Posts Tagged ‘Γλώσσα Ελληνίς’

Μαργαρίτες, μάγισσες και θησαυροί

Αύγουστος 3, 2010

Αφιερώνεται
στην καλή φίλη
kirkh70

ΔΙΑΛΕΞΕ, ΜΑΓΙΣΣΑ, ΚΑΝΕ ΜΑΣ ΟΛΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ!

Τη μαργαρίτα τη μαδάνε
το μαργαριτάρι όμως το φυλάνε
Η μαργαρίτα ανθίζει λίγες μέρες
ενώ ο μαργαρίτης δε γνωρίζει ξέρες

Εσύ, έχεις μόνο να διαλέξεις

Μια φορά καλή να πεις τις λέξεις
και μια ζωή μετά να λες τις ίδιες,

λύθηκαν τα προβλήματα η Μέρα σου έχει φέξει
οι ώρες σου είναι λαμπρές όσο ποτέ δεν είδες

«Μαργαριτάρια» οι ανέραστοι συνέχεια σπέρνουν
και τα κουφάρια μες στη γης μας αυγαταίνουν
Παίρνουνε φόρα άλογοι ψελλίζουν ανοησίες
ποτέ δεν είν’ υπόλογοι – πληθαίνουν οι κηδείες

Εσύ, έχεις μόνο να διαλέξεις
μαργαρίτα να είσαι για να μαδηθείς
ή μαργαρίτης λαμπερός να ολοχρονιστείς

Ξέρεις τον τρόπο για να κάνεις τους ανθρώπους χοίρους
γυναίκα αφού εγεννήθης -μάγισσα!-
μα τον αφήνεις, γουρούνι και η ίδια να μη γίνεις

Ξέρεις τον τρόπο να κερδάς όλους τους κλήρους
άξια αφού εγεννήθης – αρχόντισσα!
Θα τον προκρίνεις, συνέχεια στο Θαύμα για να δίνεις

Ο ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Μια γλώσσα που κακόπαθε είναι ο εαυτός σου
γεμάτη λέξεις τούρκικες ενετικές βαρβαρικές
καθάρισμα χρειάζεται αν θες να γίνει μπορετό σου
να ζήσεις μέρες όμορφες αγνές δημιουργικές

Κλείσε τ’ αυτιά στους μαλλιαρούς
που όλα τα ισοπεδώνουν
μούντζωσε και τους πονηρούς
που μόνο σε πληγώνουν

Ο εαυτός σου καθαρός
ο πιο μεγάλος θησαυρός.
Στήσ’ το δικό σου ιερό
ώστε ευθύς να πας εμπρός!

Καθάρισε τη γλώσσα σου απ’ τις θολές προσμείξεις
να γίνεις πάλι Πακτωλός και την Πηγή ν’ ανοίξεις.
Αυτοί που σε βρομίζουνε οι πιότεροι δεν ξεύρουν
ενώ σε μαγαρίζουνε πάλι σ’ εσέ προσφεύγουν

Κάνε να φύγει η συμφορά
της δολερής συνήθειας
χάρισε ολούθε τη χαρά
της λαγαρής αλήθειας!

Ο εαυτός σου καθαρός
ο πιο μεγάλος θησαυρός.
Στήσ’ το δικό σου ιερό
ώστε ευθύς να πάμε εμπρός!

Πουλιά: Η επιτομή της αντίφασης

Ιουλίου 2, 2010

Αφιερωμένο,
με το τετράφυλλο δάκρυ μου,

στην Ψυχή μου
που είπε το τετράφυλλο «ΝΑΙ»

OWNER OF A LONELY HEART

Move yourself
You always live your life
Never thinking of the future
Prove yourself
You are the move you make
Take your chances win or lose her

See yourself
You are the steps you take
You and you – and that’s the only way

Shake shake yourself
You’re every move you make
So the story goes

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Say you don’t want to chance it
You’ve been hurt so before

Watch it now
The eagle in the sky
How he dancin’ one and only
You lose yourself
No not for pity’s sake
There’s no real reason to be lonely
Be yourself
Give your free will a chance
You’ve got to want to succeed

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

After my own indecision
They confused me so
My love said never question your will at all
In the end you’ve got to go
Look before you leap
And don’t you hesitate at all – no no
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Sooner or later each conclusion
Will decide the lonely heart
It will excite it will delight
It will give a better start

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Just receive it

Owner of a lonely heart

Παράξενα πλάσματα που είναι τα πουλιά!

Λεύτερα θένε να πετάνε, μα πόσα ζουν μες στα κλουβιά!

Κάποια άλλα, πάλι, που όντως λεύτερα την περνάνε,
πώς αίφνης μες στη φάκα πιάνονται, τα ξέφτερα!

Άλλα ζητούν τον ουρανό με τ’ άστρα
και φυλακίζονται σε θεοσκότεινα κι αραχνιασμένα κάστρα.

Άλλα σου κελαηδούνε ήμερα έτσι, που λες «Δοξάζω Σε, ω Αμέρα«,
κι άλλα τ’ ακούς και θέλεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα!

Άλλα, ζευγάρια μια ζωή σωστά παιδιά ανασταίνουν
κι άλλα χωρίζουν παρευθύς και όλα τα δεινά παθαίνουν.

Άλλα τη βγάζουν στο χιονιά κι απ’ τη μητρίδα δεν κουνάνε,
κι άλλα ως καιροσκόποι της στιγμής εδώ κι εκεί γυρνάνε.

Άλλα, ποτέ δε λεν για δεύτερη φορά τον ίδιο το σκοπό
και πεθαίνουν μόλις τα κλείσουν σε κλουβί,
κι άλλα παπαγαλίζουν ξανά και ξανά μια βλακεία
που τους πέταξε κάποιος πονηρόβλακας
και δεν μπορούνε ούτε μια μέρα να ζήσουν
εάν τ’ αφήσεις λεύτερα έξω απ’ τα κρατητήρια.

Άλλα διανυκτερεύουν πάνω σε βράχους απρόσιτους καθάριους,
κι άλλα κοιμούνται, μα μεγαλώνουνε και τα παιδιά τους,
μέσα στα ίδια τα σκατά τους.

Άλλα διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτό που τα ενδιαφέρει,
ζυγίζουν άσφαλτα την απόσταση κι αμέσως εφορμάνε,
κι άλλα καθίζουν σαν τα κούτσουρα όλο στα ίδια μέρη,
με το όσα δε φτάνει η αλεπού τη ζήση να περνάνε.

Άλλα ποτέ τον υψηλό τους το σκοπό δε λησμονάνε
μ’ όλες τις δυσκολίες, πάντα ένα «ΝΑΙ» σου απαντάνε,
κι άλλα στο φθόνο στη μιζέρια στην κακία όλο βουτάνε
θέλοντας να πετάξουνε, τους βούρκους προσκυνάνε.

Άλλα τρώνε μονάχα φυτικούς καρπούς,
αφήνοντας καθώς πετούν τους σπόρους σε άλλους τόπους
και μεταλαμπαδεύοντας έτσι τη Ζωή,
κι άλλα σιτίζονται αποκλειστικά με σκουλήκια
που βρίσκουν μες στις λάσπες.

Άλλα ζούνε περήφανα στη φαινομενική μοναξιά τους,
αποδεχόμενα τους κινδύνους που φέρνει τούτη η επιλογή τους
και ορίζοντας σοφά ποια θα ‘ναι η τροφή τους,
και άλλα υπάρχουν μόνο μέσα σε αγέλες,
κράζοντας αποκρουστικά και καυγαδίζοντας ωσάν τρελές κοπέλες
για το ποιο θα πρωτοφάει όποιο σκουπίδι βρεθεί μπροστά τους.
Κι εκεί που σκοτώνονται συναμετάξυ τους για μια ξερομπουκιά,
τσουπ! ένα σπουργιτάκι, την αρπάζει και τους αφήνει γεια.

Άλλα τα πιάνει στο δεντρί η γάτα μες στη νύχτα,
και άλλα σε σχήματα πετούν κι εγείρεσαι απ’ τη νύστα!

Αλλά το πιο οδυνηρό, το πιο φρικτό στ’ αλήθεια,
είναι μ’ εκείνα που αρέσκονται να πέφτουν στη συνήθεια.
Κι έχει η συνήθεια αμέτρητες παγίδες-προσωπεία,
και την πατάνε όσα πουλιά δε δίνουνε τη δέουσα σημασία.
Τότε πετάει χάνεται, άφαντο το πουλάκι,
και μένει εκειό το ανόητο θλιμμένο μπουκαλάκι.
Ή τρέχει φεύγει ο καιρός -γιατί να περιμένει;-,
τ’ άμυαλο αφήνοντας πουλί σκασμένο να ασθμαίνει.

Άλλα, τέλος, πιάνονται σαν κουτορνίθια στις ιξόβεργες των Ικσώς,
άλλα βλέπουνε άνθρωπο και γίνονται καπνός,
κι άλλα εισέρχονται στους χώρους τους προσεκτικά,
παίρνουν από αυτούς ό,τι έχουν να τους δώσουν
και συνεχίζουνε να ζουν ελεύθερα,
διδάσκοντας ότι πάντα υπάρχει και βρίσκεται μια χρυσή τομή,
αρκεί να θελήσουμε να τη βρούμε
και, ό,τι απαιτείται επ’ αυτού, να το πράξουμε.

SIBERIAN KHATRU

Sing, bird of prey;
Beauty begins at the foot of you. Do you believe the manner?
Gold stainless nail,
Torn through the distance of man
As they regard the summit.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right on over my head.

How does she sing?
Who holds the ring? And ring and you will find me coming.
Cold reigning king,
Hold all the secrets from you
As they produce the movement.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right over the outboard, river,
Bluetail, tailfly,
Luther, in time.

Hold down the window;
Hold out the morning that comes into view.
Warm side, the tower;
Green leaves reveal the heart spoken Khatru.

Gold stainless nail,
Torn through the distance of man as they regard the summit.
Cold reigning king,
Shelter the women that sing
As they produce the movement.
River running right on over,
Then over my head.                                      Outboard, river.

Bluetail, tailfly,
Luther, in time,
Suntower, asking,
Cover, lover,
June cast, moon fast,
As one changes,
Heart gold, leaver,
Soul mark, mover,
Christian, changer,
Called out, saviour,
Moon gate, climber,
Turn round, glider.

Σου δίνω αυτό το τραγούδι σε δύο βίντεο, Ψυχή μου, για να το ακούς απ’ το πρώτο, που όμως δεν έχει τίποτε από εικόνες, και συγχρόνως να απολαμβάνεις τις ταιριαστές, υπέροχες εικόνες απ’ το δεύτερο, που όμως δεν έχει το τραγούδι σε καλή εκτέλεση, και γι’ αυτό μηδένιζε σε αυτό την ένταση του ήχου, ώστε να το ακούς απ’ το πρώτο.


Θαυμαστό ταξίδι μες στη νύχτα

Ιουνίου 16, 2010


Νύχτα ξεκίνησα κατά τη δύση
και όμως βρέθηκα σε υπέρλαμπρη ανατολή!
Θαρρείς πως πήγαινα κόντρα στη Φύση
κι αυτή διέταξε να πάρω αποβολή!

Μπροστά μου δεν φαινόταν ούτε αχτίδα
τα ποδάρια μου ολοένα εκαταβούλιαζαν
όλα μού λέγαν δεν υπάρχει ελπίδα
-το ίδιο δε σου λέγανε κι εσένα;-
και τα στοιχειά με πείσμα ενάντια μου εμάνιαζαν

Μ’ απτόητος εκεί! εγώ επροχωρούσα
νύχτα στη νύχτα, έλεγα, μέρα λαμπρή θα φέρει
είχα ένα στόχο που ποτέ δε λησμονούσα
– και ξάφνου πέφτει απ’ τα ψηλά έν’ αστέρι!

Λες κι ήτανε το σύνθημα, κάστρο μπροστά μου εφάνη!
Σ’ εμένανε ν’ αντισταθεί τον Ούννο τον Αττίλα
στάθηκε ολόρθο κι οχυρώθηκε με ένα πυροφάνι…
Εγώ όμως Μέρα γύρευα, καμμιά νίκη-ξεφτίλα…

Μα ήταν τόσο όμορφο, που με ήλκυσε κοντά του.
Να του αρνηθώ δεν μπόραγα, ας του έκανα τη χάρη,
έστω κι αν με περνούσε για εχθρό, που ‘πρεπε του θανάτου
βόλι ευθύς να του έστελνε, σαν άλλη Μάτα Χάρι

Ευλαβικά πλησίαζα, θαύμαζα απορημένος
γιατ’ ήτανε το κάλλος της σιωπής του, χρυσή μια τέτοια μελωδία,
που γούρλωσαν τα μάτια μου παρ’ ότι νυσταγμένος!
Μου τραγουδούσε μυστικά με θλίψη μες στην αδικία
ότι αλήθεια αποτελεί μια ατόφια παρουσία

Δε χρειαζόταν να το πει, το είχα καταλάβει
κι ευθύς ανταποκρίθηκα πριν καν αυτή προλάβει
το θάμβος της ολότελα να κρύψει στη μελάνη
σατανικών στιχουργικών που θα έκανε χαρμάνι

στον Φόβο υπακούοντας
τη Φύση παρακούοντας
– μα κάπου Εμένα εισακούοντας
που είχα πλέον γίνει λέοντας…

Το έφερα γύρο βήμα-βήμα
καθώς μουρμούριζε το κύμα
που το εμπέρδευα με το σκοπό της
όπως αυτή εμένανε με το φρουρό της

Μα το σκοπό μου ούτε στιγμή δεν είχα ξεχάσει
απλώς το κάστρο με κατηύθυνε στη δράση
όπως ο φάρος, ο φρουρός ο εαυτός μου
φύλαγε τ’ Όνειρό μου και το Βιός μου

Συνέχισα λοιπόν δυναμικά τη στράτα
για να βρεθώ ογλήγορα σε ασφάλεια λιμανίσια
όπου είχα την πιο τέλεια πια να διαλέξω βάρκα
το Αγαπημένο κάστρο ν’ απαγάγω σ’ Ελευθερία ίσια




Είχε -ΝΑΙ!- γλυκοχαράξει, θα το πω αν δε σας πειράζει!
Έφευγε τρεχάτο προς τη δύση το μαράζι!
Κάπου στον κόσμο έπαυε να πέφτει το χαλάζι!
Κι ο θάνατος, κότα σωστή,
στις κουτσουλιές του χώθηκε, μόνιμα να κουρνιάζει!

Άλλη δεν είχα πια επιλογή,
έπρεπε να γυρίσω κατά την ανατολή.
Μπροστά μου, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο
σπονδή στον Έρωτα έκανε, τιμημένο!

Όλα είχαν γίνει τώρα τόσο απλά
τα πόδια μου πατούσαν όμως δε βουλιάζαν πια
της Γης φτερά σα να μου έδωσαν οι φτέρνες
συγχρόνως σφίγγοντας του κάστρου μου τις φρένες

Πέρασα πάλι βιαστικά από κοντά του
ότι έπρεπε το Άλφα να ‘βρισκα στο φρύδι του κυμάτου
το Άλφα το κατάλευκο και κόκκινο κι ωραίο
το άτι που ψηλά στο Φως να μας υπάγει ήταν μοιραίο


Άλφα
Όπως η Αρχική Απέριττη Αλήθεια μας
Όπως το αστέρι της Αυγής
Όπως του Έαρός μου ο Αέρας
(ρίκο ρίκο ρίκο-κο ρίκο-κο ρίκο-κο)
της Ήρας μας η Αξία
η Ιώνισσα που Juno την καλούνε
οι ακέφαλοι οι Λατίνοι
τ’ αδέλφια των Σ-ιων-ιστών

Όπως το σύννεφο το Άσπρο των κυμάτων
συνάμα των ουράνιων σωμάτων
Όπως της Αδελφοσύνης η δοξαστική Μυρσίνη
Όπως της Αγάπης μας το Αστραφτερό Χρυσάφι

Όπως του Ήλιου μας η υπέρλαμπρη Ανατολή

Μα τι άλλο τώρα να σας ιστορήσω;
Τα βλέπετε όλα μπρος στα μάτια σας
τα σύννεφα που τρέχουν τα όρη που αντέχουν
– στο Θαύμα της Ανατολής κάλλιο να σας αφήσω!

[Σημ. Τώρα που κατόρθωσα κι ανέβασα όλα τα βίντεο που ήθελα να συμπεριλάβω εδώ, αλλάζω για ένα μικρό διάστημα την ημερομηνία αυτής της αναρτήσεως, ώστε να βρίσκεται στις θέσεις των πιο πρόσφατων και να τη δουν στην πλήρη της μορφή όσοι ενδιαφέρονται. Θα διορθώσω την ημερομηνία σε λίγες μέρες, ώστε να επανέλθει στην κανονική της θέση.]

Πεμπτουσία τετράφυλλου φιλήματος….

Ιουνίου 15, 2010

….Πλέον ένα, το εξ-ελικτικόν, συν η Εορτάσιμος Αμέρα*, συν ο Τοκετός εις διπλούν, ώστε να προέλθει και η απαραίτητη εννεάδα μας….




Αφορμή για να τραβήξω τα επόμενα δύο βίντεο στάθηκε η παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ρίκης Ματαλλιωτάκη, που έγινε την Κυριακή το βραδάκι στην οδό Κολοκοτρώνη (εξ ου και οι αναφορές μου στον Κολοκοτρώνη, μέσα στα βίντεο). Μη σας παραξενέψει που το πρώτο φαίνεται να έχει τραβηχτεί μέρα, και το δεύτερο βράδυ. Είχα τραβήξει και το πρώτο από το βράδυ της Κυριακής, αλλά επειδή κάποιο άγνωστο πρόβλημα δεν άφηνε τη μεταφόρτωση να ολοκληρωθεί, πήγα και το ξανατράβηξα σήμερα το πρωί.



Ave Maria! Jungfrau mild,
Erhöre einer Jungfrau Flehen,
Aus diesem Felsen starr und wild
Soll mein Gebet zu dir hinwehen.
Wir schlafen sicher bis zum Morgen,
Ob Menschen noch so grausam sind.
O Jungfrau, sieh der Jungfrau Sorgen,
O Mutter, hör ein bittend Kind!
Ave Maria!

Ave Maria! Unbefleckt!
Wenn wir auf diesen Fels hinsinken
Zum Schlaf, und uns dein Schutz bedeckt
Wird weich der harte Fels uns dünken.
Du lächelst, Rosendüfte wehen
In dieser dumpfen Felsenkluft,
O Mutter, höre Kindes Flehen,
O Jungfrau, eine Jungfrau ruft!
Ave Maria!

Ave Maria! Reine Magd!
Der Erde und der Luft Dämonen,
Von deines Auges Huld verjagt,
Sie können hier nicht bei uns wohnen,
Wir woll’n uns still dem Schicksal beugen,
Da uns dein heil’ger Trost anweht;
Der Jungfrau wolle hold dich neigen,
Dem Kind, das für den Vater fleht.
Ave Maria!


* Αμέρα -και με ψιλή- είναι η ορθή (αρχική) γραφή της λέξεως ημέρα, η οποία αλλοιώθηκε στη λέξη που όλοι χρησιμοποιούμε πια, γράφοντάς την με ήτα αντί για άλφα, και με δασεία αντί για ψιλή, για την οποία δασεία ο Σταματάκος γράφει πως είναι σκοτεινής προελεύσεως.
Να το σκεφτούμε λιγάκι; Μήπως η λέξη αμέρα υποδηλώνει ευθέως το αμέριστον, όπως πράγματι είναι στα μάτια μας ο κόσμος όταν λούζεται από το ήμερο φως της ημέρας; Και μήπως, κατ’ επέκτασιν, οι «άνθρωποι» που εξυπηρετούνται από το σκότος της νύχτας είχαν συμφέρον να αλλοιώσουν την ορθή γραφή της λέξεως, ώστε να αποκρυβεί η ουσία της και να μπορέσουν έτσι ευκολότερα να κατατεμαχίσουν την κόσμο με τις απατηλές σκιές τους και να τον κάνουν ένα κολασμένο βασίλειο των… Χμερ;
Να πούμε και τι σημαίνει η λέξη Χμερ; Είναι τα καμποτζιανά, η γλώσσα της Καμπότζης. Αλλά η Καμπότζη, αν δεν κάνω λάθος, είναι γεμάτη τροπικά δάση, στα οποία, βέβαια, κυριαρχούν οι σκιές και η εικονική κατάτμηση του χώρου. – Μήπως αυτό αποτελεί άλλη μία ισχυρότατη ένδειξη για προαιώνια παρουσία της Ελληνίδος γλώσσης απανταχού της Γης; – Μήπως εγώ είμαι τρελός, μαζί με όλους τους άλλους που υποστηρίζουν με στοιχεία κι επιχειρήματα το ίδιο πράγμα; Ή μήπως είναι πούστηδες ολκής εκείνοι που πασχίζουν με νύχια και με δόντια να μας βγάλουν τρελούς; (Ρητορικά και άνευ ουσιώδους σημασίας, τα ερωτήματα ετούτα, καθόσον ο οδοστρωτήρας που λέγεται Αλήθεια λάμπει -την κάθε στιγμή, πια, ολοένα και περισσότερο- κατά τρόπον ο οποίος δεν επιδέχεται πλέον καμμιά ανατροπή!…)

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΩΣ –ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΩΣ– ΑΟΡΙΣΤΑ…

Ιουνίου 5, 2010

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Ακούσατε μια παράδοξη παράξενη ιστορία
για τον πατέρα με τη φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπατζήδες και της μηχανής του Τσεβελέκου σπαήδες
όσοι του πατρός ζητάτε τη γνώση, ακαμάτηδες και διακοναρέοι,
ωραίοι νέοι και του δεκάξι Φαρισαίοι.
Της Σμύρνης με τη Γαλλική σχολή σπουδαίοι
όσοι ακούτε με παλιές παρέες, όλοι εσείς που θέλετε γνώση
του πατέρα την ιστορία, όσοι για πατρίδες νύχτες μιλάτε τόσοι ανθρώποι,
γυναίκες παιδιά μια ιστορία λυρική παλιά, για φυσαρμόνικα και κάποιο πατέρα
για νύχτα και μέρα ακούσατε την ιστορία στον αέρα.

Στην αρχή ήταν οι τρεις χαλύβδινοι αιώνες
στου Μπαρτζελιώτη με καρεκλάκι οι Παρθενώνες
και μετά ήρθε η θάλασσα και μεσόγειος νησιά,
ο δρόμος με τη βρύση πέτρινη παλιά, παλιώσαν όλα μέσα σε μια νυχτιά.
Γέρασε η Ελένη για μια νυχτιά και το ’23 ήτανε αυτό που λες 1910, αποκοτιά!
Πηγάδια υπόγεια ποταμοί, με του νέγρου το μωρό στη φυλακή
οι Αταμάνοι οι Κοζάκοι οι παλιοί.

Μετά δύο τροχοί αλέθαν σιτάρι βροχή
με τη σιδερολαβή του πυρπολητή Κανάρη, έλειπε η σιδερένια γροθιά.
Του πατέρα το σπίτι πάνω σε καρφιά, δεν έκλαψε, δεν έκλαψε,
του Πόντου Άρη καθώς φεύγαν τα πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος για πρώτη φορά,
δε γύρισε δεν ήτανε πατέρας πια.

Ετούτο το ποίημα-γροθιά στο στομάχι ανήκει στον Μιχάλη Κατσαρό, και το αλίευσα στο ιστολόγιο του εξαίρετου Γιώργου Κεντρωτή.

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι δυνατός ξεκίνα πάλι

Θαρρώ πως είναι πια καιρός να βάλουμε στα κεφάλια και τις ψυχές μας μία στοιχειώδη τάξη, διότι περίσσεψαν η αταξία και η σύγχυση, ακόμα και μεταξύ των σπουδαιοτέρων εξ ημών, γεγονός το οποίο θα έχει καταστρεπτικότατες συνέπειες εάν δεν το αντιληφθούμε και δεν το καταστείλουμε στο διάβολο απ’ όπου προέρχεται το συντομότερο δυνατόν.
Θα χρειαστεί να διαθέσετε κάποιον παραπάνω χρόνο, να επιστρατεύσετε τις δυνάμεις και την αντοχή σας, διότι αυτή η ανάρτηση, σε μια στιγμή αμεριμνησίας και απερισκεψίας της, ξαπλώθηκε στην κλίνη του Προκρούστη και ξεχείλωσε πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει ένα… μακρύ ζεϊμπέκικο.

Μας έφτασαν στο σημείο να μιλάμε για τον Επίκουρο απαξιωτικά,
όπως το έχουν κατορθώσει και για τους Κυνικούς,
όπως και για τον συκοφάντη,
όπως και για την αγαθότητα,
όπως και για τον έρωτα,
όπως ακριβώς και γι’ αμέτρητα ακόμη ανθρώπινα, αληθινά, ωραία και μέγιστα
–κι ελληνικά!– μπόρεσαν –λόγω του δικού μας λήθ-αργου– στη θέση τους να βάλουνε
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Μεγάλα όμως είναι, ευτυχώς, μα μέγιστα ουδέποτε
– άρα η νίκη των ερπετών δεν θα έρθει ουδεπώποτε.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά,
αφού τα ψεύτικα είναι εξ ορισμού ασυγκρίτως πιο μικρά από τ’ αληθινά
– αφού τα ψεύτικα είναι ανύπαρκτα ενώ είναι υπαρκτά τ’ αληθινά;
Και πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να σταθεί το διαβολικό οικοδόμημα
που ως μοναδικά θεμέλια και σκέλεθρά του έχει
ανυπόστατες δοξασίες και γεγονότα
–κι όμως αληθινά, πάλι εξαιτίας του δικού μας λήθαργου!–,
κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου με τα μηδενικά υλικά του ψεύδους;

Ύστερα, έχουν μπολιάσει με έναν τόσο βαθύ και αποτελεσματικό διχασμό το πνευματικό μας στοιχείο, ώστε να είμαστε σχεδόν όλοι σχιζοφρενείς, είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Και αυτή η κατάσταση ολοένα παροξύνεται, και ολοένα νομίζουμε πως είναι η φυσική μας, και ολοένα περισσότερο μας αρέσει και δεν ανεχόμαστε μύγα στο σπαθί μας όταν κανείς «τρελός» ή «ανάγωγος» τολμήσει να μας τη θίξει…

Έτσι, μέσα στον καθένα μας συμβιώνουν δύο άνθρωποι – δύο άσπονδοι εχθροί: εκείνος ο εαυτός μας που έχει μέσα του τη θεϊκή ουσία, ο ένθεος, και ο οποίος μπορεί να κάνει τα πάντα απ’ το τίποτα, κι εκείνος ο άρρωστος που νομίζει ότι ενθουσιάζεται, ενώ στην πραγματικότητα γητεύεται σαν μικρό παιδάκι με την οποιαδήποτε μπαρούφα θα του πετάξουν οι δολιότατοι «δάσκαλοι» που έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας κάνουν «ανθρώπους», και ο οποίος, κατά συνέπεια, γίνεται πανεύκολα και χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί μαριονέτα στα χέρια τους, στην υπηρεσία των ολέθριων επιδιώξεων αυτών των «δασκάλων».
Πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι θετικό από αυτή την αδιάκοπη κι ανελέητη μάχη εντός μας, όταν η θετική και δημιουργική πλευρά του εαυτού μας έχει γίνει ένας πειθήνιος δούλος της βλακώδους άλλης πλευράς μας, η οποία, με τη σειρά της, υπακούει χωρίς καμμία αντίρρηση σε ό,τι την προστάζουν οι αφανείς χειραγωγοί και οδηγοί της ανθρωπότητας στην άβυσσο;
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε μία μέρα από αυτή την κόλαση, πώς είναι δυνατόν να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο, εφόσον εμείς οι ίδιοι αρνούμαστε να κοιτάξουμε σοβαρά μέσα μας, ώστε να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να πάρουμε τις απαραίτητες γενναίες αποφάσεις;

Μωρών μεγάλων μάστορες
που τον μπαμπά μιμούνται
ανθρώπωνε χάλαστορες
δίχως ν’ απολογούνται

Μωρών μεγάλων μπόλιασμα
με ιδέες και με κουσούρια
φαρμακευτών το σκεύασμα
σε ανήλιαγα αχούρια

Μωρών μεγάλων μέντορες
τυφλοί ημιονηγοί
αρμαγεδδόνων πράκτορες
ζόφου υποταγή

Μωρών μεγάλων μάλωμα
κι ο διαιτητής στη μέση
Έριδος το ξεφάντωμα
στα όρνια έχει φέξει

Μωρών μεγάλων κάρφωμα
που μοιάζει με παιχνίδι
των ίδιωνε το σταύρωμα
στου Χάρου το στασίδι

Μωρών μεγάλων μάγεμα
πάντα που βρίσκει στόχο
αρχίζει μ’ ένα χάιδεμα
τελειώνει μ’ ένα ρόγχο

Μωρών μεγάλων μέρισμα
χιλιοανειλημμένο
πανούργων το μηχάνευμα
νομίμως θεσπισμένο

Μωρών μεγάλων μάδημα
για το κοινό συμφέρον
της NASA το κομπόδεμα
κι όλων των συνεταίρων

Μωρών μεγάλων Μέδουσα
σε Βίβλους θεριεμένη
Εγώ είμαι η Μέλισσα
που σ’ έχω σκοτωμένη!

Μωρών μεγάλων μάτιασμα
από κανένα μάτι
Κίρκης κακό ξελόγιασμα
σε είχα μεγάλο άχτι!

Να μία συνηθέσταση όψη αυτής της σχιζοφρένειας που μας κατατρέχει: Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε πλήρως το σήμερα, αλλά και να αφεθούμε –σαν τα σοφά ποτάμια που ξέρουν πάντα να καταλήγουν στην παμφιλόξενη γαλάζια αγκαλιά της θάλασσας–, να διασκορπιστούμε στο αιώνιο, να γίνουμε ατμός, άτομα, αταμάνοι, να δυναμοποιηθούμε όπως ακριβώς οι ουσίες των ομοιοπαθητικών φαρμάκων! Και πολύ σωστά το επιθυμούμε!
Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε, και το μόνο που κατορθώνουμε είναι να παρακολουθούμε, ανήμποροι εθισμένοι θεατές, την τραγωδία της ζωής μας, για την οποία, επί πλέον, πληρώνουμε άλλους για να μας την παίζουν, και να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο σε φρούδες και πολλαπλώς βλαβερές Ολυμπιάδες!

Μωρών μεγάλων μόρφωμα
στη στρούγκα μαντρωμένο
του σπίρτου παρανάλωμα
που σου ’χουν αναμμένο

Μωρών μεγάλων τσάκωμα
για τρίχες και γι’ αρχίδια
άλλων αρτοβουτύρωμα
στα βρομερά παιχνίδια

Μωρών μεγάλων μέτρημα
μόνιμα στο περίπου
για πλάκα είσαι το ψάρεμα
μέσα σε απάτη μύθου

Μωρών μεγάλων μάθημα
γνώση πολλή αποδίδει
στο μαύρο συναπάντημα
και μαθητές κοιμίζει

Μωρών μεγάλων μάγειροι
τη σούπα ανακατεύουν
έρχοντ’ οι καλικάντζαροι
κι οι ηλίθιοι χωρατεύουν

Μωρών μεγάλων δίδαγμα
ποτέ αφομοιωμένο
τη μια είναι ψύλλου πήδημα
την άλλη φουσκωμένο

Μωρών μεγάλων μάγουλο
χιλιοχαστουκισμένο
υπόληψης το σούργελο
καταξεφτιλισμένο

Μωρών μεγάλων μόνοιασμα
που σεβασμό αξιώνει
κέρμα χωρίς αντάλλαγμα
σαβούρα που πληγώνει

Μωρών μεγάλων μοίρασμα
χιλιοανακατεμένο
ποιας τράπουλας το απόβρασμα
σ’ έχει φυλακισμένο;

Μωρών μεγάλων ένωση
(σ)κορακοφαγωμένη
καινούργια πιάσε άρμοση
γενού ολοκληρωμένη!

Μα δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να το καταφέρουμε, εφόσον εξακολουθούμε να λειτουργούμε βάσει της διχαστικής σχιζοειδούς λογικής, η οποία θέλει και μπορεί να διογκώνει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε όλα τα φαινομενικώς αντίθετα πράγματα!
Τι είπα; «Φαινομενικώς αντίθετα»; Μάλιστα! Φαινομενικές είναι αυτές οι αντιθέσεις, φαινομενική και η εναντίωση των δύο εαυτών μας!
Μα, εάν είναι έτσι, γιατί διογκώνονται συνεχώς αυτές οι διαφορές; Διότι, απλούστατα, εμείς δεν καταπιανόμαστε, σοβαρά και αποφασιστικά, να ορίσουμε τις φαινομενικώς αόριστες συντεταγμένες αυτών των «αντιθέτων» στοιχείων, να αυτοκαθοριστούμε, δηλαδή, με αποτέλεσμα να μας ορίζουν άλλοι και να μας κάνουν, την κάθε στιγμή που περνάει, νεκροζώντανους! Προτιμούμε ασυζητητί να είμαστε θλιβερές κουρελούδες που απαρτίζονται από αμέτρητα ξένα κομμάτια, παρά να πιάσουμε να ξεθάψουμε τις καταδικές μας φορεσιές, να τις παστρέψουμε, να τις σιδερώσουμε και να τις βάλουμε πάνω μας γελαστοί και περήφανοι. Μας έχουν διαποτίσει, βλέπετε, με το σύνδρομο του αυτοϋποβιβασμού και με τη μανία να θαυμάζουμε τις αλλότριες γελοιότητες, οπότε αισθανόμαστε την ακατανίκητη ανάγκη να τις ενδυθούμε, πετώντας τις δικά μας περγαμηνές στον κάλαθο των αχρήστων.
Και ας μη μου πει κανένας, παρακαλώ πολύ, ότι αυτό δεν αποτελεί αψευδέστατη απόδειξη ανωριμότητας και, πολύ περισσότερο, ανελευθερίας!

Μα, έστω κι αν αυτά αληθεύουν, δεν είναι και πάλι σοφό να προσαρμοζόμαστε και να μην πηγαίνουμε κόντρα στους ισχυρούς, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους όλα τα μέσα για να διοχετεύουν στην κοινωνία νοοτροπίες και πρότυπα μαζικής κατανάλωσης, αλλά και για να βάζουν στη θέση του οποιονδήποτε τολμήσει να επιλέξει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τον κυρίαρχο; Με άλλα λόγια, δεν είναι βαρύτατο το τίμημα που θ’ αναγκαστεί να πληρώσει ο κάθε ασυμβίβαστος; Κι ακόμα, δεν είναι από χέρι χαμένη μία τέτοια μάχη;
ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΧΙ!
Όλα αυτά δεν είναι παρά οι βολικές δικαιολογίες ώστε να παραμένουμε μια ζωή σκυμμένοι και παραιτημένοι, να βυθιζόμαστε αδιάκοπα σε μία δυσχερέστερη κι επαχθέστερη κατάσταση! Για να μην μπούμε στην –αληθινή– περιπέτεια ν’ αναζητήσουμε και γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αυτοκαθοριστούμε σύμφωνα με τις γνήσιες δικές μας αξίες και ανάγκες! Και αυτές οι δικαιολογίες δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να ανατροφοδοτούν την απατηλή εντύπωση ότι οι τέτοιου είδους απόπειρες είναι καταδικασμένες σε οικτρή αποτυχία και τεράστια φθορά, φθορά η οποία ισοδυναμεί με το τίμημα που τόσο άδικα έχουν πληρώσει μερικοί αμετανόητα ρομαντικοί! Έτσι, στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο φόβητρο του κολοσσιαίου τιμήματος.

Εάν όμως ριχτούμε στον ωραίο αυτόν αγώνα με πίστη κι αποφασιστικότητα, σύντομα θα διαπιστώσουμε πως οι μεν δυνάμεις και ικανότητές μας αυξάνονται, οι δε δυσκολίες και θυσίες χάνουν διαρκώς σε βαρύτητα και δυσμενείς επιπτώσεις για εμάς.
Και, βέβαια, η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται πάρα πολύ όταν έχουμε δίπλα μας και άλλους συναγωνιστές και δεν είμαστε μόνοι σαν την καλαμιά στον κάμπο, η οποία κινδυνεύει να σωριαστεί κάτω από το πρώτο πέρασμα ενός άγριου θηρίου. Η δε ανεύρεση κι άλλων αποφασισμένων επίδοξων ανθρώπων διευκολύνεται πάρα πολύ από τη στιγμή που ο καθένας από εμάς θα πιστέψει στον εαυτό του (εδώ, εννοώ πίστη θεμελιωμένη σε σωστές βάσεις, όχι στην αλαζονεία και την υπερβολή). Διότι τότε, πια, συνειδητοποιείς αυτόματα ότι δεν μπορεί να είσαι μόνον εσύ και κανένας άλλος ο σωστός, ο ειλικρινής, ο έντιμος, ο συνεπής, ο υπεύθυνος! Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα – διότι, αν δεν υπήρχαν, τότε η δική σου ζωή θα ήταν παντελώς αβίωτη και η μόνη επιλογή που θα σου έμενε, εφόσον ήθελες να μην αυταπατάσαι, θα ήταν η αυτοκτονία!
Άπαξ, δε, και φτάσουμε στο σημείο να αυτοκαθοριστούμε, να γίνουμε δηλαδή ο εαυτός μας αποτινάζοντας τα επίκτητα καρκινώματα, έχουμε κατακτήσει –εκτός όλων των άλλων ικανοτήτων και δυνάμεων, όπως είναι η ευστροφία, η μεγάλη παρατηρητικότητα, η ευκολία να συγκεντρωνόμαστε, η ταχύτατη αντίληψη των παγίδων που πάνε να μας στήσουν μερικοί-μερικοί, η ικανότητα να συνδυάζουμε πολλές πληροφορίες και να κάνουμε πολλά πράγματα συγχρόνως, η διαρκώς αυξανόμενη αντοχή κ.ά.– και κάποια πράγματα που σιγά-σιγά γίνονται τα πιο ισχυρά μας όπλα, και τα οποία δεν θα μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε όσο παραμέναμε ηττοπαθείς, μεμψίμοιροι και αδρανείς. Ένα τέτοιο είναι η εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνουμε τις αρχικές μας αποτυχίες σε θριάμβους –και μάλιστα θριάμβους χωρίς να υπάρχει κανένας ηττημένος από την άλλη πλευρά!–, να μετατρέπουμε σε αληθινούς φίλους και συναγωνιστές εκείνους που μας εναντιώνονται όταν μας πρωτογνωρίζουν ή όταν διαπιστώνουν την «αλλαγή πλεύσεώς» μας, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μέσα σε πολύ μικρό διάστημα περιστοιχισμένοι από ένα σωρό πιστούς συντρόφους, τόσους και τέτοιους που δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ούτε σε χίλια χρόνια με τη «δοκιμασμένη» νοοτροπία και στάση ζωής!

Αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο απίστευτο, είναι η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ που αρχίζει και μας συμβαίνει λίγο-λίγο, και η οποία πυκνώνει κι εντείνεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας στο σημείο να μας φιλοδωρεί με πράγματα που η φαντασία μας δεν είχε λαχταρήσει ούτε στις πιο αχαλίνωτες στιγμές της! Βλέπουμε τότε να μας λύνονται σαν από μόνα τους, δηλαδή από ανθρώπους ή γεγονότα που ποτέ δεν είχαμε υπολογίσει επάνω τους, προβλήματα που εμείς αδυνατούσαμε να λύσουμε παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, ή ακόμα και πριν εμείς συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξή τους, βλέπουμε να μας δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα ακόμη αδιαμόρφωτα μέσα στο μυαλό μας, να φεύγουν από τη μέση υποχρεώσεις και δουλειές χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό και να βρίσκεται έτσι ο αναγκαίος χρόνος ώστε ν’ αφοσιωνόμαστε στο πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να κάνουμε τότε, και πολλά άλλα παρόμοια. Επίσης, βλέπουμε τη φυσική κατάσταση του οργανισμού μας να μεταμορφώνεται, να σφύζει από υγεία και ρώμη, καθόσον τώρα το πανίσχυρο στοιχείο του ψυχισμού μας λειτουργεί προς όφελος και όχι προς ζημία μας. Και, τέλος, βλέπουμε, εκεί που περπατάμε στο δρόμο νηφάλιοι, χαρούμενοι και συγκροτημένοι, να μπλέκονται απ’ το πουθενά στα βήματά μας ένα σωρό ευπρόσδεκτα και υπέροχα πράγματα, που βοηθάνε σημαντικά τη θετική εξέλιξη των υποθέσεών μας και μας γεμίζουν με μιαν άφατη αγαλλίαση και έναν ακατανίκητο θαυμασμό, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από τη χαμένη παιδική μας αθωότητα και την ικανότητα να βλέπουμε το ίδιο πράγμα σαν να το βλέπουμε για πρώτη φορά – τίποτε άλλο από τον ίδιο τον παράδεισο που όλοι μάς λένε πως έχει χαθεί ανεπιστρεπτί!

Για να φτάσουμε όμως στο σημείο να κάνουμε τη μαγεία στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, χρειάζεται οπωσδήποτε να αποβάλουμε το άγχος και τη βιασύνη, τα οποία μόνο σε εσφαλμένες και πανικόβλητες ενέργειες μας οδηγούν, και μόνο τους δυνάστες και τους εχθρούς μας ευνοούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πάντα ήρεμοι, να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας ακόμα και τις ώρες των μεγάλων εντάσεων με τους συνανθρώπους μας, και να μην επιδιώκουμε εκβιαστικά να γίνεται αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας, είτε πρόκειται για μια μελλοντική επιδίωξή μας, είτε για ένα πρόγραμμα ή ένα πραγματικά σοβαρό, ακόμα και επείγον, ζήτημα της επόμενης ώρας. Πρέπει, δηλαδή, να μπορούμε να αφηνόμαστε σε αυτά που μας φέρνει η ζωή την κάθε μέρα ή το κάθε λεπτό· όχι να αποφεύγουμε, αλλά να παρασυρόμαστε πρόθυμα στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων, όπως είναι η ανάγκη να παρατήσουμε αυτό που κάνουμε και να τρέξουμε για να συμπαρασταθούμε σε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, να μην αρνηθούμε στον σύντροφό ή τους φίλους μας μία έξοδο επειδή αυτό με το οποίο καταγινόμαστε είναι πιο ενδιαφέρον, κ.λπ.

Κι όταν πια φτάνει η ευλογημένη εκείνη ώρα που φτάνουμε στον υψηλό μας στόχο, βλέπουμε πως η αξία του τιμήματος που πληρώσαμε έχει πέσει σαν τις μετοχές – και μάλιστα πολύ περισσότερο από όσο πέφτουν αυτές: έχει γίνει μηδενική, ενώ συγχρόνως το επίτευγμα για το οποίο παλέψαμε έχει καταξιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία μας!

ΜΙΑ ΦΟΥΣΚΑ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΕΝΑ ΑΠΟΣΤΗΜΑ ΛΟΓΩ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΟΛΥΝΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ, ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ!
ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ ΚΑΡΦΙΤΣΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΥΟ ΜΑΣ ΔΑΧΤΥΛΑ, ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ!

Βάζω πάλι το ίδιο τραγούδι με άλλο –εξαιρετικό– βίντεο, μήπως κι εμπεδώσουμε κάποτε την ΑΛΗΘΕΙΑ του.

Βάζω πάλι και το άλλο τραγούδι, επειδή έχει υπότιτλους οι οποίοι μας υποδεικνύουν με αρκετή ακρίβεια ποιος είναι ο ένας από τους δύο εαυτούς μας.


Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι
συνετός ξεκίνα πάλι

Κι ήταν ο θάνατος μακρύς
αλλά πεπερασμένος

γιατί η Ζωή είναι το άπειρο
κι όχι ο εσφιγμένος

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ!!


Κάνετε, σας παρακαλώ πολύ, και ένα κλικ στο βελάκι που βρίσκεται αριστερά από τον αριθμό προβολών αυτού του βίντεο, να διαβάσετε τα εξόχως ενδιαφέροντα –και άλλο τόσο σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί σ’ ετούτη την ανάρτηση– τα οποία υπάρχουν εκεί χάρη στην έξοχη Kirkh70.
Επιμένω να μπουν στον κόπο ιδίως όλοι οι καλοί, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, προκειμένου να δουν πώς ο Μιχάλης Κατσαρός εννοούσε την ποίηση όχι ως μία απονεκρωμένη και προσοδοφόρα (είτε σε «δόξα», είτε σε χρήμα) λογοτεχνική δραστηριότητα, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως «ποίησις» – βιώνοντάς την, δηλαδή, και κάνοντάς την πυξίδα της ζωής του και καθημερινή πράξη. Αυτή είναι και η δική μου προσέγγιση της ποίησης, και θεωρώ πως εκείνη η ποίηση που έχει απογυμνωθεί από ετούτη την κύρια διάστασή της «δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε» – για να θυμηθούμε λιγάκι και τον πολύ κύριο Χάρη Βλαβιανό, με τις «σύγχρονες» απόψεις του, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αυτή που δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε είναι η στρατευμένη ποίηση…
Εάν, μάλιστα, μπείτε και στον πρόσθετο κόπο να διαβάσετε και τα σχόλια που υπάρχουν κάτω από το «Αντισταθείτε», πολλούς άλλους ανθρώπους να συμφωνούν μαζί μου θα δείτε!

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΩΡΙΜΗ ΠΑΝΩΡΙΑ
ΜΑΡΙΝΑ ΜΟΥ,

ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΕΤΟΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΕΡΑΣΩ ΑΠΟ ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΑΞΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ!!



Τα μαγικά τραγούδια της ολόγιομης Καλλίστης

Φεβρουαρίου 28, 2010

Ο γιος της Σελήνης – Hijo de la luna

Dumb be that who doesn’t understand
a legend says
that a gypsy woman
casted the moon until sunrise
crying she begged
that when the day arrives
she would marry a man
You will have your child you dark skin woman
from the sky spoke the full moon
but in exchange i want
the first-born son
that you get impregnated by him
to whom his son immolates
to be not alone
not much she would love him

chorus
Moon you want to be a mother
but you don’t find love
that makes you a woman
tell me moon made of silver
what do you pretend to do
with a son made of skin
Moon’s Child

Of father with cinnamon skin a kid was born
white as ermine’s body
with gray eyes
kid albino of moon
damn his stamp
this kid is from a foreigner
and i don’t shut up about it

chorus

Gypsy believing he was dishonored
went to his wife, knife in hand
from whose this child is from?
you have cheated me for sure
and a death wound he inflicted
the he went to the hill
with the kid in his arms
and there he left him

chorus

And in the nights that there’s fool moon
it is because kid is in good mood
and if the kid cries
the moon will wane
to make him a crib

In the magic garden
Some were singing some were dancing
While the midnight moon shone brightly overhead
The stars so gaily glistened
And the sphinx in silence listened
To the magician’s tale of lives that he had led

Let the bells of freedom ring
Songs of love to friday’s king
Let’s all go to the magician’s birthday
It’s in the forest but not so far away
Much to do and so much to say
While we listened to the orchid orchestra play

Happy birthday to you
Happy birthday to you
Happy birthday dear magician
Happy birthday to you

Then at the dead of midnight
As we watched the dancing fire light
The air grew cold and seemed to dull the flame
The fire died the music faded
Filled with fear of death we waited
For now we knew some evil was to blame…

–I challenge you I challenge you all
For all you own and all you know
And by all the powers of darkness
I will steal what is mine

Surrender now or face my spite
I grant you it may be Friday night
But did you know this day
Also numbers thirteen

First I give you fire
–I turn your fire into a sleepy stream
–Yes but now I give you nightmares
–But from your horror I’ll create a dream
–You cannot fight me for I have the sword of hate
–But one thing you can’t see: my answer is simply
an impenetrable fortress of love – love

The fear went as quickly as it came
The air was clear the fire burned again
The flames leapt the organ played
The swan sang to greet the day
And then we knew that
Love will find love will find love …

Let the bells of freedom ring – τις καμπάνες της υπέρτατης ελευθερίας του τίποτα, η οποία ενίοτε καμουφλάρεται πίσω από περίτεχνα συνταιριασμένες λέξεις – ναι, λέξεις ελληνίδες οι οποίες από φωτοδότρες κατάντησαν, σε όλες, σχεδόν, τις «γλώσσες» του κόσμου, ξελογιάστρες πόρνες που μπορούν να σημαίνουν οτιδήποτε και να εξαπατούν τον οιονδήποτε… Λέξεις που εδώ λένε μέρα και πέντε αράδες παρακάτω νύχτα, λέξεις που ενώ σε υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων στην πόρτα, σύντομα σε πετάνε απ’ το παράθυρο και με τις κλοτσιές έξω, λέξεις που σήμερα τις διαβάζεις με τα ίδια σου τα μάτια και την επομένη είναι άφαντες, ή αρραβωνιασμένες ξαφνικά με ουρανοκατέβατους νέους μνηστήρες οι οποίοι τους αλλάζουν την όψη… – Λέξεις που από τη μία, φευ!, επικαλούνται τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τη Δημουλά, όλους τους μεγάλους ποιητές, και από την άλλη εκμηδενίζουν ακριβώς αυτούς, με τον πιο ανεπαίσθητο τρόπο!…

Σκληρές αλήθειες αυτές, πλην όμως αλήθειες· ως εκ τούτου, επιβάλλεται να λέγονται, εάν θέλουμε να μας αγκαλιάσουν κάποτε τα ευεργετικά τους αποτελέσματα.

Αλλά γιατί αυτού του είδους η ελευθερία είναι η υπέρτατη ελευθερία του τίποτα; Διότι, κατ’ αρχάς, είναι μία «ελευθερία» παντελώς στερημένη του στοιχείου της υπευθυνότητας, επομένως είναι μία καθαρή αυθαιρεσία. Τέτοια ελευθερία επιθυμούμε; Και αν ναι, εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι διαφέρουμε από τις λεγεώνες εκείνων τους οποίους λέμε ότι αντιπαλεύουμε; – Ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν υπάρχει· είναι μια σκέτη φενάκη. Η γνήσια και πανγόνιμη ελευθερία μόνο μέσα στην ευθύνη μπορεί να ευδοκιμήσει. Αυτήν ακριβώς την «ελευθερία μες στη φυλακή» εννοεί ο Νίκος Πορτοκάλογλου στο «Βουνό».
Και διότι, κατά δεύτερον, συνεπάγεται με μαθηματική βεβαιότητα τη χειρότερη δέσμευση που μπορεί να υπάρχει, τόσο για τους εξαπατώμενους όσο και για τους εξαπατώντες: ακόμα κι αυτοί οι τελευταίοι, προκειμένου να μπορούν να διατηρήσουν τη θέση ισχύος την οποία έχουν αποκτήσει, είναι υποχρεωμένοι να ζουν συνεχώς και αδιαλείπτως μέσα σε μία εφιαλτική επιφυλακή και υποκρισία, μην τυχόν και αποκλίνουν λίγο από τον ρόλο που υποδύονται, μην τυχόν και αποκαλυφθεί καμμιά πτυχούλα του πραγματικού τους προσώπου, διότι τότε όλα τα προνόμια που έχουν κερδίσει θα πάνε περίπατο.
Δημιουργούμε έναν φανταστικό «δικό μας κόσμο» εμφυσώντας «ζωή» στις συναρπαστικές πλην όμως άνευ ουσιαστικού νοήματος (καθόσον απουσιάζει η υπευθυνότητα, η συνέπεια, η κατεύθυνση) σκέψεις μας, αρχίζουμε να συστηματοποιούμε αυτόν τον «κόσμο» μέσω των δακτύλων μας καταγράφοντάς τον, εντυπωσιαζόμαστε κι ενθουσιαζόμαστε απ’ τις ικανότητές μας και, μετά, όλα τα υπόλοιπα έρχονται φυσιολογικά: παγιδευόμαστε –στ’ αλήθεια– εντός αυτού του εκτρωματικού αποκυήματος και, συγχρόνως, θέλοντας ασυνείδητα να μετατρέψουμε το μειονέκτημά μας σε προσόν, βελτιώνουμε αδιαλείπτως, ως άλλες αράχνες, τα από εμάς τους ίδιους κατασκευασμένα (για λόγους δικής μας προφύλαξης, ενώ, αλί και τρισαλί!, δηλώνουμε σε όλους τους τόνους και με όλους τους τρόπους ότι εμείς τίποτα δεν φοβόμαστε, από τίποτα δεν προσπαθούμε να κρυφτούμε) πέπλα-παγίδες, στα οποία θα γραπωθούν οι ανυποψίαστοι αθώοι –αθύρματα των δαχτύλων μας– που θα βρεθούν κοντά μας…

Οι λέξεις είναι τα αιμοσφαίρια στο κυκλοφορικό σύστημα του λόγου. Και οι δρόμοι που αυτές ακολουθούν, όλο χωρίζουν, όλο χωρίζουν και όλο ενώνονται, για να καταλήξουν στο ένα και μοναδικό τέλος-αρχή, σε αυτό που συντηρεί και κινεί ολόκληρο τον οργανισμό: στην καρδιά.
Και χρειάζεται πάντοτε η σωστή αναλογία των αιμοσφαιρίων για να διατηρείται η υγεία. Όταν έχουμε πολλά ή λίγα λευκά ή ερυθρά αιμοσφαίρια, η υγεία έχει πετάξει προς ζοφεράν κατεύθυνσιν.

Δείτε τι βρήκα γραμμένο κάπου:

«Για να χρησιμοποιεί κάποιος ορθά τη γλώσσα, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, πρέπει όχι μόνο να την καταλαβαίνει αλλά και να την αγαπάει. Αν δεν σου αρέσει αλλά την χρησιμοποιείς “στο περίπου” για να καλύψεις την ανάγκη έκφρασης ή επικοινωνίας, είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν ενδιαφέρεσαι για τις λεπτομέρειες της γλώσσας (όπως η ορθογραφία) που ορίζουν την ορθή χρήση της».

Όταν κάποιος χρησιμοποιεί τη γλώσσα αγαπώντας την, τότε οι λέξεις διόλου δεν έχουν μέσα τους την παγιδευτική παγιδευμένη αμφισημία και διόλου δεν φλερτάρουν με φαινομενικώς ταιριαστούς, αλλά στην πραγματικότητα ολέθριους μνηστήρες. Αντί γι’ αυτά, εμπεριέχουν ακέραιο το νόημα της αλήθειας τους και, λίγο βαθύτερα, το ίδιο νόημα διευρυμένο, εμπλουτισμένο με θαυμάσια πρόσθετα στοιχεία, και, λίγο ακόμη βαθύτερα, το ίδιο νόημα ακόμα πιο διευρυμένο, ακόμα πιο εμπλουτισμένο με ακόμα πιο θαυμάσια πρόσθετα στοιχεία, και, λίγο ακόμη βαθύτερα… ουκ έστι τέλος!

Και να! Το ΠΑΝ συμπυκνωμένο με τον τελειότερο τρόπο μπροστά στα μάτια μας, χάρη σε μία μόνο λεξούλα!

Θέλω να σου πω κάτι, αλλά δυσκολεύομαι, γιατί θέλω να σου πω κάτι, αλλά δυσκολεύομαι, γιατί θέλω να σου πω κάτι….

Και να! Νιώθεις ελεύθερος! Ανασαίνεις!
«Η ανάσα σου έκανε τον κόσμο να χλωμιάσει».

Και να! Βλέπεις καθαρά! Φωτεινά! Πώς; Με τα χρυσοβόλα μάτια της ψυχής σου!

Η γλώσσα, λέει ο Ελύτης, «αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών».

Και να! Γίνεσαι άνθρωπος!
«Μα ένας άνθρωπος!» συλλογίζεται αποκαρδιωμένη η λαίδη Τσάτερλυ, έχοντας φέρει στο νου ότι «είχε σταθεί αδύνατον να βρεθεί ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ του προφήτη».
Μα, άπαξ και γίνεις εσύ ο ίδιος άνθρωπος, ε, δεν μπορεί να είσαι ο μοναδικός στον κόσμο! Όλο και κάποιοι άλλοι θα γίνουν με τον ίδιο τρόπο, οπότε θα απαλυνθεί και ο καημός της λαίδης.

… Έτσι, ο σατανικός χορός της αυτο- και ετερο-εξαπάτησης κι εν τέλει της αλληλοεξόντωσης –στον οποίο όμως νικά πάντοτε ο ισχυρότερος, δηλαδή, και ειδικά γι’ αυτό το στημένο παιχνίδι, ο δολιότερος– καλά κρατεί… Γητεύτρες λέξεις που συγκαλύπτουν λύκους, λύκοι που μεταμορφώνουν με αυτές το αλύχτισμά τους σε ακαταμάχητο τραγούδι των Σειρήνων, αφοπλιστικές λέξεις οι οποίες ναρκώνουν τον αθώο που πρόκειται σε λίγο να φαρμακωθεί από φίδια, φίδια που με αυτές προσκτώνται την αίγλη του Ορφέα, και ούτω καθεξής. Ωραία λόγια που είναι θάνατος κι ασχήμια, μια ατέρμονη ασχήμια γενεών και αρουραίων νεκροζώντανων, «ποιητών» και σαλτιμπάγκων. – Πράγμα το οποίο έχει τόση σχέση με τη συνέπεια και το ποιητικώς είναι, όση έχουν ο Άδης και ο Άδης με τον Απόλλωνα και την Αθηνά.
Συνεπώς, αυτού του είδους η «ελευθερία» μόνο τον εκμηδενισμό ημών και υμών επιφέρει. Καιρός να το πάρουμε χαμπάρι.

Νισάφι πια με τους αντικατοπτρισμούς που δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να αναπαράγουν αενάως τους πούστικους φαύλους κύκλους. Σε ολόκληρο το σύμπαν δεν υπάρχει ούτε ένας κύκλος. Η ζωή είναι ξένη προς τους κύκλους και τη νεκρωτική αποτελμάτωση που αυτοί επιφέρουν. Ο ψυχοπνευματικός κόσμος του ανθρώπου είναι εξίσου ξένος προς τη μονοεπίπεδη περιστροφή, με την ίδια πάντα ακτίνα, γύρω από το ίδιο κέντρο-αντικείμενο ενδιαφέροντος, αισθήματος κ.λπ. Οπουδήποτε στο σύμπαν βλέπουμε σπειροειδείς σχηματισμούς κι ελλειψοειδείς κινήσεις και τίποτε άλλο. Όλα τα ζωντανά πλάσματα συλλαμβάνονται, αναπτύσσονται και αναπαράγονται μέσα από ελικοειδή και ελλειψοειδή κύτταρα και από ιδίου σχήματος διεργασίες. Η ανθρώπινη ψυχή και σκέψη, η ανθρώπινη υπόσταση, βελτιώνεται, ανυψώνεται και θεούται αποκλειστικά και μόνο χάρη σε παρόμοιες διαδικασίες. Ενώ όλοι οι κύκλοι, όσες μεταξωτές δαντέλες, φρου-φρου κι αρώματα και αν περιβληθούν, είναι φθορά, θάνατος, ανυπαρξία, ΜΗΔΕΝ.

Μαχαίρι αδυσώπητο όσο και ακατάσχετο η Αλήθεια, ξεσκίζει όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, ως δίδυμη αδελφή που είναι της Αθανασίας, του Έρωτα. Και το κάνει αυτό διότι περσότερο κι από το πιο πολύ, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε στιγμή που περνά, αγαπά περσότερο κι από το πιο πολύ –οπότε κινδυνεύει, καμμιά φορά, να υπερβάλλει στην αυστηρότητά της–, μη φοβούμενη να θέτει τον δάκτυλον επί των τύπον των ήλων, εις επήκοον όλων των –ποικιλοτρόπως ψευδωνύμων…– απίστων Θωμάδων, και να λέει απλούστατα, προς όποιον θέλει να τολμήσει το Αγαθό και το Ωραίο, δηλαδή να διανύσει όλο το Δρόμο από το Α ώς το Ω: «Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα» – ή, για να θυμηθούμε και τον Ναζωραίο, «Όστις θέλει δίπλα μου πορευθείν…».

Από τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες δεν έχεις απολύτως τίποτε να φοβηθείς, όταν δεν τους επιτρέπεις να εγκαθίστανται εντός σου. Και ξέρεις πότε τους το επιτρέπεις; Όταν δεν κάνεις την πολύ απλή σκέψη ότι ο Οδυσσέας δεν βγήκε (με καθαρό το πνεύμα) στο δρόμο έχοντας προορισμό την Ιθάκη, αλλά (τυφλωμένος) έχοντας προορισμό την Τροία! Και ότι όλα αυτά τα τέρατα που συνάντησε κατά την επιστροφή του και τα οποία τον καθυστέρησαν δέκα ολόκληρα χρόνια, αναπτύχθηκαν και γιγαντώθηκαν ακριβώς επειδή ο Οδυσσέας και οι υπόλοιποι Αχαιοί εξεστράτευσαν εναντίον της Τροίας και την πολιορκούσαν επί δέκα ολόκληρα χρόνια, αφήνοντας έτσι τα τέρατα ανενόχλητα για όλο αυτό το διάστημα! Η αφροσύνη των ανδρών σε όλο της το μεγαλείο, όμοια με την αφροσύνη του Πάριδος, όμοια με την κακία της ανδρο«γυναίκας» Έριδος, η οποία σφετερίστηκε τη θέση του Έρωτος!

Έβγα, ανάσυρε στο φως, από τα ερεβώδη βάθη των αυτοαναιρούμενων λέξεων όπου έχουν θαφτεί, τη Δύναμη, την Πίστη, τη Γνώση, την Αλήθεια που ΕΙΣΑΙ, Ω ΛΑΤΡΕΥΤΟ ΜΟΥ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ, κι εμπρός να πορευτούμε Άξια τον Δρόμο του Αγαθού και του Ωραίου, το Δρόμο της Δημιουργίας, το Δρόμο τη Ζωής, το Δρόμο της Αθανασίας! Μοιάζει ατελεύτητος, αλλά στην πραγματικότητα είναι μία δρασκελιά, Σε βεβαιώνω με τη ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΟΥ.

Σε βεβαιώνει, ΚΑΛΛΙΣΤΗ μου, και ο Οδυσσέας μας, ΑΥΤΟΣ που άρχισε το μεγαλειώδες ποιητικό του έργο με τη λέξη «ο έρωτας» και το τελείωσε, ύστερα από πέντε δεκαετίες, μ’ ετούτες εδώ:

ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ Ο
ΘΑΝΑΤΟΣ

Και να! Μια ημικατεστραμμένη Θήρα που ως Νίσυρος επανακτίστηκε με γεράνια τεράστια και νερά κυλιόμενα παλαιάς Ιλιάδας κελαρύσματα. Όπου σημαίνει του βαρβάρου δεύτερη άνοιξη, νόμος δεν γράφει, και πάσα του ηλίου ακταιωρός δεκτή, το άλκιμον ήμαρ και το εξ όλων των χρωμάτων έν και πάλλευκον, το αχνάρι της μέλισσας κει που δεν τελειώσαμε ποτέ. Φιλιά που δόθηκαν και άλλα που δεν.
Χαιρέτωσαν.
Ανθ’ ημών η αγάπη.

Έβγα, να σταματήσουμε τους τεχνητούς σεισμούς, λιμούς
και καταποντισμούς που αφανίζουν την ανθρωπότητα!

Έβγα, να κάνουμε την πρώτη, εδώ και χιλιάδες χρόνια, κοσμογονία!

Αλλά κι αν δεν βγεις από μόνη σου, θα ρθώ εγώ να σε κλέψω, απόψε κιόλας, σε ένα χορό ατελείωτο και ελικωτό και ατελείωτο και ωοειδή και ατελείωτο.

ΠΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ, ΚΑΛΕ, η γιορτή για τα γενέθλια των μάγων, να κόψω εισιτήριο με τη γραμμή Ντόβερ-Καλέ; Ας μου απαντήσει, σας θερμοπαρακαλώ, όποιος μπορεί να γνωρίζει, γιατί νομίζω πως γίνεται πολύ σύντομα και θέλω να παρευρεθώ οπωσδήποτε.

Ο μεγάλος μου αδελφός πηγαίνει την επόμενη Τρίτη για μία σοβαρή εξέταση.
Κι εγώ, πολύ φοβάμαι, θα περάσω την Τρίτη από μία πάρα πολύ σοβαρή εξέταση.
Τα δυο αρσενικά τέκνα της οικογένειάς μου έχουμε πολλές φορές βρεθεί σε παράλληλες διαδρομές της ζωής, όμως πάντοτε ακολουθούσαμε τελείως αντίθετες κατευθύνσεις…


Ταξιδεύω… με τα μάτια της Ψυχής μου!μου!!Απαγορεύεται αυστηρώς η αποκοπή!φ


Ο λόγος του Οδυσσέα Ελύτη κατά την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας

Οκτώβριος 18, 2008

Οδυσσέας Ελύτης
Στις 18 Οκτωβρίου 1979 ανακοινώθηκε η βράβευση του Οδυσσέα Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο λόγος που εκφώνησε ο ποιητής κατά την τελετή απονομής του βραβείου είναι, πιστεύω, ακόμη πιο επίκαιρος στις μέρες μας και αξίζει να ξαναδιαβαστεί πολλές φορές.
Οδυσσέας Ελύτης

Μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο
Των φονιάδων το αίμα με φως ξεπληρώνω

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.
Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.

Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες, αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.
Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο».
Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε, πιστεύω, ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Όχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον», αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι».

Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.

Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός –η μόνη ίσως οδός– προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μέσ’ από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη.

Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο», που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ώς τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που –όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους– τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.

Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

Πώς να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; ιΗ ισταθερότητα ιπου εέδωσε
σ’ ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε, μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν’ ανακράξει: Wozu Dichter in dürftiger Zeit!
Οι καιροί, φευ, εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο dürftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πώς αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ’ άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.

Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ’ αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ’ εξέθρεψε, μ’ εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.

Τότε όμως η ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.

Είναι, το ξέρω, άτοπο ν’ αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση.
Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. – χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε –προτού υπάρξει ο Mallarmé στα ευρωπαϊκά γράμματα– να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ.Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.

Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ’ αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν’ αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Έλληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες, μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.

Πώς όμως ν’ αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα, όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πώς να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ’ αυτή την έλλειψη –αν ανεβούμε την κλίμακα– σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.

Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.

Για τον ποιητή –μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές– η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.

Συνεικόνα του Οδυσσέα Ελύτη

Όμως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Όλες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ώς τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer mêlée au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ένα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.

Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκόσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.

Μπορεί η ποίηση ν’ ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μέσ’ απ’ τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.»