Posts Tagged ‘ίντερνετ’

Λίγες σκέψεις, με αφορμή την άνανδρη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια

Ιουλίου 19, 2010

«Άνανδρη»! Μα τι λέω;! Ποιον ανδρισμό, ποιο φιλότιμο, ποιαν ανθρωπιά να περιμένουμε πως πρέπει να διαθέτουν οι υπάνθρωποι που έχουν καταλάβει όλες τις θέσεις-κλειδιά της κοινωνίας μας -αλλά και όλων των κοινωνιών του κόσμου-, αυτοί οι ίδιοι που δίνουν τις εντολές για το καθάρισμα οποιουδήποτε τους μπαίνει στο μάτι;

«Κοινωνίας μας»! Μα τι λέω πάλι;! Είναι αυτό το τερατώδες έκτρωμα κοινωνία;; Αστεία πράγματα!! Αυτό, είναι κατά πολύ χειρότερο κι απ’ τη χειρότερη ζούγκλα! Διότι ακόμα και στις ζούγκλες ισχύουν και λειτουργούν κάποιοι απαράβατοι κανόνες οι οποίοι προάγουν και βελτιώνουν τη ζωή, ενώ στο κωλοχανείο που ζούμε εμείς δεν λειτουργεί απολύτως τίποτε, παρά μόνον ο κανόνας των αρχαιόθεν ορκισμένων εχθρών της Ζωής!
Και, για το γεγονός ότι αυτή η «κοινωνία» εξακολουθεί να επιβιώνει και να θριαμβεύει, είμαστε όλοι ανεξαιρέτως συνυπεύθυνοι, άλλος λίγότερο και άλλος περισσότερο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΥΓΕΡΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΓΚΙΟΛΙΑ, ΚΙ ΟΣΟ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΟΤΕΣ, ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΟΛΟΕΝΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΘΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕΙ ΑΥΡΙΟ-ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΚΙ ΕΜΑΣ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΜΜΙΑ ΒΑΡΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΙΝΗΘΟΥΜΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ -ΚΑΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟ, ΦΥΣΙΚΑ- ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑΣ;;

Ένας παλιός μου γείτονας, με τον οποίο μιλούσα χθες το βράδυ, μου είπε ότι το στρατόπεδο του Συκουρίου Λάρισας, απ’ το οποίο η «επαναστατική» οργάνωση 17 Νοέμβρη είχε κλέψει πολεμικό υλικό, ήταν ένα ξέφραγο αμπέλι ήδη από τα χρόνια της χούντας. Κι εγώ, τότε, παρατήρησα: «Μα δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα ένα ξέφραγο αμπέλι;» Ανοιχτά σύνορα, «ανοιχτές κοινωνίες», υπηκοότητες στις στρατιές των κάθε λογής αλλοδαπών, «δημοκρατίες» και «ανθρώπινα δικαιώματα», ιδού οι αμέτρητες κερκόπορτες, απ’ τις οποίες εισρέουν ανεμπόδιστα τα «φτηνά εργατικά χέρια» των πληρωμένων δολοφόνων (στους οποίους παρέχουμε και δωρεάν μια στοιχειώδη ελληνική παιδεία, ώστε να μπορούν να εξαπατούν πιο εύκολα τα θύματά τους), των εμπρηστών για τις προβοκάτσιες σαν αυτή που έγινε στην εβραϊκή συναγωγή των Χανίων και για την πυρπόληση ολόκληρης της Ελλάδας (θυμάστε τι έγινε πριν από τρία χρόνια, και πόσοι συνάνθρωποί μας κάηκαν σαν λαμπάδες;), αλλά και τα ναρκωτικά που θερίζουν τη νεολαία μας σ’ αυτόν τον ατελείωτο ακήρυκτο πόλεμο που μας έχουν εξαπολύσει, και πάει λέγοντας…

«Μα έχουμε δημοκρατία, το τελειότερο πολίτευμα, και αυτά τα φαινόμενα είναι απλώς μερικές δευτερεύουσες αδυναμίες της!» Να τη χαιρόμαστε τη δημοκρατία μας, να χαιρόμαστε και την τιμή που εμείς οι Έλληνες απολαμβάνουμε, ως οι εμπνευστές και πρώτοι διδάξαντες του πολιτεύματος αυτού, χάρη στο οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη χαίρονται τα «αγαθά» της «ελευθερίας», του «σεβασμού των δικαιωμάτων τους» και δε συμμαζεύεται (προσωπικά, φρονώ ότι στην πραγματικότητα ετούτο το «τελειότερο πολίτευμα» κάθε άλλο παρά ελληνικής εμπνεύσεως είναι, αλλ’ αυτό αποτελεί αλλουνού αναγνώσματος αναβαλλόμενο…)!

Κι ένα νεαρό αγόρι, με το οποίο γνωρίστηκα και συνομίλησα χθες, μου εκθείαζε τη δημοκρατικότητα του διαδικτύου. Ναι, έχει δημοκρατικότητα το διαδίκτυο, αλλά δημιουργήθηκε τόσο δημοκρατικό, αποκλειστικά και μόνο προκειμένου «να βγαίνουν όλα τα σαλιγκάρια απ’ τις τρύπες τους και ν’ αποκαλύπτονται οι σκέψεις και τα σχέδιά τους», ώστε να γίνει ευκολότερο το σατανικό έργο των εχθρών της ανθρωπότητας. Κι όσο δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό κι επιμένουμε να μη συντονιζόμαστε, αλλά να κάνουμε ο καθένας μας το κομμάτι του μέσω του διαδικτύου, είμαστε χαμένοι από χέρι! Αυτά, για να μη βαυκαλιζόμαστε ότι τα χιλιάδες αγνά «λουλούδια» που ανθίζουν στο διαδίκτυο μπορούν να επιφέρουν την αλλαγή στην «κοινωνία» λειτουργώντας κατά μόνας, αλλά και, πέρα απ’ το διαδίκτυο, ότι μπορεί να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα όσο εμείς δεν δημιουργούμε άλλου είδους κοινωνικούς πυρήνες.

Παραθέτω και τον σύνδεσμο από τη σχετική ανάρτηση της Ολυμπίας, επειδή την θεωρώ πολύ καλή και αποκαλυπτική, αλλά κι επειδή ακολουθείται από εξόχως ενδιαφέροντα σχόλια.

Υστερόγραφο: Αποφάσισα να βάλω τα συγκεκριμένα χρώματα σ’ ετούτη την ανάρτηση, επειδή τα μαύρα δεν ταιριάζουν στην Ελλάδα.

Advertisements

«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!!….

Ιουνίου 20, 2010

….Επισήμως και πανηγυρικώς!!

Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί


_ _ _ _ X V I_ _ _ _

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου θα πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος

Και ολίγη γκρίνια, να παρασκευάσουμε σαλάτα
Αρχίζω ν’ αμφιβάλλω πολύ έντονα, τούτες τις τελευταίες μέρες, για το εάν έχουμε νοιώσει ακόμα κι εμείς, οι ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι διαδικτυακοί φίλοι, τι σίδερο τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά χρειάζονται για να χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε. Θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι σπουδαίο, και το αντιμετωπίζουμε σαν να είναι ένα απλό παιχνιδάκι – που μπορεί, ναι, στο χέρι μας είναι να γίνει παιχνιδάκι, μόνο που για να συμβεί αυτό, πρέπει εμείς να γίνουμε πρωτομάστορες, ενώ τώρα είμαστε κάτι ελάχιστα πιο πάνω από παραγιοί.
Ή, αν μου επιτρέπετε να το διατυπώσω ακόμα πιο σκληρά -δηλαδή, ακόμα πιο αληθινά-, αρχίζω να σκέφτομαι μήπως πρέπει να μας λιθοβολούν αυτοί που μας φωνάζουν αεροβάτες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, και κάτι πράματα αδιανόητα, που να μην πιστεύω στα μάτια μου, αφού είν’ ετούτα πράματα καμωμένα από εμάς τους ίδιους, που «ποιητές» δηλώνουμε -μάλιστα, «ποιητές της ζωής», ενίοτε-, «νοήμονες τρελοί», «πολιτισμένοι», «αγωνιστές», ακόμα και «Άνθρωποι».
Είναι που βλέπω, βλέπετε, σε τίποτε εμείς να μη διαφέρουμε κατά βάθος απ’ τους χαλαστές – ενίοτε, μάλιστα, τους χαλαστές της ζωής, τους απροσμέτρητους παράφρονες που μόνον η στάχτη κι η πούλβερη ικανοποιεί, τους παχύδερμους ανάλγητους και τους ανθρωποφάγους, ακόμ’-ακόμα κι απ’ τους σκορπιούς και τις ύαινες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, ανθρώπους ώριμους -αλλά μόνο ως προς την ηλικία, δυστυχώς…- να μην τους καίγεται καρφάκι για τη ζημιά που ενδέχεται να προκαλέσουν σε πολύ νεώτερα από αυτούς άτομα με την -παντελώς αδικαιολόγητη- εξουσιαστική επιρροή που τους ασκούν, και το μόνο που τους ενδιαφέρει να είναι, μην τυχόν χάσουν -οποία βλακεία!…- την «αυλή» που έχουν καταφέρει να σχηματίσουν ολόγυρά τους, από την οποία πορίζονται δόξα -…βλακεία εις το τετράγωνον!!…- και πελατεία -…εις τον κύβον!!!…
Κι έτσι, καταλήγουμε να γίνουμε μία σαλάτα βλακείας! Ίσως η μεγαλύτερη σαλάτα βλακείας στον κόσμο!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!
Αυτό ακριβώς κάνουν οι σοφές μέλισσες για να χτίζουν
τις εξαγωνικές κηρήθρες τους. Επίσης, το κάνουν όταν τα σμάρια τους εισέρχονται στη νέα μόνιμη κατοικία τους, αλλά και
για να ξαναμπούν στην κυψέλη τους, όταν καμμιά φορά συμβαίνει
να πέσουν ξαφνικά μπροστά της πολλές μέλισσες μαζί.

Εμείς οι «νοήμονες», εμείς οι «εξελιγμένοι», εμείς οι «πολιτισμένοι» κάνουμε το ακριβώς αντίθετο!…
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων κατά τις οποίες κάποιος συνάνθρωπός μας θα επιχειρήσει να «αρπαχτεί» επάνω μας, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρίσκεται, εμείς, για να τον… βοηθήσουμε, του δίνουμε μια περιποιημένη κλοτσιά.
Μάλιστα, έχουμε «εξελίξει» σε θαυμαστό σημείο αυτό το αγαπημένο μας άθλημα -σαν «εξελιγμένα» άτομα που είμαστε-, και δεν καθόμαστε να περιμένουμε πότε θα βρεθεί κανένας άτυχος ν’ αρπαχτεί από πάνω μας, ώστε να ρίξουμε την κλοτσιά και να την καταφχαριστηθούμε: βρίσκουμε μόνοι μας, πανεύκολα -και με το ατιμώρητο, βέβαια-, κάποιον που θεωρούμε κατάλληλο πετσί για να κλοτσήσουμε, και του την ανάβουμε! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σιτίζουμε και το ερείπιο τύπου Ρικομέξ που σχεδόν όλοι μας ευλαβικά περιποιούμαστε εντός μας, γιγαντώνοντάς το και θάβοντας ολοένα και περισσότερο τους εαυτούς μας κάτω απ’ αυτό! Είναι ετούτη, ξέρετε, μία αρχαιόθεν δοκιμασμένη συνταγή, η οποία φέρνει πάντοτε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα!


Το ποιηματάκι που ακολουθεί, θα πρέπει να το διαβάσετε από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή να αρχίσετε από το τελευταίο (έκτο) εντός πλαισίου δίστιχο (και ουδόλως δύστυχο, εννοείται!…) και να συνεχίσετε προς τα πάνω. Μόλις το κάνετε, θα έχετε καταλάβει και το γιατί του έδωσα αυτή την αντίστροφη διάταξη.

Ξ Υ Π Ν Α Α Α Α ! ! ! !

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
της πεμπτουσίας του βίου μας να πιούμε το κανάτι!

Έλα να κλείσουμε ο ένας στον άλλονε το μάτι,
στα ουράνια να πάμ’ εκεί ψηλά που ζουν οι αθανάτοι!

Αδύνατον να καταλάβω γιατί με έχεις άχτι!…
Α! Σίγουρα, από ένα μάταιο μωρόδοξο γινάτι!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
αντί να βγάζουμε ο ένας του αλλουνού το μάτι!

Έλα να καθαρίσουμε της ζήσης μας το μονοπάτι
αν θες να μη σαπίσουμε στον τόπο εδώ αμανάτι!

Μη λυπηθείς τα κούτσουρα!
Διότι τα κούτσουρα, απ’ όπου κι αν προέρχονται, ακόμα κι από εσένα τον ίδιο, είναι για να καίγονται!

Μη φτάσεις ώς τη στάχτη!
Μην προκαλέσεις καταστροφή! Εάν το κάνεις, θα γίνεις κι εσύ, ολόκληρος, ένα αποκαΐδι!




Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ.
ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ: ΑΠΟ ΜΑΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ!


Ένα απέριττο ξημέρωμα, που ωστόσο τα είχε -σχεδόν- όλα!

Ιουνίου 11, 2010

Από το υπέροχο ξημέρωμα ετούτης της μέρας, κιόλας, η ψυχική μου κατάσταση ήταν θαυμάσια – κι ας έλειπε, για λίγο ακόμη, κάτι εξόχως σημαντικό… Ανάλογης διαθέσεως αναρτήσεις σκεφτόμουν να κάνω, λοιπόν.
Ήρθαν όμως τρία γεγονότα, σαν να ήταν σταλμένα για να χαλάσουν τη γενική μου ευφορία.

Το πρώτο, μου αποκάλυπτε την αληθινή, και απαίσια, κατάσταση ενός καλού παιδιού, το οποίο είναι ένα από τα πρώτα που γνώρισα εδώ. Πρόκειται για ένα παλληκάρι που, ενώ κανονικά έπρεπε να τελειώνει τώρα την τρίτη λυκείου, την επόμενη σχολική χρονιά θα πάει στην… πρώτη! Και, μόλις πήρα από τον ίδιο σήμερα αυτές τις πληροφορίες, ξαναήρθαν αμέσως στο νου μου οι ζοφερές εικόνες που αντίκρυσα απ’ τον Απρίλιο, κιόλας, σε κάποιους χώρους εδώ, με ό,τι αυτές φανερώνουν πανηγυρικά για τα απίστευτα χάλια του εκπαιδευτικού μας συστήματος, για τις ασυγχώρητες παραλείψεις των υπευθύνων του «ελληνικού» Υπουργείου «Παιδείας»…
Και μου έφεραν αυτές οι πληροφορίες, εν συνεχεία, στο νου ένα άλλο παιδί της δευτέρας λυκείου που επίσης έχω γνωρίσει εδώ από τον Απρίλιο, το οποίο υποτίθεται ότι έχει γλυτώσει από αυτά τα καταστρεπτικά μονοπάτια – μόνο που έχει μπλεχτεί σε άλλα, και μάλιστα κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση των μορφωμένων γονέων του!
Έτσι έχουν δυστυχώς, καλέ Εσύ, Εσύ, τα πράγματα με τα δύο πρώτα «παιδιά» μας. Ευτυχώς που μετά από αυτά προστέθηκαν δεκάδες άλλα. Δεν μπορεί να έχουν όλα κι από ένα ανάλογο βαρίδι να τα παγιδεύει και να τα βουλιάζει!
Κι εν συνεχεία, μόλις ήρθα το μεσημέρι στο ίντερνετ καφέ, ανακάλυψα «τυχαία» μερικές ανατριχιαστικές πληροφορίες για τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν, όταν οι μαθητές των γυμνασίων και λυκείων κάνουν καταλήψεις, με το πρόσχημα του αγώνα για μία καλύτερη εκπαίδευση…
Όλα αυτά, εννοείται, μέλλουν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστών αναρτήσεων, οι οποίες θα γίνουν εν ευθέτω χρόνω.

Το δεύτερο πράγμα που προσπάθησε να μου χαλάσει τη διάθεση, ήταν η διαπίστωσή μου πως εξαφανίστηκαν για δεύτερη φορά οι εικόνες που έχω ανεβάσει στο «THE HOLY MEETING IN THE GOLDEN ISLAND OF THE ETERNAL SUN OF LIFE». Έγραψα αμέσως ένα σχετικό σχόλιο εκεί, και επιφυλάσσομαι…
Πάει καιρός, ήδη, που έχω επισημάνει την κακόβουλη κι εγκληματική δράση ορισμένων υπανθρώπων μέσω του διαδικτύου, έχω αποδυθεί σε έναν αγώνα για να περιοριστεί, τουλάχιστον, αυτή η απαράδεκτη και πολύ επικίνδυνη κατάσταση, και διαπιστώνω με οδύνη μου πως οι καλοί φίλοι συνιστολόγοι που έχουν λάβει γνώση παραμένουν αδρανείς, θαρρείς και είναι κάτι που δεν τους αφορά καθόλου, κάτι που αποκλείεται να πλήξει κάποια στιγμή τους ίδιους. Και συνεχίζουν, οι περισσότεροι από αυτούς, να δημοσιεύουν ωραιότατα λεξιγραφήματα (από προσωπικές τους εμπειρίες μέχρι ποιήματα και διηγήματα) ως άλλοι αυτοϊκανοποιούμενοι νάρκισσοι, ή να βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σε αδιέξοδες έως ολέθριες ατομικές ομφαλοσκοπήσεις…
Εννοείται ότι κανέναν δεν θέλω να προσβάλω, αισθάνομαι όμως ότι δεν υπάρχει άλλη εποικοδομητική και αληθινά φιλική στάση, πέρα από τη στάση της καλοπροαίρετης αλήθειας – έστω και με τον κίνδυνο να έχω λάθος ή να υπερβάλλω σε σχέση με ορισμένους.

Το τρίτο συνέβη το απόγευμα, και αφορά τους μικρόψυχους κι αστείους χαρακτηρισμούς που έχουν σπεύσει να κάνουν μερικοί για το άτομό μου. Δεν πειράζει, ας είναι καλά, και ο χρόνος θα δείξει όλη την πραγματικότητα…

Μα δεν επρόκειτο, βέβαια, να άφηνα τα δυσάρεστα, πράγματι, αυτά γεγονότα να με κλονίσουν!
Ορίστε, λοιπόν, λίγα βίντεο που τράβηξα μόλις σήμερα στην Ιεράπετρα, έτσι, για να… σκάσει μονάχο του ό,τι θέλει να μας σκάσει!
Δυστυχώς, ένα βίντεο, που συμβαίνει να είναι και το καλύτερο, δεν μπορώ να το ανεβάσω τώρα, επειδή έχει υπερβεί τα δέκα λεπτά και η κυρία Youtube μας το απορρίπτει. Θα χρειαστεί να κάνουμε υπομονή για λίγες μέρες, έως ότου μπορέσω να το «πετσοκόψω» με ένα πρόγραμμα επεξεργασίας βίντεο, ώστε να τα ενσωματώσω σ’ ετούτην εδώ την ανάρτηση. Προς το παρόν βάζω αντί για αυτό -ώστε να είναι και τέσσερα…- ένα απογευματινό, με τον… κύριο «Καλημέρα!».




Άρχισε (πρωθυστέρως, πάλι) η ΤΕΛΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ! ΦΥΛΑΞΟΥ!…

Μαΐου 25, 2010

…Εσύ! Εσύ! Εσύ! Εσύ!…

Και χαλάρωσε λίγο με το αγγελούδι που ακολουθεί, καλό θα σου κάνει, διότι θα είναι σφοδρότατο το επερχόμενο storm, αφού αποδείχθηκες πανηγυρικά ανίκανη να σταθείς σαν rider…

«Μα τι καθαρό σπίτι! Όλη την ώρα με τα σάρωθρα»!
«Πρέπει να καθαρίσουμε! Να ‘ναι το σπίτι μας καθαρό! Γιορτάζουμε σήμερα»!
«Αυτό είναι τουλάχιστον απαράδεκτο»!
«Έχει και η βρομιά τα όριά της»!
«Μετά θα σου δείξω πώς κάνει η μάγισσα Αϊάσανθα η Ιώνισσα, πώς δείχνει ολοπρόθυμα στους πάντες την απλούστατη συνταγή της ευτυχίας – αν και όλα δείχνουν ότι εσύ έχεις χάσει ακόμα και τη στοιχειώδη ικανότητα της οράσεως»!
«Τώρα, όμως, η αθάνατη μούσα η Καλλιόπη, η σπουδαιότερη από τις εννέα κόρες της Μνημοσύνης και του Ζηνός -και ουχί Διός- έχει καημό για να σκουπίσει! Τον ίδιο καημό είμαι σίγουρος πως έχει και η Κλειώ η νότια, αυτή της ένδοξης αρχαίας και σύγχρονης Ιστορίας, και όλες οι υπόλοιπες, που δεν τις αναφέρω ονομαστικά για να μη σε (ξανα)κουράσω και βρεθείς πάλι στην ανάγκη εξωτερικών βοηθημάτων για να κρατήσεις ανοιχτή την «πύλη της αντίληψής» σου… – Θαρρώ, μάλιστα, ότι τον αυτόν καημό έχει και η Καλυψώ που επί επτά έτη συναπτά εφιλοξένησε πλουσιοπάροχα τον Οδυσσέα, ακόμα κι αυτή η Κίρκη, που στο πάλαι ποτέ παρελθόν επεχείρησε να τον μετατρέψει σε γουρούνι (δεν βάζω σύνδεσμο, για τον ίδιο ανωτέρω λόγο…), αλλά τώρα πια έχει καταλάβει ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει. Αλλά και κάποια άλλη Ψυχωμένη, όπως επίσης και μια Πυριφλεγής, και… και… και…! Μέχρι και συνονόματες και συνονόματοι του υπηρέτου του θανάτου, ήγουν του «αρχαγγέλου» Μιχαήλ, έχουν τον ίδιο καημό! Κι ένα σωρό Μαράκια, βέβαια, με ολόφωτα -αυτά…- ματάκια! Και, φυσικά, φυσικά, ο εκκαθαριστής της κόπρου του Αυγείου Ηρακλής, ο οποίος μοιάζει να με έχει χρίσει διάδοχό του»!
«Τι άλλο σκουπίδι έχεις να φέρεις για να καθαρίσουμε; Φέρ’ τα όλα τώρα που γυρίζω και τον Άδη συγυρίζω»!
«Βρε συ! Έχουμε να κάνουμε κι άλλα πράγματα, εκτός απ’ το να μαλακιζόμαστε, λέω εγώ. ΕΣΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΕΡΙΑ «ΑΝΤΙΛΗΨΗ», ΤΙ ΛΕΣ;;»!
«Τι όμορφα που χτυπάς τα χεράκια σου, μανάρι μου! Αυτό ίσως και να είναι ενθαρρυντικό! ΤΟ ΕΥΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ, ΔΙΟΤΙ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΟΥΤΕ ΓΟΥΡΟΥΝΙ, ΟΥΤΕ ΕΡΠΕΤΟ, ΟΥΤΕ ΣΑΤΑΝΙΣΤΗΣ, ΟΥΤΕ ΕΚΒΙΑΣΤΗΣ, ΟΥΤΕ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟΣ, ΟΥΤΕ ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΙΚΟΣ, ΟΥΤΕ ΠΤΑΙΣΜΑΤΙΚΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ «ΚΕΡΔΙΣΑΝ ΤΗ ΦΙΛΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥΣ»! ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΑΧΑ ΕΝΑΣ ΤΙΜΙΟΤΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΣΤΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»!!


Σε ευχαριστώ, ωραίο μου πλυντήριο!
Είδατε η τεχνολογία, που την κατηγορείτε, αχάριστοι;!

ΑΣΤΡΑΨΤΕ ΦΩΤΑ ΟΛΑ ΕΣΕΙΣ,
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ!!

Ίσως να έχεις βγάλει το διασκεδαστικό συμπέρασμα ότι πάσχω από ανίατο παλιμπαιδισμό. Άλλωστε, κάτι τέτοιο μου έχεις γράψει, θαρρώ, στο τελευταίο κοσμιότατο χέσιμο που μου επιδαψίλευσες στις 18 Μαΐου, και φρόντισες να το κρύψεις μάνι-μάνι (μήπως θέλεις να σου το δείξω σε εικόνα;), αφού πρώτα «ενέκρινες» επιλεκτικά ένα σχολιάκι μου που μέσα στη βολική(;) βλακεία σου θεώρησες ότι σε βόλευε να δημοσιεύσεις – βλέπεις, δεν είμαι ίσα κι όμοια, για να έχω τα ίδια «προνόμια», με το γουρούνι σου, που σου τρίζει το δόντι κι εσύ αμέσως στέκεις σούζα στο ένα πόδι στρουθοκαμηλίζοντας! Αν επιθυμείς επιβεβαίωση ετούτου του ισχυρισμού μου, δες μόνο μία άλλη μεγαλειώδη βλακεία που διέπραξες ομού μετά του γουρουνιού σου, εκείνη της 18ης του Φλεβάρη, που επίσης έχεις τώρα εξαφανίσει (μήπως θέλεις να σου τη δείξω σε εικόνα;)! – Ή μήπως προτιμάς να σου αποδείξω πόσο ασταμάτητα κι ακατανίκητα συνωμοτεί το σύμπαν ολόκληρο υπέρ της Αλήθειας και της Ζωής; Άντε, θα σου κάνω κι αυτή τη χάρη: 18 του μηνού έχω τη γιορτή μου, 18 του μηνού ανακοινώθηκε η βράβευση του πατέρα μου με το Νόμπελ Ποίησης, 18 του μηνού ανέβηκε να δουλεύει για εμένα και όλους τους ανθρώπους στους ουρανούς! Σου φτάνουν αυτά, έτσι δεν είναι;!
Νόμιζε, λοιπόν, ό,τι σου κατεβάζει η «πύλη» της γκλάβας σου, εσύ θα ζημιωθείς, όχι εγώ!
Μπορεί όμως και να ενισχύεις, μες στην πολλή σου «αντίληψη», αυτό το διασκεδαστικό συμπέρασμα από το γεγονός ότι εγώ δημοσιεύω πολύ τακτικά βίντεο και εικόνες με μικρά παιδιά, ακόμα και βρέφη. Μα πώς να μη δημοσιεύω βρε (πάλαι ποτέ αγαπημένη) κοκορόμυαλη, αφού αυτά είναι η Ελπίδα, η αυριανή Ζωή, κι αφού εγώ έχω γίνει μέσα σε ελάχιστες μέρες γκαρδιακός φίλος δεκάδων νέων αξιαγάπητων πλασμάτων, από νήπια μέχρι μαθητές του λυκείου και φοιτητές, και ακοίμητος φύλακας-άγγελος όλων μα όλων από τους λογής (όνομα και μη χωριό…) εκμαυλιστές, διαφθορείς και δολοφόνους τους; Αφού είμαι ήδη πατέρας και σεβάσμιος παππούς τους και κρέμονται όλα απ’ τα χείλη μου; Σύρε μια βολτίτσα στην Ιεράπετρα, να συναντήσεις στην τύχη μερικά και να τα ρωτήσεις (αν και πολύ φοβάμαι πως αν το κάνεις, θα σε αρπάξουν όλα μαζί και θ’ αποναυαγήσουν το ναυάγιό σου στα κατάβαθα της ευλογημένης Ελληνίδος Θάλασσας· η Νέμεσις, όπως αρέσκεται να τη μνημονεύει μια Ψυχωμένη Ελληνίδα, σου [σας] έρχεται από όλους κι από παντού, και ο πρώτος τόπος που θα ξεβρομίσει απ’ τη θανατερή σήψη σας είναι αυτή η Ιερή Πόλη της Κρήτης) – ώστε να βεβαιωθείς για άλλη μία φορά πως είμαι ένας «μαλάκας αποκλεισμένος στον κόσμο του πλανεμένου μου μυαλού»!

Γεια χαρά νταν και τα κουκκιά μπαγκλάμ, που λένε κι οι φίλοι σου οι «Έλληνες»!

Υστερόγραφο:
1. Σε ευχαριστώ θερμά για το τελευταίο ηλίθιο άδειασμα-χέσιμο, καθώς και για τη γεμάτη «αντίληψη» νέα σου ανάρτηση, διότι μου προσέφερες έτσι και τα τελευταία στοιχεία που χρειαζόμουν για να καταθέσω αυτές τις μέρες, που βρίσκομαι στην Αθήνα, το παραφουσκωμένο «πακέτο» και των δυο σας στην Υπηρεσία Διώξεως Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα είμαι πια και απολύτως εξασφαλισμένος από τυχόν «φιλικές επισκέψεις» πληρωμένων δολοφόνων και «μοιραία ατυχήματα» – ή, με άλλα λόγια, έτσι και πάθω το παραμικρό, όλες οι υποψίες θα πέσουν επάνω σας, αφού δεν έχω απολύτως κανέναν άλλο εχθρό.
2. ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ, που κατόρθωσες, παρά την τερατώδη ψευτιά της βιτρίνας που εμφανίζεις προς άγραν ευπίστων θυμάτων, να γίνεις ο απελευθερωτικός καταλύτης για τη ζωή μου.
ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΟΣΟ ΠΙΟ ΣΥΝΤΟΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΕΥΤΥΧΗΣΕΙΣ.

Αερικό…

Φεβρουαρίου 13, 2010

Πόσους και πόσους δεν ενέπνευσες, πριχού γεμίσει σου η κεφαλή με μαυροκόκκινου χαμού κοπανιστό αέρα και γίνεις μια απουσία θλιβερή!
(Μην απελπίζεσαι, όμως, είσαι ακόμα ζωντανή, καθόσον η ψυχή και η καρδιά σου διαθέτουν ακατάβλητες αντιστάσεις.)

Ένας, απ’ τα παλιά:

Αερικό Αερικό λένε την κόρη που αγαπώ
Αερικό Αερικό λένε την κόρη που αγαπώ

Βγήκα στο δρόμο μια βραδιά
κι είδα να παίζουν τα παιδιά
μα πιο ψηλά στον ουρανό
έπαιζε ένα άστρο μακρινό

Αερικό Αερικό λεν το λουλούδι που αγαπώ

Πήγα και βρήκα χρυσικό
για δαχτυλίδι μαγικό
μα ήταν το δάχτυλο μικρό
και το χαμόγελο πικρό

Αερικό Αερικό λένε τα μάτια που αγαπώ

Τώρα θα ανάψω μια φωτιά
στα κυπαρίσσια του νοτιά
και στην ψηλότερη κορφή
θα σ’ έχω μάνα κι αδερφή

Αερικό Αερικό λεν την αγάπη που αγαπώ

Άλλος:

Όλα του κόσμου τα πουλιά
όπου κι αν φτερουγίσαν
όπου κι αν χτίσαν την φωλιά
όπου κι αν κελαηδήσαν

Εκεί που φτερουγίζει ο νους
εκεί που ξημερώνει
μαργώνουν τα πουλιά της γης
κι ούτε ένα δεν ζυγώνει

Σαν αερικό θα ζήσω
σαν αερικό

Ανάσα είναι καυτερή
και στέπα του Καυκάσου
η σκέψη που παραμιλά
και λέει τα όνειρά σου

Όσες κι αν χτίζουν φυλακές
κι αν ο κλοιός στενεύει
ο νους μας είναι αληταριό
που όλο θα δραπετεύει

Σαν αερικό θα ζήσω
σαν αερικό

Σαν αερικό θα ζήσω
σαν αερικό

Τρίτος (τωρινός, που σε κατάλαβε βαθιά):

Σβήνω απ’ την άμμο όλα τα χνάρια
απόψε που σε κυνηγάνε,
ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια,
αν μείνουν νηστικά πεινάνε…
Υποταγμένα σε κριτές,
υποκριτές και τους μοιραίους
κήρυκες που από ουρανούς
κι από άμβωνες ωραίους…

λένε πως σ’ έφερε ώς εδώ
μαύρο καράβι, μέγα πάθος
όμως το ξέρουν κατά βάθος…

Αερικό είσαι, αερικό…
Αερικό είσαι, αερικό…

Όσοι δε θέλουν να θυμούνται
πότε και πού αντισταθήκαν,
ποια τείχη γκρέμισες και βγήκαν,
ποιες φυλακές να μη φοβούνται…
τώρα σε θέλουνε σκυφτό,
τώρα σε θέλουν νικημένο,
ανήμπορο κι υποταγμένο
για να ξεχνάνε αυτό που ήταν…
Θα ’ρθει μια μέρα ένα παιδί,
τη μέρα που θα επιστρέψεις,

θα ’ρθει αυτό, μην το γυρέψεις
και θα σου πει…

Αερικό είσαι, αερικό…
Αερικό είσαι, αερικό…

Τι θα σου πει αυτό το παιδί;
Τίποτα. Μονάχα θα σου σφυρίξει τον ήχο της σιωπής.

Μα τι να πω μα τι να πω
τι ’ναι στ’ αλήθεια το Αερικό;
That is the question!

Another question:
Τι να είναι εκειός ο άνεμος
που με κρατάει ακόμα εδώ;

Κάποια Αθανασία,
καλή της ώρα στα Τρία Καλά απ’ όπου κατάγεται,
την οποία εκείνη τη χρονιά που για πρώτη φορά
ξαναγεννήθηκα –ξέρεις εσύ…–
γνώρισα,
μου είχε γράψει μες στο καταχείμωνο
και πάνω στον ανθό της άνοιξής της
αυτήν εδώ την απάντηση
σε μία δική μου επιστολή-διήγημα:

Αλήθεια είναι περίεργο αλλά… δεν ξέρω τι να γράψω…
είναι και το κρύο εδώ που με κάνει να μην μπορώ να κουνήσω
τα δάκτυλά μου πάνω στο χαρτί…
… πέρα απ’ όλα αυτά όμως ακούω… μια καταπληκτική μουσική «ροκ» (που μ’ αρέσει πολύ!)… και παρ’ όλο που θέλω να χορέψω…
το κρύο του δωματίου μου… δεν λέει να μ’ αφήσει…
είναι ένα καταπληκτικό τραγούδι που λέει:
«κι όμως είμαι ακόμα εδώ…
… κι αυτό το καλοκαίρι…
… λειωμένο παγωτό…
… κολλάει στο χέρι…
… κάποιος κοιτάει την ώρα…
… κάποιος στο δρόμο τρέχει…
… είμαι ακόμα εδώ…
… κι όμως είμαι ακόμα εδώ».
Η μελωδία του είναι υπέροχη… τι υπέροχη!… λατρεμένη…
… Για μια στιγμή… πήγα λίγο στο άλλο δωμάτιο…
… Ευτυχώς που κουνήθηκα και λίγο… και ζεστάθηκα κάπως…
… Θέλω αυτό τον καιρό… έτσι αυτές τις μέρες… να γεμίσει το σπίτι
με κόσμο… φωνές… καθημερινές… πολύ… έτσι συνηθισμένες…
απλά και όμορφα (και καθημερινά!)…
… Αυτή η εποχή είναι για ζεστά ανθρώπινα πράγματα…
κι όχι για μοναξιές!…
ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Και, στην πίσω σελίδα, πάνω σ’ ένα αυτοκόλλητο κίτρινο χαρτάκι,
είχε στρυμώξει ετούτα εδώ:

Υ.Γ. 1
… εντάξει κάνατε πολύ καλά που μου γράψατε… ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου… για όλα· ευχαριστώ για το ενδιαφέρον… το αμέριστο ενδιαφέρον σας… την εκτίμηση… είναι πολύ καλό να σκέφτομαι πως υπάρχει κάποιος άνθρωπος όπου ουσιαστικά χωρίς να δίνω τίποτα… μου δίνει τόσα πολλά!… χωρίς πίεση, ανταλλάγματα… έτσι απλά… ιδιαίτερα… χωρίς πίεση… είναι το μόνο που δεν ανέχομαι αυτό
τον καιρό… έχω ανάγκη –τώρα ακόμη περισσότερο από ποτέ– μόνο θετικά πράγματα… κι εσείς μου δίνετε απεριόριστα… (θετικά φορτία)… ευχαριστώ! εύχομαι (μιας και οι ευχές έχουν την τιμητική τους αυτόν τον καιρό) ο καινούργιος χρόνος να σας δώσει ό,τι… οι προηγούμενοι σας αρνήθηκαν… κι ό,τι θέλετε τέλος πάντων στη ζωή σας… να το πάθετε!… (στις ευχές δεν ήμουν ποτέ καλή… αλλά θα το παραβλέψω…)

Είχε όμως συρράψει και δεύτερο φύλλο.
Εκεί, σε ένα άλλο κίτρινο χαρτάκι, έγραψε:

Υ.Γ. 2
… πέρα απ’ όλα αυτά τώρα…
… σας στέλνω λίγη «ζωντανή ποίηση»… είναι ένα μικρό κομμάτι ανταπόδοσης στην πρόκληση που μου θέσατε… εύχομαι κάποια στιγμή να σας γράψω άρθρα σελίδες επί σελίδων… έτσι απλά·
σας στέλνω κι ένα ποίημα το τελευταίο που έγραψα και κλείνω
την συλλογή μου μ’ αυτό…
… όλα αυτά που μου προτείνετε… θα τα συζητήσουμε τηλεφωνικά
γιατί μέσα από ένα γράμμα… μάλλον είναι λίγο δύσκολο…
πάντως θέλω να ξέρετε πως τα σκέφτομαι έντονα και όταν θα καταλήξω σε μια απάντηση θα σας ειδοποιήσω…

Σας χαιρετώ θερμά!!
ΑΘΑΝΑΣΙΑ

ΕΝΑ ΨΕΜΑ:
«Δεν είναι μπλόκερ για ν’ απαιτεί»
παραμυθιάζει τον κάθε αδαή
ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ:
Είναι μια άθλια ποντικομαμμή
που όλο μπλοκάρει για να επιζεί
είν’ ένας χάκερ για να εισχωρεί
ωσάν Πανοπτικού άνανδρη δειλή
βιάζοντας του χώρου μας την ασυλία
κι εκβιαστής για ν’ απειλεί
τον πέλεκυ κραδαίνοντας της απολογίας

Με αυτά τα μέσα πολεμάει για να μη χάσει
την «κοντινή του φίλη και αγαπημένη»
ο αυτοκορδωνόμενος «πολεμιστής» σου!

Αλλά άκου και τι βροντοφωνάζει, ανάμεσα στα πλείστα όσα συνταρακτικά αποκαλύπτει, μία κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά, μια Αναστασία, η οποία κατόρθωσε, με μόνη σύμμαχο τη δύναμη του νου της, να γλυτώσει από τη θανατηφόρα συμμορία που φέρει το «άκακο» όνομα Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής, η οποία, όπως όλα δείχνουν, καταδυναστεύει τώρα κι εσένα μέσω του γελοίου «πολεμιστή»:

«Παράλληλα έβλεπα τους περισσότερους ανθρώπους μέσα στην εκκλησία δυστυχισμένους, ανθρώπους που τους εγκατέλειψε ο/η σύντροφός τους και δεν μπορούσαν να ξαναπαντρευτούν, να φτιάξουν την ζωή τους και να γίνουν ευτυχισμένοι, κοπέλες που μέναν έγκυες σε εφηβικές ηλικίες και οι ποιμένες τις έλεγαν πως από την στιγμή που δεν θα παντρευτούν μ’ αυτόν που έμειναν έγκυες, δεν θα μπορέσουν να παντρευτούν ποτέ κι ότι είναι αμαρτία, και καλύτερα αν το κάνουν αυτό να υπογράψουν συμβόλαιο ότι θα πάνε στην κόλαση».

Κι εγώ που θάρρεψα πως τη φωτογραφία άλλαξες για μένα…
Μου μαύρισες την καρδιά (πάλι)…

Συνώνυμα καις τα σωθικά μου.
Μεταμορφώνεσαι κι ελπίζεις
τις φλάντζες μου να λειώσεις…

… Είπα να μην το προεγκρίνω
τη συζυγία τη «σεπτή» να μη μολύνω.

Αλλά το τραγουδάκι της Κανά, σίγουρα ήταν για μένα…
… αν και τα λόγια του σαφώς δείχνουνε μόνο εσένα.
Σου αφιέρωσα λοιπόν κι εγώ μία Κανά,
έτσι, σαν την από εμένα βέρα για το Γάμο
που δεν έγινε ποτέ των ποτών.

… Και ολοκλήρωνε η Αθανασία,
μ’ ετούτους τους απίστευτους στίχους:

ΒΗΜΑΤΑ

Πιασμένα στα βήματά σου, τ’ όνειρο
λειώνουν στ’ αγκίστρι της λησμονιάς τα θεία
παρέδωσες, ανήμερα αγκάθινο μανδύα
απλώνοντας απίθωσες ανύμφευτο συρμό

… Ώστε υπάρχει και παιδί, που ’χεις ξεχάσει τι ζακέτα φοράει!…
Το κλαίω, το άμοιρο, το κλαίω…
ΠΩΣ ΤΟ ΜΠΟΡΕΙΣ, ΑΜΥΑΛΗ ΚΑΚΟΥΡΓΑ;

Δείξε μου ω Ανάσα μου
πως λάθος έχω κάνει
που σε στροφές ανάποδες
ο νους μου μ’ έχει βάνει!

Μα!… το ’δειξες! Κι εγώ ο χαζός
στέκω και περιμένω!…
Να η χαρά μου να το φως:
Αυτό το πρόσωπο το αγγελοστολισμένο
και με ψευδώνυμο ζεστά γραμμένο!

Ω Παναγιά τρισεύγενη
ω τι μεγάλη Σου η χάρη!
Μ’ έβγαλες απ’ τη μέγκενη
κι ευθύς μου έδωσες δοξάρι!
Ναι! τους πόνους μου έχεις πάρει!

Μπροστά σου πλέον θα βρεθώ
χαμαί θα γονατίσω
και με λαχτάρα εκεί βουβός
το άγιο χώμα θα φιλήσω
το Θαύμα Σου το ανέσπερο
για μια στιγμή να ζήσω

Σε φιλώ με ένα ζευγάρι στίχων απ’ τον αλάνθαστο ήλιο που λέγεται Οδυσσέας Ελύτης.

Αίμα στην πράξη αυτή! Αίμα στις πράξεις μας –
στις καυτερές αφές του γήινου κόσμου αίμα!
Πιστέψαμε τα Βήματά μας – ζήσαμε τα Βήματά μας –
είπαμε τα Βήματά μας άξια!