απλό παιχνιδάκι – που μπορεί, ναι, στο χέρι μας είναι να γίνει παιχνιδάκι, μόνο που για να συμβεί αυτό, πρέπει εμείς να γίνουμε πρωτομάστορες, ενώ τώρα είμαστε κάτι ελάχιστα πιο πάνω από παραγιοί.
Ή, αν μου επιτρέπετε να το διατυπώσω ακόμα πιο σκληρά -δηλαδή, ακόμα πιο αληθινά-, αρχίζω να σκέφτομαι μήπως πρέπει να μας λιθοβολούν αυτοί που μας φωνάζουν αεροβάτες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, και κάτι πράματα αδιανόητα, που να μην πιστεύω στα μάτια μου, αφού είν’ ετούτα πράματα καμωμένα από εμάς τους ίδιους, που «ποιητές» δηλώνουμε -μάλιστα, «ποιητές της ζωής», ενίοτε-, «νοήμονες τρελοί», «πολιτισμένοι», «αγωνιστές», ακόμα και «Άνθρωποι».
Είναι που βλέπω, βλέπετε, σε τίποτε εμείς να μη διαφέρουμε κατά βάθος απ’ τους χαλαστές – ενίοτε, μάλιστα, τους χαλαστές της ζωής, τους απροσμέτρητους παράφρονες που μόνον η στάχτη κι η πούλβερη ικανοποιεί, τους παχύδερμους ανάλγητους και τους ανθρωποφάγους, ακόμ’-ακόμα κι απ’ τους σκορπιούς και τις ύαινες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, ανθρώπους ώριμους -αλλά μόνο ως προς την ηλικία, δυστυχώς…- να μην τους καίγεται καρφάκι για τη ζημιά που ενδέχεται να προκαλέσουν σε πολύ νεώτερα από αυτούς άτομα με την -παντελώς αδικαιολόγητη- εξουσιαστική επιρροή που τους ασκούν, και το μόνο που τους ενδιαφέρει να είναι, μην τυχόν χάσουν -οποία βλακεία!…- την «αυλή» που έχουν καταφέρει να σχηματίσουν ολόγυρά τους, από την οποία πορίζονται δόξα -…βλακεία εις το τετράγωνον!!…- και πελατεία -…εις τον κύβον!!!…
Κι έτσι, καταλήγουμε να γίνουμε μία σαλάτα βλακείας! Ίσως η μεγαλύτερη σαλάτα βλακείας στον κόσμο!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!
Αυτό ακριβώς κάνουν οι σοφές μέλισσες για να χτίζουν
τις εξαγωνικές κηρήθρες τους. Επίσης, το κάνουν όταν τα σμάρια τους εισέρχονται στη νέα μόνιμη κατοικία τους, αλλά και
για να ξαναμπούν στην κυψέλη τους, όταν καμμιά φορά συμβαίνει
να πέσουν ξαφνικά μπροστά της πολλές μέλισσες μαζί.

Εμείς οι «νοήμονες», εμείς οι «εξελιγμένοι», εμείς οι «πολιτισμένοι» κάνουμε το ακριβώς αντίθετο!…
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων κατά τις οποίες κάποιος συνάνθρωπός μας θα επιχειρήσει να «αρπαχτεί» επάνω μας, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρίσκεται, εμείς, για να τον… βοηθήσουμε, του δίνουμε μια περιποιημένη κλοτσιά.
Μάλιστα, έχουμε «εξελίξει» σε θαυμαστό σημείο αυτό το αγαπημένο μας άθλημα -σαν «εξελιγμένα» άτομα που είμαστε-, και δεν καθόμαστε να περιμένουμε πότε θα βρεθεί κανένας άτυχος ν’ αρπαχτεί από πάνω μας, ώστε να ρίξουμε την κλοτσιά και να την καταφχαριστηθούμε: βρίσκουμε μόνοι μας, πανεύκολα -και με το ατιμώρητο, βέβαια-, κάποιον που θεωρούμε κατάλληλο πετσί για να κλοτσήσουμε, και του την ανάβουμε! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σιτίζουμε και το ερείπιο τύπου Ρικομέξ που σχεδόν όλοι μας ευλαβικά περιποιούμαστε εντός μας, γιγαντώνοντάς το και θάβοντας ολοένα και περισσότερο τους εαυτούς μας κάτω απ’ αυτό! Είναι ετούτη, ξέρετε, μία αρχαιόθεν δοκιμασμένη συνταγή, η οποία φέρνει πάντοτε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα!


Το ποιηματάκι που ακολουθεί, θα πρέπει να το διαβάσετε από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή να αρχίσετε από το τελευταίο (έκτο) εντός πλαισίου δίστιχο (και ουδόλως δύστυχο, εννοείται!…) και να συνεχίσετε προς τα πάνω. Μόλις το κάνετε, θα έχετε καταλάβει και το γιατί του έδωσα αυτή την αντίστροφη διάταξη.

Ξ Υ Π Ν Α Α Α Α ! ! ! !

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
της πεμπτουσίας του βίου μας να πιούμε το κανάτι!

Έλα να κλείσουμε ο ένας στον άλλονε το μάτι,
στα ουράνια να πάμ’ εκεί ψηλά που ζουν οι αθανάτοι!

Αδύνατον να καταλάβω γιατί με έχεις άχτι!…
Α! Σίγουρα, από ένα μάταιο μωρόδοξο γινάτι!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
αντί να βγάζουμε ο ένας του αλλουνού το μάτι!

Έλα να καθαρίσουμε της ζήσης μας το μονοπάτι
αν θες να μη σαπίσουμε στον τόπο εδώ αμανάτι!

Μη λυπηθείς τα κούτσουρα!
Διότι τα κούτσουρα, απ’ όπου κι αν προέρχονται, ακόμα κι από εσένα τον ίδιο, είναι για να καίγονται!

Μη φτάσεις ώς τη στάχτη!
Μην προκαλέσεις καταστροφή! Εάν το κάνεις, θα γίνεις κι εσύ, ολόκληρος, ένα αποκαΐδι!




Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ.
ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ: ΑΠΟ ΜΑΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ!


Κι άλλο «αίνιγμα» με ολόψυχες προ(σ)κλήσεις!!!!

Ιουνίου 18, 2010

Προσκλήσεις σπέρνω σπόρους μοιράζω
και μαράζι δε βάζω
σημειώσεις μονάχα αραδιάζω
τα πρόσωπα απ’ τις μάσκες ξεχωρίζω
τους φίλους απ’ τη μαύρη θλίψη βγάζω

Σπόρους προκλήσεων γεμάτων Ανθρωπιάς
αγρύπνιες παρακλήσεων δίχως κακομοιριά

έλξεις φιλότητος -κι εν γένει Έρωτος, σαφώς-
αδιάκοπ’ αραδιάζω
χωρίς από μαράζι ούτ’ ένα τόσο ίχνος πια να βάζω
όταν η απάντηση που παίρνω είν’
ένα μαύρο «Απουσιάζω«
μήτε όμως και τους άλλους στην οδύνη να βουλιάζω
κείνους που ένα
«Ναι!» μου λένε
δίχως πολλές φορές να ξέρουνε τι θένε,
μα τουναντίον από πόνο θλίψη και καημό
με αγάπη τους αδειάζω


Κι έτσι ολοένα μέσα στην πράξη ωριμάζω
μέσα στη
δράση ευ-δοκιμώ και άνθη βγάζω
γέφυρα γέγονα μες στα γκρεμνά στις καταιγίδες
τους συνανθρώπους μου να προστατεύω απ’
τις παγίδες
τα εσώψυχά μου τα κουσούρια βρήκα τον τρόπο και κατασιγάζω
τα εντός μου δόλια τέρατα γέγονα πλέον ικανός τέλεια να δαμάζω
– τον μόνο τρόπο δηλαδή που εγγυάται νίκη εωθινή και όχι
ΜΑΣΚΑΡΑΤΑ να κοιμάται
νίκη μαθές τους πύρρειους θρίαμβους ούτε που ξέρει να θυμάται

Και όλα ετούτα πετυχαίνω δίχως ούτε γι’ αστείο να καγχάζω
χωρίς να κοκορεύομαι τίποτα το ιδιαίτερο να παρουσιάζω
-απλώς και μόνο ματαιόδοξα θέλοντας να εντυπωσιάζω-
και βέβαια χωρίς κανέναν στο ελάχιστο να εξουσιάζω
αφού το μόνο εγώ που θέλω είν’ την
ουσία διαρκώς να πλησιάζω
αυτήν που ανέκαθεν με τρέλαινε στα μάτια να κοιτάζω
και αποζητούσα να την βρω στην αγκαλιά της μέσα να κουρνιάζω
την ίδια αυτήν που όλοι μας ποθούμε -πράγμα που πλέον
ούτε που το κουβεντιάζω-

μα υστερικά την κυνηγούμε οπότε διαρκώς την απωθούμε
κι εν συνεχεία τη μισούμε καθώς το ίδιο τον εαυτό αντιπαθούμε
μόνο και μόνο ώστε να μπορούμε ασύστολα να απορούμε
τι διάολο είναι αυτό που φταίει και τη ζωούλα μας την κατακαίει
κι απαρηγόρητες Μανιάτισσες ανόητες για θάνατο που
δεν μας βρήκε
με ολοφυρμούς με κοπετούς στην πιο καλή των περιπτώσεων μοιρολογάμε
έτσι καθώς ο σ-ατανάς μέσα μας σαν το νοικοκύρη μπήκε
ώστε το θάνατο εν τέλει οι ίδιοι επάνω μας τονε τραβάμε

Το υπέροχο βίντεο που ακολουθεί, το ανακάλυψα χάρη στη φίλη mi_metrelaineis. Μαζί με τις ευχαριστίες μου, της αφιερώνω ιδιαίτερα, εκτός από αυτό, και το δεύτερο βίντεο με τους Enigma που έχω συμπεριλάβει σε αυτή την ανάρτηση.


Κι όταν είναι αμοιβαία τα αισθήματα μωρό μου
ήγουν στην άτολμη απραξία εξαντλώ τον εαυτό μου,
πάλι το ίδιο -ή, έστω, εμπλουτισμένο- μοιρολόι τραγουδάμε
κάποια (μοιραία, μήπως;) δεκάτη ογδόη του Οκτώβρη….
με τα όργανα και τη φωνή που ως ά-τομα (;;;;!!!!????….)
οι ίδιοι προτιμάμε:


Κάποιες στιγμές πιο φωτεινές,
που συλλογιόμαστε πως όλα είναι δικά μας
μα σαν να γλίστρησαν στο χθες
και ουδέποτε είν’ εδώ στο σήμερα στα δάχτυλά μας,
ε τότενες πολύ σωστότερα έρχετ’ η απορία
– πολύ εγγύτερα, προσωρινά, είμαστε στην
ουσία:

Μα είν’ ελάχιστη η απόσταση απ’ το προσωρινά ώς το παντοτινά!
Σχεδόν ανύπαρκτη
(λέω «σχεδόν» αντί για «κυριολεκτικά»,
μη για τρελό πάλι με πείτε)!
Σας το υπογράφω
, τώρα που το ‘φερε η κουβέντα εδωνά!
Απ’ τη ζωή την πείρα το μυαλό και την καρδιά μου
είναι όλα ετούτα που σας γράφω
– δεν είμαι πίθηκος και δε μου αρέσει τίποτε ν’ αντιγράφω!

Εκεί στο βάθος Είμαι Εγώ
ολόρθος σε προσμένει ο
που κάνει το
Θαύμα μπορετό
όρθρος που ανασταίνει

Οι δρόμοι όλοι του ντουνιά
σ’ εμέναν οδηγούνε
δοκιμασμένη απανεμιά
κι ας οι καιροί λυσσούνε


Εκεί στο βάθος κρύπτεται
Φύσις Πεφιλημένη
στο Φως του Ήλιου απλώνεται
Αμάλθεια Ευλογημένη

Εκεί στο βάθος το Παιδί
που μοιάζει με λωλάδι
μοσχοβολεί το γιασεμί
χάνεται
το σκοτάδι

Εκεί στο βάθος του μυαλού
στέκεις φυλακισμένη
Παρθένα Κόρη του Γιαλού
Μήτρα χαροκαμένη

Εκεί μακριά στη Σάντα Φε
τη Σκάλα
ανέβα αδελφέ
μην πίνεις πια πικρό καφέ
κάψε τους κάφρους της Χουαρέζ!

Εκεί στο βάθος το Φιλί
γνήσια Καρδιά σε καρτερεί
που σκίζει σα νυστέρι
τον Κόσμο της Ζωής θα φέρει

Τι λείπει σε όσα μέχρι εδωπέρα είπα, εκτός από τη λύπη;
Γιατ’ είναι αλήθεια όσο και αν αλλόκοτο φαντάζει, πως κάτι λείπει!
Είναι το κλου είνα’ η ΜΑΓΕΙΑ είνα’ η ευ-φορία η ΕΥΤΥΧΙΑ
που δε σ’ αφήνει ούτε λεπτό άπαξ και πιάσεις τον σωστό
ευλογημένο τον Σκοπό – μέσα σ’ αυτόν εσύ κι εγώ
μέσα σε Αυτόν όλο το σύμπαν που δε σηκώνει είπα και ξείπα
που κάνει μια χαψιά
τις ΗΠΑ και όλα τα παράσιτα τα δίχως τσίπα
μέσα σε Αυτόν υπάρχουμε γεννιόμαστε για να Τον πάθουμε!

Και κάτι για όσους τυχόν ξεχνούν
και γεγονότα και
Αριθμούς
Βουνά
ταξίδια του Βυθού
Γεννήσεις πλοία του σκοτωμού
Μάγισσες του μεσημεριού
τα λόγια που οι ίδιοι είπαν μόλις χθες
τα βέλη που έριξαν χωρίς να φταις

το τέσσερα και το δεκάξι
τη Νύχτα που έχει πια Χαράξει
τ
α δυο αφτιά που φλέβισαν
τα δύο μάτια που έπρηξαν
τα δάκρυα και οι οθόνες
τους
Άνθρωπους και τους τελώνες
τους Δρόμους που έγιναν χελώνες
τους Κρόνους και την
Άγια Πέτρα
του Έρωτος την Άτρωτη Φαρέτρα

Κι από κοντά
κι από μακριά
κι από έξω
κι από μέσα
-αρκεί να έχεις λίγη μπέσα-

μονάχα με το Ολότροπο
του Κόσμου το Τραγούδι
παύει να κλώθει η Άτροπος
Ανθίζει το Λουλούδι
– λαγχάνει ο Λίθος
Πράσιν’ Ωραίο Χνούδι


Λοιπόν, για όσες και όσους φίλους ενδιαφέρονται, έχουμε και λέμε:
Σήμερα Παρασκευή, βρισκόμαστε έξω από το Ινστιτούτο Θερβάντες, οδός Μητροπόλεως 23, και ώρα 7.30, για την παράσταση «Cafe Cantante» (η οποία αρχίζει στις 8.00).
Μεθαύριο Κυριακή και την επόμενη Δευτέρα, βρισκόμαστε στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, οδός Φωκίωνος Νέγρη 42, το αργότερο μέχρι τις 9.10 μ.μ., για το τρίπτυχο πάνω στα έργα του Σάμουελ Μπέκετ.
Από την Τρίτη και μετά, το θέατρο των συναντήσεών μας μεταφέρεται για περίπου τρεις εβδομάδες στην Κρήτη (προσφέρεται και για μπάνια, τώρα πια), και βλέπουμε πάλι.
Όποια και όποιος ενδιαφέρεται για κοινή «έφοδο» στις αθηναϊκές παραστάσεις των τριών αυτών ημερών, μπορεί να μου τηλεφωνεί για συνεννόηση στο 6970.398.445.
Για τη σημερινή παράσταση στο Ινστιτούτο Θερβάντες, μου είναι εύκολο να βγάλω εισιτήρια για όποιον θέλει (κοστίζουν 15 ευρώ), αρκεί να μου το πει εγκαίρως.
Εννοείται πως εγώ θα είμαι διαθέσιμος και τις τρεις μέρες, αν όμως δεν υπάρξει ανταπόκριση από κανέναν, δεν πρόκειται να πηγαίνω ούτε εγώ, διότι ο χρόνος μου είναι πολύτιμος.

Μια τοσοδούλα -τετράφυλλη, κι αυτή!- αφιέρωση στ’ Αστέρια μου που γίναν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

Ιουνίου 16, 2010




Βγαίν’ η βαρκούλα, βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά
από το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα
από το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά

Κι απλώνει ο ναύτης, κι απλώνει ο ναύτης με χαρά
τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα, βαρκούλα
τα δίχτυα του και πάλι, βαρκούλα του ψαρά

Το φεγγαράκι, το φεγγαράκι τον γιαλό
τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα, βαρκούλα
τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα του ψαρά

Και κάθε ψάρι, και κάθε ψάρι παχουλό
μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα, βαρκούλα
μέσα στα δίχτυα πέφτει, βαρκούλα του ψαρά

Πολύ κουράστη-, πολύ κουράστηκες ψαρά
τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα, βαρκούλα
τα ψάρια είναι δικά σου, βαρκούλα του ψαρά

Και πούλα τα, και πούλα τα στην αγορά
να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα, βαρκούλα
να θρέψεις τα παιδιά σου, βαρκούλα του ψαρά

Την επόμενη βδομάδα, θα συμπληρώσω την ανάρτηση με εικόνες από ένα βιβλίο ΜΟΥ. Η πιο ωραία από αυτές, θα είναι η ζωγραφιά που είχε κάνει σε μία από τις πίσω λευκές του σελίδες ένα κοριτσάκι από την Πορτογαλία, που λέγεται Βίρια, εν έτει 1994….
Συμβιβαστείτε προς το παρόν με αυτά τα ολίγα έμφιλα, και πάλι εδώ είμαστε!!!!

Θαυμαστό ταξίδι μες στη νύχτα

Ιουνίου 16, 2010


Νύχτα ξεκίνησα κατά τη δύση
και όμως βρέθηκα σε υπέρλαμπρη ανατολή!
Θαρρείς πως πήγαινα κόντρα στη Φύση
κι αυτή διέταξε να πάρω αποβολή!

Μπροστά μου δεν φαινόταν ούτε αχτίδα
τα ποδάρια μου ολοένα εκαταβούλιαζαν
όλα μού λέγαν δεν υπάρχει ελπίδα
-το ίδιο δε σου λέγανε κι εσένα;-
και τα στοιχειά με πείσμα ενάντια μου εμάνιαζαν

Μ’ απτόητος εκεί! εγώ επροχωρούσα
νύχτα στη νύχτα, έλεγα, μέρα λαμπρή θα φέρει
είχα ένα στόχο που ποτέ δε λησμονούσα
– και ξάφνου πέφτει απ’ τα ψηλά έν’ αστέρι!

Λες κι ήτανε το σύνθημα, κάστρο μπροστά μου εφάνη!
Σ’ εμένανε ν’ αντισταθεί τον Ούννο τον Αττίλα
στάθηκε ολόρθο κι οχυρώθηκε με ένα πυροφάνι…
Εγώ όμως Μέρα γύρευα, καμμιά νίκη-ξεφτίλα…

Μα ήταν τόσο όμορφο, που με ήλκυσε κοντά του.
Να του αρνηθώ δεν μπόραγα, ας του έκανα τη χάρη,
έστω κι αν με περνούσε για εχθρό, που ‘πρεπε του θανάτου
βόλι ευθύς να του έστελνε, σαν άλλη Μάτα Χάρι

Ευλαβικά πλησίαζα, θαύμαζα απορημένος
γιατ’ ήτανε το κάλλος της σιωπής του, χρυσή μια τέτοια μελωδία,
που γούρλωσαν τα μάτια μου παρ’ ότι νυσταγμένος!
Μου τραγουδούσε μυστικά με θλίψη μες στην αδικία
ότι αλήθεια αποτελεί μια ατόφια παρουσία

Δε χρειαζόταν να το πει, το είχα καταλάβει
κι ευθύς ανταποκρίθηκα πριν καν αυτή προλάβει
το θάμβος της ολότελα να κρύψει στη μελάνη
σατανικών στιχουργικών που θα έκανε χαρμάνι

στον Φόβο υπακούοντας
τη Φύση παρακούοντας
– μα κάπου Εμένα εισακούοντας
που είχα πλέον γίνει λέοντας…

Το έφερα γύρο βήμα-βήμα
καθώς μουρμούριζε το κύμα
που το εμπέρδευα με το σκοπό της
όπως αυτή εμένανε με το φρουρό της

Μα το σκοπό μου ούτε στιγμή δεν είχα ξεχάσει
απλώς το κάστρο με κατηύθυνε στη δράση
όπως ο φάρος, ο φρουρός ο εαυτός μου
φύλαγε τ’ Όνειρό μου και το Βιός μου

Συνέχισα λοιπόν δυναμικά τη στράτα
για να βρεθώ ογλήγορα σε ασφάλεια λιμανίσια
όπου είχα την πιο τέλεια πια να διαλέξω βάρκα
το Αγαπημένο κάστρο ν’ απαγάγω σ’ Ελευθερία ίσια




Είχε -ΝΑΙ!- γλυκοχαράξει, θα το πω αν δε σας πειράζει!
Έφευγε τρεχάτο προς τη δύση το μαράζι!
Κάπου στον κόσμο έπαυε να πέφτει το χαλάζι!
Κι ο θάνατος, κότα σωστή,
στις κουτσουλιές του χώθηκε, μόνιμα να κουρνιάζει!

Άλλη δεν είχα πια επιλογή,
έπρεπε να γυρίσω κατά την ανατολή.
Μπροστά μου, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο
σπονδή στον Έρωτα έκανε, τιμημένο!

Όλα είχαν γίνει τώρα τόσο απλά
τα πόδια μου πατούσαν όμως δε βουλιάζαν πια
της Γης φτερά σα να μου έδωσαν οι φτέρνες
συγχρόνως σφίγγοντας του κάστρου μου τις φρένες

Πέρασα πάλι βιαστικά από κοντά του
ότι έπρεπε το Άλφα να ‘βρισκα στο φρύδι του κυμάτου
το Άλφα το κατάλευκο και κόκκινο κι ωραίο
το άτι που ψηλά στο Φως να μας υπάγει ήταν μοιραίο


Άλφα
Όπως η Αρχική Απέριττη Αλήθεια μας
Όπως το αστέρι της Αυγής
Όπως του Έαρός μου ο Αέρας
(ρίκο ρίκο ρίκο-κο ρίκο-κο ρίκο-κο)
της Ήρας μας η Αξία
η Ιώνισσα που Juno την καλούνε
οι ακέφαλοι οι Λατίνοι
τ’ αδέλφια των Σ-ιων-ιστών

Όπως το σύννεφο το Άσπρο των κυμάτων
συνάμα των ουράνιων σωμάτων
Όπως της Αδελφοσύνης η δοξαστική Μυρσίνη
Όπως της Αγάπης μας το Αστραφτερό Χρυσάφι

Όπως του Ήλιου μας η υπέρλαμπρη Ανατολή

Μα τι άλλο τώρα να σας ιστορήσω;
Τα βλέπετε όλα μπρος στα μάτια σας
τα σύννεφα που τρέχουν τα όρη που αντέχουν
– στο Θαύμα της Ανατολής κάλλιο να σας αφήσω!

[Σημ. Τώρα που κατόρθωσα κι ανέβασα όλα τα βίντεο που ήθελα να συμπεριλάβω εδώ, αλλάζω για ένα μικρό διάστημα την ημερομηνία αυτής της αναρτήσεως, ώστε να βρίσκεται στις θέσεις των πιο πρόσφατων και να τη δουν στην πλήρη της μορφή όσοι ενδιαφέρονται. Θα διορθώσω την ημερομηνία σε λίγες μέρες, ώστε να επανέλθει στην κανονική της θέση.]