Posts Tagged ‘εθνικα θεματα’

Πατρίδα Ιωνία, ποτέ δε σε ξεχνούμε

Σεπτεμβρίου 14, 2010

Μητρίδα Ιωνία, κοιτίδα των Ελλήνων,
τα τέκνα σου σε χαιρετούν με νεύματα ελπίδων.
Απέναντί σου στέκονται ορθά και μυαλωμένα
γνωρίζοντας πως τα ιερά ποτέ δεν είν’ χαμένα.

Πατρίδα Ιωνία, ποτέ δε σε ξεχνούμε
κι ας είναι οι μέρες ζοφερές, και ας υποχωρούμε.
Ξανά το Φως θ’ ανάψουμε, όταν θα ‘ρθεί η Ώρα,
στους κόρφους σου τους στοργικούς, σε κάθε ανθρώπου χώρα.


Η σημερινή μου ανάρτηση είναι μία απειροελάχιστη, ταπεινή συνεισφορά στη μνήμη του Ελληνισμού.
Για ιστορικά στοιχεία, μαρτυρίες, αλλά και για την τωρινή στάση που κρατάει το «ελληνικό κράτος» στο τεράστιο αυτό ζήτημα, σας παραπέμπω στην εξαίρετη ανάρτηση του «Πόντου και Αριστερά» «Σφαγή της Σμύρνης: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!», στις πέντε αναρτήσεις-εκπομπές του Hackaday (πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη) και στη σημερινή δημοσίευση του «Δικτύου Μικρασιάτης» με τον τίτλο «Μικρασιατική Καταστροφή – Μνήμη και λήθη».

Σας χαρίζω και τα βίντεο που τράβηξα από το θαυμάσιο έργο του Παρασκευά Συριανόγλου «Η δύση της Ανατολής», το οποίο παρουσίασε η θεατρική ομάδα του Συλλόγου Μικρασιατών Ιεράπετρας στις 11 και 13 Ιουνίου στην αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη», και στις 10 Αυγούστου στο πλαίσιο των «Κυρβείων 2010», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Γιαννίδη.









Στη μητέρα των μαχών, ο σκοπός θα κρίνει το αποτέλεσμα

Αύγουστος 14, 2010

Αναδημοσιεύω, με πολλή καθυστέρηση, ένα καταπληκτικό κείμενο της «Ολυμπίας» το οποίο πάλλεται από Ελλάδα, μαζί με ένα αναλόγου ποιότητος, βάθους και ψυχής ποίημα-σχόλιο που έδωσε εκεί ο Σπάρτακος.
Για αφιέρωση αυτής της αναρτήσεώς μου, αντιγράφω τα λόγια του Σπάρτακου, τα οποία έγραψε ως υστερόγραφο στο ποίημά του:
«Αφιερώνεται σ’ όλους τους φίλους που μέσα απ’ τις παγωμένες γραμμές μιας οθόνης, κατάφεραν και μου ‘στειλαν το φως που καίει στις καρδιές τους. Ευχαριστώ και υποκλίνομαι».

Πριν πιάσεις “τ’ άρματα”, σκέψου προσεκτικά τον λόγο που μπαίνεις στη μάχη.

Εάν μπεις στη μάχη για τα φράγκα, για την κονόμα, για “οικονομικά αιτήματα”, τότε είσαι ένα πορτοφόλι. Αναπόφευκτα θα σε αδειάσουν και θα σε πετάξουν στα σκουπίδια.

Εάν μπεις στη μάχη για την αλαζονεία, για τη “μαγκιά” και την φιγούρα, τότε θα έχεις την τύχη του Κόκορα. Τον αφήνουν στο κοτέτσι πλουμιστό, να νομίζει ότι είναι ο βασιλιάς και να κοκορεύεται, μέχρι που μια ωραία πρωΐα αντιλαμβάνεται ότι είναι απλώς η μακαρονάδα του αφεντικού.

Εάν μπεις στη μάχη για την Ιδέα, για το σύνολο, για την γέννα που έρχεται, για τη γενιά που έφυγε, αυτά δηλαδή που απαρτίζουν το Έθνος (=Γέννα),

εάν μπεις στη μάχη με απόλυτη αυτογνωσία ότι μάχεσαι για να προσφέρεις και όχι για να πάρεις, με πίστη σε ένα κοινό και αγνό ιδεώδες, με ορθολογισμό ότι μάχεσαι για το δίκαιο, την Αλήθεια και όχι για το “ίδιον”, τότε έχεις πιάσει έναν αρχέγονο σφυγμό.

Τον σφυγμό που κάνει την ανατροπή, που κάνει τα αδύνατα δυνατά, που κάνει τα θαύματα [ο τονισμός, εδώ, δικός μου]. Την αιώνια αρχή που υποτάσσει το σαθρό και το άδικο. Το πρότυπο που έχει αποθεωθεί και τεκμηριωθεί ανά τους αιώνες, ενσαρκωμένο στον μαχητή που μπήκε ενάντια στην “λογική κατάληξη” με ενθουσιασμό (Εν Θεώ Ουσία) γιατί ο σκοπός του ήταν Θείος. Αληθινός. Η ίδια η Αλήθεια.

Ας θυμηθούμε τον Κολοκοτρώνη. Προδομένος από το γένος του, από τους επίορκους του Έθνους του, τα χρηματισμένα “πατριωτάκια” που του στέρησαν μέχρι και τον γιο του τον πρωτότοκο. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ο άνθρωπος που έφερε τη λευτεριά. ΕΝΑΣ άνθρωπος, ένας μαχητής αρκούσε για να Ενθουσιάσει τους ραγιάδες, ενάντια στον φόβο, την ηττοπάθεια, την υπεροπλία και υλική ισχύ των αδίκων, την προδοσία των ημετέρων. Τι ομοιότητες, Θέε μου!

Δεν ήταν υπεράνθρωπος, έγινε απλώς αυτό για το οποίο πολεμούσε. Τι ήταν αυτό; Μα το είπε ο ίδιος ξεκάθαρα:

“Για του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία”.

Βρε κάτι συμπτώσεις… Τι έλεγε ο Μέγας Αλέξανδρος πριν τη μάχη, στην επίκληση που του έμαθε η Ορφική Ολυμπιάδα;

“Ζευ Βασιλεύ και Γαία”.

Μα και όταν η Θυσία ήταν αναπόφευκτη, ο Θανάσης (Αθάνατος) Διάκος:

«Πατέρα παντοδύναμε, ἄκουσες τὴν εὐχὴ μου• μοῦ φύτεψες μέσ’ στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα, ἔδωκες μία ἀχτίδα Σου ἀθέρα στὸ σπαθί μου καὶ μοῦ’πες: Τώρα πέθανε γιὰ Μέ, γιὰ τὴν Πατρίδα.«

Ο Μισόζωος [ο τονισμός, εδώ, δικός μου] εχθρός λοιπόν, δεν φοβάται ούτε τους συνδικαλιστές, ούτε τους “ξερόλες”. Φοβάται αυτούς τους τρελλούς, τους αδίστακτους. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να τους αγοράσει. Δεν μπορεί να τους “θαμπώσει”, δεν μπορεί να τους φοβίσει. Το κυριότερο, δεν μπορεί ούτε να τους εξαπατήσει, διότι απλούστατα γνωρίζουν την Αλήθεια.

Ζούμε την Αλήθεια ως υπέρτατη πράξη Ελευθερίας. Την λέμε ως πράξη επαναστατική, όπως είπε ο Όργουελ. Ούτε χίλιες Δραγώνες ούτε όλα τα ΜΜ”Ε” δεν θα μας ρίξουν στη λήθη. Γιατί είναι η αιώνια συνταγή Νίκης. Από τα χρόνια του Διός, του Λεωνίδα, μέχρι σήμερα:

…καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.

Καλόν Αγώνα!

Και το ποίημα του Σπάρτακου:

ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ ΤΟΥ ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ

Υπέρλαμπρος ο Ηλιος των περσυνών Αλκυονίδων.
Σήμερα καθρεφτίζεται στα γυαλισμένα σπαθιά των Αρχαγγέλων,
αύριο θ’ ακτινοβολεί στο Λιτόχωρο, την Μονεμβάσια και τους Παξούς,
μα στους αιώνες θα φωτίζει, τις γρανιτένιες σας ψυχές.

Υπέρλαμπρος ο Ήλιος των ξεχασμένων αμπελώνων,
ο Ήλιος που σκάει τα τσόφλια των καρπών,
και κάνει τους χυμούς τους να ξεχύνονται στις άγιες καρδιές σας,
καί να ποτίζουν τα ιερά κορμιά σας,
ο Ήλιος που μεθάει τον κότσυφα και που τρελλαίνει τ’ αηδόνια.

Ολόλαμπρος ο Ήλιος του υπνώττοντος Φθινόπωρου,
περνάει απ’ τα μάτια σας και το πετσί σας,
φθάνει στις εσχατιές των άκρων σας, μα και του λογισμού σας,
ζεσταίνει Ακροπόλεις, Παλαμήδια, Τέμπη και Σαμαριά,
θωπεύει λάγνα κι ασύστολα τις όπου γης προδομένες ψυχές,
από την Βασιλεύουσα μέχρι τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ,
πλανεύει την Μεσόγειο, από τη Σμύρνη μέχρι το Γιβραλτάρ,
κι από τη Σαλονίκη μέχρι την λατρεμένη Αλεξάνδρεια.

Ολόλαμπρος ο Ήλιος του Μεσονυχτίου,
ήρθε και φώτισε τους ασυγκράτητους κέλητες των λογισμών σας,
και πρόδωσε τους ανομολόγητους χρησμούς των φθηνών αφεντάδων,
των εξαγορασμένων τελάληδων και των επάργυρων κορυβάντων
μιας άθλιας και γκροτέσκας κουστωδίας,
μιας αργυρώνητης παρέας, που δεν έτυχε ν’ ακούσει τους ήχους του μπαντονεόν,
και μιας καμαρίλας που επέπρωτο να πνιγεί μέσα στο ίδιο της το αίμα.

Υπέρλαμπρε κι αδυσώπητε Ήλιε των ξεχασμένων καλοκαιριών της νιότης μας,
παρακαλούμε σε θερμά, σ’ εκλιπαρούμε Ήλιε,
ξέχνα τις νύχτες των ιδρωμένων σεντονιών
και της κραιπάλης τις μέρες,
ξέχνα καλέ μας Ήλιε τον αλαζόνα, τον σοφό και τον πολιτικάντη,
και ζέστανε Ήλιε μου της πόρνης το αγνό κορμί
και του απελπισμένου τα ματωμένα χέρια.

Προπαγάνδα για την «αυτόνομη Κρήτη», σε συναυλία στην Ιεράπετρα!

Αύγουστος 4, 2010

Έγινε κι αυτό! Οι σχεδιαστές της «αυτονόμησης» (του αιματοκυλίσματος, για την ακρίβεια) της Κρήτης το 2012 φρόντισαν ώστε να περάσουν τα «κηρύγματά» τους ακόμα και μέσα από μουσικές εκδηλώσεις! Ο τρόπος για να το πετύχουν είναι, προφανώς, πανεύκολος γι’ αυτούς: σκάνε μερικά ψωροευρώ σε οποιονδήποτε έχει για θεό του το χρήμα και δε γνωρίζει ούτε πατρίδα ούτε ιστορία ούτε γονιούς ούτε τίποτα, κι έτοιμη η δουλειά!

Έτσι, ακούσαμε χθες το βράδυ στην Ιεράπετρα, στη διάρκεια της συναυλίας της Μελίνας Ασλανίδου, τον Μανόλη Ανδρουλιδάκη να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει, και συγχρόνως να κάνει προπαγάνδα για την «αυτόνομη Κρήτη» και να προβαίνει σ’ έναν ιταμό διαχωρισμό ανάμεσα στο «εδώ» (την Κρήτη) και το «εκεί» (την υπόλοιπη Ελλάδα)!
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, αγαπητέ κατά τα άλλα Μανόλη, τότε θα πρέπει να πάψεις να λες και να παίζεις τραγούδια που προέρχονται από «εκεί» (και μη μου πεις, σε παρακαλώ πολύ, ότι η μουσική είναι μία κι ενώνει τους ανθρώπους, διότι δεν είναι πράμα να επικαλούμαστε κατά περίπτωση τα «ενωτικά» και τα «αποσχιστικά», ανάλογα κάθε φορά με τα φτηνά συμφέροντά μας). Επίσης, θα πρέπει να πάψεις να χρησιμοποιείς τη γλώσσα που χρησιμοποιείται «εκεί», κι ένα σωρό άλλα παρόμοια (το ίδιο θα πρέπει να κάνουν, βέβαια, και όλοι εκείνοι οι Κρητικοί που υποστηρίζουν την «αυτονόμηση», κι ας έρθουν ύστερα να μας πουν τι ωραία που είναι να υπάρχεις δίχως τις προαιώνιες ρίζες και το παρελθόν σου!).

Από το ακροατήριο δεν ακούστηκε η παραμικρή αντίδραση (αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλος ο κόσμος εκεί ήταν σύμφωνος με τις απαράδεκτες παρόλες του Μανόλη Ανδρουλιδάκη). Περιμένω τώρα με πολύ ενδιαφέρον να δω ποια θα είναι η αντίδραση του Δήμου Ιεράπετρας. Θα καταδικάσει τα λόγια του Ανδρουλιδάκη, ή θ’ αφήσει να έρθει για να «ξαναπαίξει» εδώ μετά από οχτώ βδομάδες;

Παρακολουθήστε τώρα το βίντεο που έχω τραβήξει, ώστε να διαπιστώσετε και του λόγου μου το αληθές, και συνεχίζουμε κατόπιν.

Και η επιλογή του «Φιλεντέμ», που είπε πρώτο ο Ανδρουλιδάκης, ασφαλώς δεν ήταν τυχαία. Η «παντρεμένη» του τραγουδιού, εν προκειμένω, είναι η Κρήτη, η οποία έχει «πάρει άντρα» την Ελλάδα κι άντρα δεν έχει. Κι ο νιος που «την αγαπά», παρακαλεί το Θεό να τη φωτίσει ώστε ν’ απαρνηθεί τον άντρα της (την Ελλάδα) και να πάει μαζί της!
Το μόνο που δεν μας είπε ο λαλίστατος μουσικάντης, είναι η εθνικότητα του «ερωτοχτυπημένου νιου», δηλαδή το κράτος που θέλει να χάψει την Κρήτη!…
Κι αμέσως μετά, ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης τραγούδησε τη «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου», στην οποία ως «κακός αφέντης», προφανώς, εννοείται η Ελλάδα, και πάει λέγοντας. – Διότι, πρέπει να τονιστεί, όλοι οι υπέρμαχοι της «αυτόνομης Κρήτης» δεν έχουν άλλο «επιχείρημα», παρεκτός το ότι η Κρήτη αδικείται από την υπόλοιπη Ελλάδα και ζημιώνεται οικονομικά, οπότε πρέπει να αυτονομηθεί για να λύσει το πρόβλημά της!

Η Μελίνα Ασλανίδου φάνηκε να έχει μια δυσκολία στο να παίξει αυτό το άθλιο προπαγανδιστικό παιχνίδι. Στα λόγια που είπε πριν τραγουδήσει ο Ανδρουλιδάκης, κόμπιαζε, με αποτέλεσμα να μην «της βγουν» αβίαστα οι λέξεις «της αυτόνομης Κρήτης». Και, το κυριότερο, αντέδρασε όταν ο Ανδρουλιδάκης είπε «θα παρεμβάλουμε ένα τραγούδι από εκεί [το «εκεί» είναι γι’ αυτόν η Ελλάδα!…]», λέγοντας: «Όχι, θα καταλήξουμε εκεί!»

Συμπέρασμα: Ας συνεχίσουμε να κοιμόμαστε και ν’ αδιαφορούμε, νοιαζόμενοι μόνο για τις «άμεσες ανάγκες» και την καλοπέρασή μας, και θα καλοπεράσουμε για τα καλά όλοι μας, είτε βρισκόμαστε στην Κρήτη, είτε στο Γκρεκιστάν!

Λίγες σκέψεις, με αφορμή την άνανδρη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια

Ιουλίου 19, 2010

«Άνανδρη»! Μα τι λέω;! Ποιον ανδρισμό, ποιο φιλότιμο, ποιαν ανθρωπιά να περιμένουμε πως πρέπει να διαθέτουν οι υπάνθρωποι που έχουν καταλάβει όλες τις θέσεις-κλειδιά της κοινωνίας μας -αλλά και όλων των κοινωνιών του κόσμου-, αυτοί οι ίδιοι που δίνουν τις εντολές για το καθάρισμα οποιουδήποτε τους μπαίνει στο μάτι;

«Κοινωνίας μας»! Μα τι λέω πάλι;! Είναι αυτό το τερατώδες έκτρωμα κοινωνία;; Αστεία πράγματα!! Αυτό, είναι κατά πολύ χειρότερο κι απ’ τη χειρότερη ζούγκλα! Διότι ακόμα και στις ζούγκλες ισχύουν και λειτουργούν κάποιοι απαράβατοι κανόνες οι οποίοι προάγουν και βελτιώνουν τη ζωή, ενώ στο κωλοχανείο που ζούμε εμείς δεν λειτουργεί απολύτως τίποτε, παρά μόνον ο κανόνας των αρχαιόθεν ορκισμένων εχθρών της Ζωής!
Και, για το γεγονός ότι αυτή η «κοινωνία» εξακολουθεί να επιβιώνει και να θριαμβεύει, είμαστε όλοι ανεξαιρέτως συνυπεύθυνοι, άλλος λίγότερο και άλλος περισσότερο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΥΓΕΡΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΓΚΙΟΛΙΑ, ΚΙ ΟΣΟ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΟΤΕΣ, ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΟΛΟΕΝΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΘΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕΙ ΑΥΡΙΟ-ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΚΙ ΕΜΑΣ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΜΜΙΑ ΒΑΡΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΙΝΗΘΟΥΜΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ -ΚΑΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟ, ΦΥΣΙΚΑ- ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑΣ;;

Ένας παλιός μου γείτονας, με τον οποίο μιλούσα χθες το βράδυ, μου είπε ότι το στρατόπεδο του Συκουρίου Λάρισας, απ’ το οποίο η «επαναστατική» οργάνωση 17 Νοέμβρη είχε κλέψει πολεμικό υλικό, ήταν ένα ξέφραγο αμπέλι ήδη από τα χρόνια της χούντας. Κι εγώ, τότε, παρατήρησα: «Μα δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα ένα ξέφραγο αμπέλι;» Ανοιχτά σύνορα, «ανοιχτές κοινωνίες», υπηκοότητες στις στρατιές των κάθε λογής αλλοδαπών, «δημοκρατίες» και «ανθρώπινα δικαιώματα», ιδού οι αμέτρητες κερκόπορτες, απ’ τις οποίες εισρέουν ανεμπόδιστα τα «φτηνά εργατικά χέρια» των πληρωμένων δολοφόνων (στους οποίους παρέχουμε και δωρεάν μια στοιχειώδη ελληνική παιδεία, ώστε να μπορούν να εξαπατούν πιο εύκολα τα θύματά τους), των εμπρηστών για τις προβοκάτσιες σαν αυτή που έγινε στην εβραϊκή συναγωγή των Χανίων και για την πυρπόληση ολόκληρης της Ελλάδας (θυμάστε τι έγινε πριν από τρία χρόνια, και πόσοι συνάνθρωποί μας κάηκαν σαν λαμπάδες;), αλλά και τα ναρκωτικά που θερίζουν τη νεολαία μας σ’ αυτόν τον ατελείωτο ακήρυκτο πόλεμο που μας έχουν εξαπολύσει, και πάει λέγοντας…

«Μα έχουμε δημοκρατία, το τελειότερο πολίτευμα, και αυτά τα φαινόμενα είναι απλώς μερικές δευτερεύουσες αδυναμίες της!» Να τη χαιρόμαστε τη δημοκρατία μας, να χαιρόμαστε και την τιμή που εμείς οι Έλληνες απολαμβάνουμε, ως οι εμπνευστές και πρώτοι διδάξαντες του πολιτεύματος αυτού, χάρη στο οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη χαίρονται τα «αγαθά» της «ελευθερίας», του «σεβασμού των δικαιωμάτων τους» και δε συμμαζεύεται (προσωπικά, φρονώ ότι στην πραγματικότητα ετούτο το «τελειότερο πολίτευμα» κάθε άλλο παρά ελληνικής εμπνεύσεως είναι, αλλ’ αυτό αποτελεί αλλουνού αναγνώσματος αναβαλλόμενο…)!

Κι ένα νεαρό αγόρι, με το οποίο γνωρίστηκα και συνομίλησα χθες, μου εκθείαζε τη δημοκρατικότητα του διαδικτύου. Ναι, έχει δημοκρατικότητα το διαδίκτυο, αλλά δημιουργήθηκε τόσο δημοκρατικό, αποκλειστικά και μόνο προκειμένου «να βγαίνουν όλα τα σαλιγκάρια απ’ τις τρύπες τους και ν’ αποκαλύπτονται οι σκέψεις και τα σχέδιά τους», ώστε να γίνει ευκολότερο το σατανικό έργο των εχθρών της ανθρωπότητας. Κι όσο δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό κι επιμένουμε να μη συντονιζόμαστε, αλλά να κάνουμε ο καθένας μας το κομμάτι του μέσω του διαδικτύου, είμαστε χαμένοι από χέρι! Αυτά, για να μη βαυκαλιζόμαστε ότι τα χιλιάδες αγνά «λουλούδια» που ανθίζουν στο διαδίκτυο μπορούν να επιφέρουν την αλλαγή στην «κοινωνία» λειτουργώντας κατά μόνας, αλλά και, πέρα απ’ το διαδίκτυο, ότι μπορεί να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα όσο εμείς δεν δημιουργούμε άλλου είδους κοινωνικούς πυρήνες.

Παραθέτω και τον σύνδεσμο από τη σχετική ανάρτηση της Ολυμπίας, επειδή την θεωρώ πολύ καλή και αποκαλυπτική, αλλά κι επειδή ακολουθείται από εξόχως ενδιαφέροντα σχόλια.

Υστερόγραφο: Αποφάσισα να βάλω τα συγκεκριμένα χρώματα σ’ ετούτη την ανάρτηση, επειδή τα μαύρα δεν ταιριάζουν στην Ελλάδα.

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΩΣ –ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΩΣ– ΑΟΡΙΣΤΑ…

Ιουνίου 5, 2010

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Ακούσατε μια παράδοξη παράξενη ιστορία
για τον πατέρα με τη φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπατζήδες και της μηχανής του Τσεβελέκου σπαήδες
όσοι του πατρός ζητάτε τη γνώση, ακαμάτηδες και διακοναρέοι,
ωραίοι νέοι και του δεκάξι Φαρισαίοι.
Της Σμύρνης με τη Γαλλική σχολή σπουδαίοι
όσοι ακούτε με παλιές παρέες, όλοι εσείς που θέλετε γνώση
του πατέρα την ιστορία, όσοι για πατρίδες νύχτες μιλάτε τόσοι ανθρώποι,
γυναίκες παιδιά μια ιστορία λυρική παλιά, για φυσαρμόνικα και κάποιο πατέρα
για νύχτα και μέρα ακούσατε την ιστορία στον αέρα.

Στην αρχή ήταν οι τρεις χαλύβδινοι αιώνες
στου Μπαρτζελιώτη με καρεκλάκι οι Παρθενώνες
και μετά ήρθε η θάλασσα και μεσόγειος νησιά,
ο δρόμος με τη βρύση πέτρινη παλιά, παλιώσαν όλα μέσα σε μια νυχτιά.
Γέρασε η Ελένη για μια νυχτιά και το ’23 ήτανε αυτό που λες 1910, αποκοτιά!
Πηγάδια υπόγεια ποταμοί, με του νέγρου το μωρό στη φυλακή
οι Αταμάνοι οι Κοζάκοι οι παλιοί.

Μετά δύο τροχοί αλέθαν σιτάρι βροχή
με τη σιδερολαβή του πυρπολητή Κανάρη, έλειπε η σιδερένια γροθιά.
Του πατέρα το σπίτι πάνω σε καρφιά, δεν έκλαψε, δεν έκλαψε,
του Πόντου Άρη καθώς φεύγαν τα πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος για πρώτη φορά,
δε γύρισε δεν ήτανε πατέρας πια.

Ετούτο το ποίημα-γροθιά στο στομάχι ανήκει στον Μιχάλη Κατσαρό, και το αλίευσα στο ιστολόγιο του εξαίρετου Γιώργου Κεντρωτή.

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι δυνατός ξεκίνα πάλι

Θαρρώ πως είναι πια καιρός να βάλουμε στα κεφάλια και τις ψυχές μας μία στοιχειώδη τάξη, διότι περίσσεψαν η αταξία και η σύγχυση, ακόμα και μεταξύ των σπουδαιοτέρων εξ ημών, γεγονός το οποίο θα έχει καταστρεπτικότατες συνέπειες εάν δεν το αντιληφθούμε και δεν το καταστείλουμε στο διάβολο απ’ όπου προέρχεται το συντομότερο δυνατόν.
Θα χρειαστεί να διαθέσετε κάποιον παραπάνω χρόνο, να επιστρατεύσετε τις δυνάμεις και την αντοχή σας, διότι αυτή η ανάρτηση, σε μια στιγμή αμεριμνησίας και απερισκεψίας της, ξαπλώθηκε στην κλίνη του Προκρούστη και ξεχείλωσε πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει ένα… μακρύ ζεϊμπέκικο.

Μας έφτασαν στο σημείο να μιλάμε για τον Επίκουρο απαξιωτικά,
όπως το έχουν κατορθώσει και για τους Κυνικούς,
όπως και για τον συκοφάντη,
όπως και για την αγαθότητα,
όπως και για τον έρωτα,
όπως ακριβώς και γι’ αμέτρητα ακόμη ανθρώπινα, αληθινά, ωραία και μέγιστα
–κι ελληνικά!– μπόρεσαν –λόγω του δικού μας λήθ-αργου– στη θέση τους να βάλουνε
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Μεγάλα όμως είναι, ευτυχώς, μα μέγιστα ουδέποτε
– άρα η νίκη των ερπετών δεν θα έρθει ουδεπώποτε.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά,
αφού τα ψεύτικα είναι εξ ορισμού ασυγκρίτως πιο μικρά από τ’ αληθινά
– αφού τα ψεύτικα είναι ανύπαρκτα ενώ είναι υπαρκτά τ’ αληθινά;
Και πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να σταθεί το διαβολικό οικοδόμημα
που ως μοναδικά θεμέλια και σκέλεθρά του έχει
ανυπόστατες δοξασίες και γεγονότα
–κι όμως αληθινά, πάλι εξαιτίας του δικού μας λήθαργου!–,
κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου με τα μηδενικά υλικά του ψεύδους;

Ύστερα, έχουν μπολιάσει με έναν τόσο βαθύ και αποτελεσματικό διχασμό το πνευματικό μας στοιχείο, ώστε να είμαστε σχεδόν όλοι σχιζοφρενείς, είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Και αυτή η κατάσταση ολοένα παροξύνεται, και ολοένα νομίζουμε πως είναι η φυσική μας, και ολοένα περισσότερο μας αρέσει και δεν ανεχόμαστε μύγα στο σπαθί μας όταν κανείς «τρελός» ή «ανάγωγος» τολμήσει να μας τη θίξει…

Έτσι, μέσα στον καθένα μας συμβιώνουν δύο άνθρωποι – δύο άσπονδοι εχθροί: εκείνος ο εαυτός μας που έχει μέσα του τη θεϊκή ουσία, ο ένθεος, και ο οποίος μπορεί να κάνει τα πάντα απ’ το τίποτα, κι εκείνος ο άρρωστος που νομίζει ότι ενθουσιάζεται, ενώ στην πραγματικότητα γητεύεται σαν μικρό παιδάκι με την οποιαδήποτε μπαρούφα θα του πετάξουν οι δολιότατοι «δάσκαλοι» που έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας κάνουν «ανθρώπους», και ο οποίος, κατά συνέπεια, γίνεται πανεύκολα και χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί μαριονέτα στα χέρια τους, στην υπηρεσία των ολέθριων επιδιώξεων αυτών των «δασκάλων».
Πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι θετικό από αυτή την αδιάκοπη κι ανελέητη μάχη εντός μας, όταν η θετική και δημιουργική πλευρά του εαυτού μας έχει γίνει ένας πειθήνιος δούλος της βλακώδους άλλης πλευράς μας, η οποία, με τη σειρά της, υπακούει χωρίς καμμία αντίρρηση σε ό,τι την προστάζουν οι αφανείς χειραγωγοί και οδηγοί της ανθρωπότητας στην άβυσσο;
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε μία μέρα από αυτή την κόλαση, πώς είναι δυνατόν να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο, εφόσον εμείς οι ίδιοι αρνούμαστε να κοιτάξουμε σοβαρά μέσα μας, ώστε να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να πάρουμε τις απαραίτητες γενναίες αποφάσεις;

Μωρών μεγάλων μάστορες
που τον μπαμπά μιμούνται
ανθρώπωνε χάλαστορες
δίχως ν’ απολογούνται

Μωρών μεγάλων μπόλιασμα
με ιδέες και με κουσούρια
φαρμακευτών το σκεύασμα
σε ανήλιαγα αχούρια

Μωρών μεγάλων μέντορες
τυφλοί ημιονηγοί
αρμαγεδδόνων πράκτορες
ζόφου υποταγή

Μωρών μεγάλων μάλωμα
κι ο διαιτητής στη μέση
Έριδος το ξεφάντωμα
στα όρνια έχει φέξει

Μωρών μεγάλων κάρφωμα
που μοιάζει με παιχνίδι
των ίδιωνε το σταύρωμα
στου Χάρου το στασίδι

Μωρών μεγάλων μάγεμα
πάντα που βρίσκει στόχο
αρχίζει μ’ ένα χάιδεμα
τελειώνει μ’ ένα ρόγχο

Μωρών μεγάλων μέρισμα
χιλιοανειλημμένο
πανούργων το μηχάνευμα
νομίμως θεσπισμένο

Μωρών μεγάλων μάδημα
για το κοινό συμφέρον
της NASA το κομπόδεμα
κι όλων των συνεταίρων

Μωρών μεγάλων Μέδουσα
σε Βίβλους θεριεμένη
Εγώ είμαι η Μέλισσα
που σ’ έχω σκοτωμένη!

Μωρών μεγάλων μάτιασμα
από κανένα μάτι
Κίρκης κακό ξελόγιασμα
σε είχα μεγάλο άχτι!

Να μία συνηθέσταση όψη αυτής της σχιζοφρένειας που μας κατατρέχει: Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε πλήρως το σήμερα, αλλά και να αφεθούμε –σαν τα σοφά ποτάμια που ξέρουν πάντα να καταλήγουν στην παμφιλόξενη γαλάζια αγκαλιά της θάλασσας–, να διασκορπιστούμε στο αιώνιο, να γίνουμε ατμός, άτομα, αταμάνοι, να δυναμοποιηθούμε όπως ακριβώς οι ουσίες των ομοιοπαθητικών φαρμάκων! Και πολύ σωστά το επιθυμούμε!
Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε, και το μόνο που κατορθώνουμε είναι να παρακολουθούμε, ανήμποροι εθισμένοι θεατές, την τραγωδία της ζωής μας, για την οποία, επί πλέον, πληρώνουμε άλλους για να μας την παίζουν, και να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο σε φρούδες και πολλαπλώς βλαβερές Ολυμπιάδες!

Μωρών μεγάλων μόρφωμα
στη στρούγκα μαντρωμένο
του σπίρτου παρανάλωμα
που σου ’χουν αναμμένο

Μωρών μεγάλων τσάκωμα
για τρίχες και γι’ αρχίδια
άλλων αρτοβουτύρωμα
στα βρομερά παιχνίδια

Μωρών μεγάλων μέτρημα
μόνιμα στο περίπου
για πλάκα είσαι το ψάρεμα
μέσα σε απάτη μύθου

Μωρών μεγάλων μάθημα
γνώση πολλή αποδίδει
στο μαύρο συναπάντημα
και μαθητές κοιμίζει

Μωρών μεγάλων μάγειροι
τη σούπα ανακατεύουν
έρχοντ’ οι καλικάντζαροι
κι οι ηλίθιοι χωρατεύουν

Μωρών μεγάλων δίδαγμα
ποτέ αφομοιωμένο
τη μια είναι ψύλλου πήδημα
την άλλη φουσκωμένο

Μωρών μεγάλων μάγουλο
χιλιοχαστουκισμένο
υπόληψης το σούργελο
καταξεφτιλισμένο

Μωρών μεγάλων μόνοιασμα
που σεβασμό αξιώνει
κέρμα χωρίς αντάλλαγμα
σαβούρα που πληγώνει

Μωρών μεγάλων μοίρασμα
χιλιοανακατεμένο
ποιας τράπουλας το απόβρασμα
σ’ έχει φυλακισμένο;

Μωρών μεγάλων ένωση
(σ)κορακοφαγωμένη
καινούργια πιάσε άρμοση
γενού ολοκληρωμένη!

Μα δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να το καταφέρουμε, εφόσον εξακολουθούμε να λειτουργούμε βάσει της διχαστικής σχιζοειδούς λογικής, η οποία θέλει και μπορεί να διογκώνει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε όλα τα φαινομενικώς αντίθετα πράγματα!
Τι είπα; «Φαινομενικώς αντίθετα»; Μάλιστα! Φαινομενικές είναι αυτές οι αντιθέσεις, φαινομενική και η εναντίωση των δύο εαυτών μας!
Μα, εάν είναι έτσι, γιατί διογκώνονται συνεχώς αυτές οι διαφορές; Διότι, απλούστατα, εμείς δεν καταπιανόμαστε, σοβαρά και αποφασιστικά, να ορίσουμε τις φαινομενικώς αόριστες συντεταγμένες αυτών των «αντιθέτων» στοιχείων, να αυτοκαθοριστούμε, δηλαδή, με αποτέλεσμα να μας ορίζουν άλλοι και να μας κάνουν, την κάθε στιγμή που περνάει, νεκροζώντανους! Προτιμούμε ασυζητητί να είμαστε θλιβερές κουρελούδες που απαρτίζονται από αμέτρητα ξένα κομμάτια, παρά να πιάσουμε να ξεθάψουμε τις καταδικές μας φορεσιές, να τις παστρέψουμε, να τις σιδερώσουμε και να τις βάλουμε πάνω μας γελαστοί και περήφανοι. Μας έχουν διαποτίσει, βλέπετε, με το σύνδρομο του αυτοϋποβιβασμού και με τη μανία να θαυμάζουμε τις αλλότριες γελοιότητες, οπότε αισθανόμαστε την ακατανίκητη ανάγκη να τις ενδυθούμε, πετώντας τις δικά μας περγαμηνές στον κάλαθο των αχρήστων.
Και ας μη μου πει κανένας, παρακαλώ πολύ, ότι αυτό δεν αποτελεί αψευδέστατη απόδειξη ανωριμότητας και, πολύ περισσότερο, ανελευθερίας!

Μα, έστω κι αν αυτά αληθεύουν, δεν είναι και πάλι σοφό να προσαρμοζόμαστε και να μην πηγαίνουμε κόντρα στους ισχυρούς, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους όλα τα μέσα για να διοχετεύουν στην κοινωνία νοοτροπίες και πρότυπα μαζικής κατανάλωσης, αλλά και για να βάζουν στη θέση του οποιονδήποτε τολμήσει να επιλέξει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τον κυρίαρχο; Με άλλα λόγια, δεν είναι βαρύτατο το τίμημα που θ’ αναγκαστεί να πληρώσει ο κάθε ασυμβίβαστος; Κι ακόμα, δεν είναι από χέρι χαμένη μία τέτοια μάχη;
ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΧΙ!
Όλα αυτά δεν είναι παρά οι βολικές δικαιολογίες ώστε να παραμένουμε μια ζωή σκυμμένοι και παραιτημένοι, να βυθιζόμαστε αδιάκοπα σε μία δυσχερέστερη κι επαχθέστερη κατάσταση! Για να μην μπούμε στην –αληθινή– περιπέτεια ν’ αναζητήσουμε και γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αυτοκαθοριστούμε σύμφωνα με τις γνήσιες δικές μας αξίες και ανάγκες! Και αυτές οι δικαιολογίες δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να ανατροφοδοτούν την απατηλή εντύπωση ότι οι τέτοιου είδους απόπειρες είναι καταδικασμένες σε οικτρή αποτυχία και τεράστια φθορά, φθορά η οποία ισοδυναμεί με το τίμημα που τόσο άδικα έχουν πληρώσει μερικοί αμετανόητα ρομαντικοί! Έτσι, στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο φόβητρο του κολοσσιαίου τιμήματος.

Εάν όμως ριχτούμε στον ωραίο αυτόν αγώνα με πίστη κι αποφασιστικότητα, σύντομα θα διαπιστώσουμε πως οι μεν δυνάμεις και ικανότητές μας αυξάνονται, οι δε δυσκολίες και θυσίες χάνουν διαρκώς σε βαρύτητα και δυσμενείς επιπτώσεις για εμάς.
Και, βέβαια, η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται πάρα πολύ όταν έχουμε δίπλα μας και άλλους συναγωνιστές και δεν είμαστε μόνοι σαν την καλαμιά στον κάμπο, η οποία κινδυνεύει να σωριαστεί κάτω από το πρώτο πέρασμα ενός άγριου θηρίου. Η δε ανεύρεση κι άλλων αποφασισμένων επίδοξων ανθρώπων διευκολύνεται πάρα πολύ από τη στιγμή που ο καθένας από εμάς θα πιστέψει στον εαυτό του (εδώ, εννοώ πίστη θεμελιωμένη σε σωστές βάσεις, όχι στην αλαζονεία και την υπερβολή). Διότι τότε, πια, συνειδητοποιείς αυτόματα ότι δεν μπορεί να είσαι μόνον εσύ και κανένας άλλος ο σωστός, ο ειλικρινής, ο έντιμος, ο συνεπής, ο υπεύθυνος! Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα – διότι, αν δεν υπήρχαν, τότε η δική σου ζωή θα ήταν παντελώς αβίωτη και η μόνη επιλογή που θα σου έμενε, εφόσον ήθελες να μην αυταπατάσαι, θα ήταν η αυτοκτονία!
Άπαξ, δε, και φτάσουμε στο σημείο να αυτοκαθοριστούμε, να γίνουμε δηλαδή ο εαυτός μας αποτινάζοντας τα επίκτητα καρκινώματα, έχουμε κατακτήσει –εκτός όλων των άλλων ικανοτήτων και δυνάμεων, όπως είναι η ευστροφία, η μεγάλη παρατηρητικότητα, η ευκολία να συγκεντρωνόμαστε, η ταχύτατη αντίληψη των παγίδων που πάνε να μας στήσουν μερικοί-μερικοί, η ικανότητα να συνδυάζουμε πολλές πληροφορίες και να κάνουμε πολλά πράγματα συγχρόνως, η διαρκώς αυξανόμενη αντοχή κ.ά.– και κάποια πράγματα που σιγά-σιγά γίνονται τα πιο ισχυρά μας όπλα, και τα οποία δεν θα μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε όσο παραμέναμε ηττοπαθείς, μεμψίμοιροι και αδρανείς. Ένα τέτοιο είναι η εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνουμε τις αρχικές μας αποτυχίες σε θριάμβους –και μάλιστα θριάμβους χωρίς να υπάρχει κανένας ηττημένος από την άλλη πλευρά!–, να μετατρέπουμε σε αληθινούς φίλους και συναγωνιστές εκείνους που μας εναντιώνονται όταν μας πρωτογνωρίζουν ή όταν διαπιστώνουν την «αλλαγή πλεύσεώς» μας, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μέσα σε πολύ μικρό διάστημα περιστοιχισμένοι από ένα σωρό πιστούς συντρόφους, τόσους και τέτοιους που δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ούτε σε χίλια χρόνια με τη «δοκιμασμένη» νοοτροπία και στάση ζωής!

Αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο απίστευτο, είναι η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ που αρχίζει και μας συμβαίνει λίγο-λίγο, και η οποία πυκνώνει κι εντείνεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας στο σημείο να μας φιλοδωρεί με πράγματα που η φαντασία μας δεν είχε λαχταρήσει ούτε στις πιο αχαλίνωτες στιγμές της! Βλέπουμε τότε να μας λύνονται σαν από μόνα τους, δηλαδή από ανθρώπους ή γεγονότα που ποτέ δεν είχαμε υπολογίσει επάνω τους, προβλήματα που εμείς αδυνατούσαμε να λύσουμε παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, ή ακόμα και πριν εμείς συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξή τους, βλέπουμε να μας δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα ακόμη αδιαμόρφωτα μέσα στο μυαλό μας, να φεύγουν από τη μέση υποχρεώσεις και δουλειές χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό και να βρίσκεται έτσι ο αναγκαίος χρόνος ώστε ν’ αφοσιωνόμαστε στο πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να κάνουμε τότε, και πολλά άλλα παρόμοια. Επίσης, βλέπουμε τη φυσική κατάσταση του οργανισμού μας να μεταμορφώνεται, να σφύζει από υγεία και ρώμη, καθόσον τώρα το πανίσχυρο στοιχείο του ψυχισμού μας λειτουργεί προς όφελος και όχι προς ζημία μας. Και, τέλος, βλέπουμε, εκεί που περπατάμε στο δρόμο νηφάλιοι, χαρούμενοι και συγκροτημένοι, να μπλέκονται απ’ το πουθενά στα βήματά μας ένα σωρό ευπρόσδεκτα και υπέροχα πράγματα, που βοηθάνε σημαντικά τη θετική εξέλιξη των υποθέσεών μας και μας γεμίζουν με μιαν άφατη αγαλλίαση και έναν ακατανίκητο θαυμασμό, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από τη χαμένη παιδική μας αθωότητα και την ικανότητα να βλέπουμε το ίδιο πράγμα σαν να το βλέπουμε για πρώτη φορά – τίποτε άλλο από τον ίδιο τον παράδεισο που όλοι μάς λένε πως έχει χαθεί ανεπιστρεπτί!

Για να φτάσουμε όμως στο σημείο να κάνουμε τη μαγεία στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, χρειάζεται οπωσδήποτε να αποβάλουμε το άγχος και τη βιασύνη, τα οποία μόνο σε εσφαλμένες και πανικόβλητες ενέργειες μας οδηγούν, και μόνο τους δυνάστες και τους εχθρούς μας ευνοούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πάντα ήρεμοι, να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας ακόμα και τις ώρες των μεγάλων εντάσεων με τους συνανθρώπους μας, και να μην επιδιώκουμε εκβιαστικά να γίνεται αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας, είτε πρόκειται για μια μελλοντική επιδίωξή μας, είτε για ένα πρόγραμμα ή ένα πραγματικά σοβαρό, ακόμα και επείγον, ζήτημα της επόμενης ώρας. Πρέπει, δηλαδή, να μπορούμε να αφηνόμαστε σε αυτά που μας φέρνει η ζωή την κάθε μέρα ή το κάθε λεπτό· όχι να αποφεύγουμε, αλλά να παρασυρόμαστε πρόθυμα στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων, όπως είναι η ανάγκη να παρατήσουμε αυτό που κάνουμε και να τρέξουμε για να συμπαρασταθούμε σε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, να μην αρνηθούμε στον σύντροφό ή τους φίλους μας μία έξοδο επειδή αυτό με το οποίο καταγινόμαστε είναι πιο ενδιαφέρον, κ.λπ.

Κι όταν πια φτάνει η ευλογημένη εκείνη ώρα που φτάνουμε στον υψηλό μας στόχο, βλέπουμε πως η αξία του τιμήματος που πληρώσαμε έχει πέσει σαν τις μετοχές – και μάλιστα πολύ περισσότερο από όσο πέφτουν αυτές: έχει γίνει μηδενική, ενώ συγχρόνως το επίτευγμα για το οποίο παλέψαμε έχει καταξιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία μας!

ΜΙΑ ΦΟΥΣΚΑ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΕΝΑ ΑΠΟΣΤΗΜΑ ΛΟΓΩ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΟΛΥΝΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ, ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ!
ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ ΚΑΡΦΙΤΣΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΥΟ ΜΑΣ ΔΑΧΤΥΛΑ, ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ!

Βάζω πάλι το ίδιο τραγούδι με άλλο –εξαιρετικό– βίντεο, μήπως κι εμπεδώσουμε κάποτε την ΑΛΗΘΕΙΑ του.

Βάζω πάλι και το άλλο τραγούδι, επειδή έχει υπότιτλους οι οποίοι μας υποδεικνύουν με αρκετή ακρίβεια ποιος είναι ο ένας από τους δύο εαυτούς μας.


Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι
συνετός ξεκίνα πάλι

Κι ήταν ο θάνατος μακρύς
αλλά πεπερασμένος

γιατί η Ζωή είναι το άπειρο
κι όχι ο εσφιγμένος

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ!!


Κάνετε, σας παρακαλώ πολύ, και ένα κλικ στο βελάκι που βρίσκεται αριστερά από τον αριθμό προβολών αυτού του βίντεο, να διαβάσετε τα εξόχως ενδιαφέροντα –και άλλο τόσο σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί σ’ ετούτη την ανάρτηση– τα οποία υπάρχουν εκεί χάρη στην έξοχη Kirkh70.
Επιμένω να μπουν στον κόπο ιδίως όλοι οι καλοί, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, προκειμένου να δουν πώς ο Μιχάλης Κατσαρός εννοούσε την ποίηση όχι ως μία απονεκρωμένη και προσοδοφόρα (είτε σε «δόξα», είτε σε χρήμα) λογοτεχνική δραστηριότητα, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως «ποίησις» – βιώνοντάς την, δηλαδή, και κάνοντάς την πυξίδα της ζωής του και καθημερινή πράξη. Αυτή είναι και η δική μου προσέγγιση της ποίησης, και θεωρώ πως εκείνη η ποίηση που έχει απογυμνωθεί από ετούτη την κύρια διάστασή της «δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε» – για να θυμηθούμε λιγάκι και τον πολύ κύριο Χάρη Βλαβιανό, με τις «σύγχρονες» απόψεις του, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αυτή που δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε είναι η στρατευμένη ποίηση…
Εάν, μάλιστα, μπείτε και στον πρόσθετο κόπο να διαβάσετε και τα σχόλια που υπάρχουν κάτω από το «Αντισταθείτε», πολλούς άλλους ανθρώπους να συμφωνούν μαζί μου θα δείτε!

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΩΡΙΜΗ ΠΑΝΩΡΙΑ
ΜΑΡΙΝΑ ΜΟΥ,

ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΕΤΟΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΕΡΑΣΩ ΑΠΟ ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΑΞΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ!!



Ένα μπουκέτο πρωταπριλιάτικες αλήθειες

Απρίλιος 1, 2010

To live is to battle with trolls in the vaults of heart and brain.
To write: this is to sit in judgment over one’s self.

Henrik Ibsen

Επειδή έχει γίνει πια αδύνατον, στους περισσότερούς μας, να ζήσουμε έστω και μία μέρα εάν δεν λέμε ασύστολα ψέματα επί 366 μέρες το χρόνο, αποφάσισα να πω σήμερα λίγες καραμπινάτες αλήθειες, κι όποιος αντέξει…

Μου ήρθε λοιπόν –τρεις μέρες πριν, δηλαδή με το έμπα της Μεγάλης ετούτης μεγαλοβδομάδας, δηλαδή τρεις μέρες αφότου έλαβα την τελευταία απειλή κατά της ζωής μου– η φαεινή ιδέα να σας παρουσιάσω τον εαυτό μου έτσι όπως δεν τον έχετε γνωρίσει μέχρι σήμερα, δείχνοντάς σας, δηλαδή, ακόμα και φωτογραφίες μου.

Έτσι, θα μπορέσεις επιτέλους κι εσύ, άσπονδε φίλε κι αδερφή μου, να μυριστείς, σαν λαγωνικό ολκής που είσαι, το σημείο διαμονής μου και να έρθεις με τα μακριά σου χέρια, ανάποδε Καραγκιόζη, να με δολοφονήσεις, εμένα τον ακραιφνή «εχθρό του λαού», ικανοποιώντας έτσι τον διακαή σου πόθο που κατ’ επανάληψιν μου έχεις εκμυστηρευτεί.

(Κλικ πάνω στις εικόνες, εάν θέλετε να διαβάσετε καθαρά τα απειλητικά κείμενα).

Βέβαια, θα χρειαστεί να κάνεις ένα σχετικά μεγάλο ταξίδι (έχω, βλέπεις, ανάθεμά με…, πολλούς τόπους διαμονής και πολλές πατρίδες –που καμμιά τους δεν είναι χαμένη– άμα τε και μητρίδες: Αθήνα, Χίο, Βουρλά, Κρήτη, Καναδά, Αμαζονία – με μια λέξη, η Γη ολάκερη με αναγνωρίζει ως γνήσιο τέκνο της και με εκλιπαρεί να εγκατασταθώ μονίμως σε αυτήν, μετά χαράς προσφέροντάς μου τα πάντα κι ακόμα περισσότερα…), αλλά τι να γίνει, τα κακά κλόποις κτώνται, όπως άριστα γνωρίζεις, πρεσβεύεις κι επαληθεύεις διά των πράξεών σου.

Επειδή αυτά και μόνο τα ελάχιστα τεκμήρια φτάνουν και περισσεύουν για να σε πείσουν ότι πρέπει τάχιστα να ετοιμάσεις τα μπογαλάκια σου προκειμένου να περάσεις την υπόλοιπή σου Χα!μοζωή, Χα!μένη Χα!μερπή Χα!μούρα, στον Κορυδαλλό, περιορίζομαι προς το παρόν σε αυτά –και μόνο σε αυτόν τον τομέα των «θεάρεστων ανδραγαθημάτων» σου–, περνώντας σε οδηγίες στους προσαγομένους:

ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ, ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ ΝΑ ΞΑΝΑΜΟΛΥΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΧΩΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ΤΟΥ ΑΕΡΙΚΟΥ ΜΕ ΤΗ ΒΡΟΜΕΡΗ ΦΑΡΜΑΚΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΟΥ, ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ.

Εννοείται ότι σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος λόγος ανήκει στο Αερικό. Γιατί, ό,τι, μα ό,τι και να κάνω εγώ, τίποτε απολύτως δεν πρόκειται να πετύχει αν εκείνη δεν αποφασίσει να σ’ εξαφανίσει άπαξ και διά παντός από τη ζωή της. Και τώρα μπορεί πανεύκολα να το κάνει, διότι αφ’ ενός είναι πια κάθε άλλο παρά μόνη, και αφ’ ετέρου εσύ είσαι δεμένος χειροπόδαρα, ω πανηλίθιε!
Έχω όμως μια υποψία ότι το έχει ήδη κάνει, και απλώς εγώ δεν το έχω αντιληφθεί ακόμα.

(Δε μου λες όμως, μα τόσο πολύ πανηλίθιος είσαι, ώστε να μη σκεφτείς ούτε μία φορά ότι ένα αερικό δεν πιάνεται ούτε στον αιώνα τον άπαντα με τέτοιες φτηνές και χιλιοκραγμένες μεθόδους, σαν αυτές που μετήλθες εσύ;)

Εxactly marching off to war

Dry your marvellous eyes

Όσα διάβασες μέχρι εδώ, είναι που κλαίνε τα ντουβάρια,
σατανική μειξοπαρθένα κι εκδορέα του Άγιου Υμένα

Όσα θα διαβάσεις από ’δώ και κάτω, είν’ που γελάνε τα ζευγάρια
γελοιότατε των γελοίων δήθεν Άρη, χάσκακα Αρειανέ παπάρι

Μάθε λοιπόν, έτσι, για πρελούδιο, ότι σε απάλλαξα απ’ τον κόπο να συνεχίζεις τους άνανδρους εκβιασμούς σου προκειμένου να εξαναγκάζεις το Αερικό να εξαφανίζει από τους ιστότοπούς της όλα αυτά που της γράφεις και που σε ενοχοποιούν. Τα πάντα βρίσκονται αντιγραμμένα και αποθηκευμένα σε πολλές δικές μου μνήμες.

Και δε μου λες, γιατί τώρα ξαφνικά δεν επιτρέπεις να έχουν πρόσβαση όλοι σ’ αυτό το βλακολόγιό σου, το «Δικτυακό μπατσόνι», που το έστησες εσπευσμένα στα μέσα του Φλεβάρη κι αμέσως έκανες την τρομοκρατική εμφάνισή σου στον Τρελό του Χωριού ως MONKEYCOP, βλέποντας απ’ την ανάρτηση και τα σχόλια εκεί (όπου εγώ άρχισα να γράφω σχόλια ως Αθανασιάδης, για να προφυλάξω το Αερικό από το βδέλυγμά σου) ότι κινδύνευε να σου χαλάσει η μανέστρα; Τι έχεις να κρύψεις, εσύ που είσαι ένας άκακος ορθόδοξος κι ένας τίμιος οικογενειάρχης που δεν θέλει παρά μόνο να χαίρεται τα εγγονάκια του;

(Κλικ πάνω στις εικόνες).

Κι αφού το βλέπω ότι σαν τον πούστη που έχει να τον ρουφήξει μήνες αδημονείς να μάθεις τι θα κάνω εγώ, δε σου Χα!λνώ το Χα!τίρι και σου το λέω: όποιος κι αν είναι ο τελευταίος λόγος του Αερικού, δεν πρόκειται επ’ ουδενί να σου Χα!ριστώ, μα το Χριστό που δεν έχεις, ούτε στο ελΑχ!ιστο. Και θα φερθώ έτσι όσο κι αν αυτό με θλίβει, όσο κι αν αντίκειται στις αρχές μου, όσο κι αν με παρακαλέσει το Αερικό να σου δώσω συγχώρεση. Διότι δεν μου αρκεί να γλυτώσει το Αερικό, ώστε να απελευθερωθεί αυτή και ο έρωτάς μας· θέλω οπωσδήποτε να γλυτώσουν και όλα τα άλλα (που είναι πάμπολλα, όπως σε βλέπω και με βλέπεις) αθώα κι ανυποψίαστα πλάσματα που πέφτουν θύματα της εγκληματικότατης αυτής δραστηριότητας, η οποία αποτελεί το αγαπημένο άθλημα της δικής σου μούμιας, άθλιε «υπέρμαχε της Ελλαδάρας» (εκτός και αν έχεις πράγματι γεννηθεί το 1948, οπότε πιθανόν να υπάρχει ένα σοβαρό ελαφρυντικό για σένα…), καθώς και της αθλιότατης φάρας σου που ομνύει στον «MummRa τον παντοτινό»
Και μη σπεύσεις μέσα στον πανικό σου να εντείνεις τις προσπάθειές σου για ν’ ανακαλύψεις το «κρησφύγετό» μου, ώστε να μου κλείσεις το στόμα με τον μόνο τρόπο που ξέρεις: μια τρύπα στο νερό θα έχεις ξανακάνει ακόμα κι αν μπορέσεις να με δολοφονήσεις, διότι όλα τα στοιχεία που σε ενοχοποιούν και σε καταδικάζουν βρίσκονται ήδη στα χέρια εμπίστων μου δικηγόρων, αλλά και της Υπηρεσίας Διώξεως Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ώστε να εντοπιστεί η δική σου σκατοφωλιά.

Μου φαίνεται όμως ότι πολύ μείναμε βουτηγμένοι στα σκατά.
Ώρα, λοιπόν, να πάρουμε και μία πολύτιμη ανάσα καθάρια.

Λύθηκαν τα μάγια, ναι!!!!
Φτάνει, πια, ένα δικό σου

ΝΑΙ!!!!

March 29, 2010

“What does the month of April bring?”

Past Card – Strength

We are moving out of a period where strength and stability were in charge; libido was high (that means psychic energy!)

Present Card – 9 Swords

Worry and anxiety. Bummer. Watch for worrisome events or becoming too vexed with things.

Future Card – Nine of Pentacles

A card of prosperity, and my own ‘personal card’ as it is about gardening, or growing things in general.

Apparently if we don’t get to anxious, things are bound to grow in April. Reminds me to purchase some seeds.

Positive energy card – 5 Coins Negative energy card – 3 Cups

What the hell? 5 coins is a rather negative card; you can’t get more happy than the 3 cups. So why are they reversed? Either April is a topsy turvy month, or one needs to be wary; what is superficially considered negative is in fact a positive, and vice versa.

Outcome – 4 of Swords

Tranquility and satisfaction of being.

This card, combined with the 9 pentacles card, suggests April ends well, despite some angst and mixed up matters.

Sorry, I do encores only for cash.
––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––––
Εγώ είμαι (και) αυτό.

I want to express my deep gratefulness to the friend of mine and of all humankind and life, to the άνθρωπος who is called Urspo.

ΚΑΛΗ ΣΟΥ ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΑΤΑΣΗ,
ΑΙΩΝΙΑ ΜΟΥ
ΕΣΥ
ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!!!!

Υ.Γ. Εγώ είμαι αυτός που τον Ιούνιο του καταραμένου 2007 αποκάλεσες troll, φίλτατέ μου για όσο θα ζω, Χρήστο Μόρφο.
Εγώ είμαι αυτός τον οποίο, μία εξίσου φίλτατη τρυφερή ύπαρξη, υπέδειξε σε ένα φίλο της ως τον ορισμό της απόλυτης παράνοιας.
Τώρα ξέρετε πολύ πιο σωστά τι είμαι, καθώς και πόσο σας αγαπώ.

ΤΙΣ ΕΓΚΑΡΔΙΕΣ ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!

2×7 καταραμένα χρόνια από τότε που κρύφτηκε ο Υέλτης-Ελύτης. – Πάνε και τελείωσαν!

Μαρτίου 19, 2010


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ

ΦΩΤΟΣ

Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα ξαναπορεύεσαι,
εσύ ο άμωμος, ο λαγαρός, μα και μονίμως προσιτός.
Και το νόστιμον ήμαρ με λαχτάρα προσμένεις,
τότε που θα επιστρέψεις στο Αμάραντό σου Ρόδο,
στην κοινή Μακρινή Μητέρα μας που,
επίτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω,
δεν είναι και τόσο μακρινή.

Φάρε του ασβέστου ελληνικού φωτός,
η ταπεινή ψυχή μου χαιρετά σε.
Στερνέ των ανθρώπων στον αιώνα του σκότους,
αιώνες μου φαντάζουν τα χρόνια που ’χεις φύγει,
κι η ανάγκη να σου γράψω τον ύπνο μού ’χει πάρει.
Μα τι ’ναι ο ύπνος μπρος στη μέθεξη μαζί σου;
Πρέπει, άλλωστε, να σ’ ενημερώσω για τις εξελίξεις,
για τα όσα φοβερά και τρομερά συντελούνται εδώ κάτω,
και να σου μεταβιβάσω το χαρμόσυνο άγγελμα
πως η ευλογημένη Ώρα της Αλήθειας έφτασε,
όπως έξοχα εσύ το προανήγγειλες με το ανεπανάληπτο έργο σου.
Εξάλλου, εσύ μου έμαθες πώς να διαβάζω τους οιωνούς,
και βλέπω στις μέρες μας τον ήλιο να κρατάει τις ακτίνες του,
σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα την εκδίκηση
τη γλυκύτατη κι ευεργετική και πάντερπνη για τον καθένα,
μα πιότερο για τους φονιάδες και ταριχευτές τους.

Πριν όμως σ’ τα γράψω αυτά, πόθο μεγάλο αισθάνομαι
τους λόγους και τις πράξεις σου λίγο να μνημονεύσω.
Γιατί οι φουρτούνες που εσένα βρήκανε,
οι μάχες που ο ίδιος έχεις δώσει,
αμέτρητα έχουνε κοινά με τις δικές μας μάχες,
και η μνεία του αποκλειστικού σου γνώμονα,
της αρετής,
είν’ από μόνη της, είν’ από μόνη της
πηγή αστείρευτη δυνάμεως, μήτρα γόνιμη θαυμάτων.
Και ξέρω καλά, για τούτον ακριβώς τον λόγο,
ότι θα συναινέσεις σ’ αυτή μου την πράξη,
παραμερίζοντας για λίγο την περήφανη σεμνότητά σου.

Λοιπόν, είπες: «με μόνο το Άσπιλο του νου μου θα χτυπήσω!»
Και, πιστός απαρεγκλίτως στον όρκο σου,
δίχως να προδώσεις ποτέ τον ακέραιο εαυτό σου,
στο πείσμα των εχτρών στο πείσμα των δικών
Μας, ανάντισες κρατήθηκες ψυχώθηκες κραταιώθηκες
,
και μ’ όραμα κι υπομονή να οξύνεις βάλθηκες τα βέλη σου
τ’ αόρατα που κανένα βλακώδες ραντάρ δεν πιάνει,
τ’ ακατάσχετα που καμμιά θωράκιση δεν σταματάει,
τ’ άγια που κανένα σατανικό τέχνασμα δεν στομώνει.
Καθώς επίσης είπες: «δε θα ’ναι η μαχαιριά βαθύτερη από την κραυγή»,
κι ακόμα: «δε θα ’ναι το Άδικο τιμιότερο απ’ το αίμα»,
αξιώθηκες απ’ την Παλλάδα Αθηνά ασπίδα παντοδύναμη,
ασύλληπτη που καμμιά «έξυπνη» βόμβα δεν τη βρίσκει,
άριστη που κανένα ηλίθιο αλεξίσφαιρο δεν την παραβγαίνει,
άτρωτη που καμμιά πυρηνική πορδή δεν τη σκιάζει.

Έτσι, αφού πρώτα στο χαλασμό της μάχης μόνος απέλπισες το θάνατο,
άρχισες, με οικονομία αφάνταστη, με ευστοχία απόλυτη,
να εκτοξεύεις μία και δύο και τρεις και δεκατρείς φορές τα βέλη σου
για να πορφυρώσεις αέρα, γη και ουρανό με τοκετών της αγάπης αίματα.

Μέχρι και τη μετάστασή σου κανόνισες με την ίδια απαράμιλλη ακρίβεια:
στο συμπλήρωμα δύο χιλιάδων χρόνων βαρυχειμωνιάς
και μόλις τρεις ημέρες πριν φανεί το χελιδόνι,
πριχού την κατάφορτη του Έαρος έναρξη.
Ακόμα κι εδώ υπήρξες εις το έπακρον προνοητικός.
Γιατί, επιθυμούσες ν’ απολαύσεις κι εσύ από ψηλά,
σε όλη την εκθαμβωτική της μεγαλοπρέπεια,
να ξημερώνει η Μεγάλη Μέρα της Πανανθρώπινης Άνοιξης.
Είχες, άλλωστε, κάθε δικαίωμα στο ζηλευτό ετούτο προνόμιο,
όπως και οι ελάχιστοι όμοιοί σου
ανάμεσα στους τόσους και τόσους τυχερούς συνθεατές.
Και διόλου δεν σε μέλει που αποκαλύπτω αυτό σου το μυστικό,
διότι γνωρίζεις πως ο Ήλιος δεν αφήνει ουδέν κρυπτόν,
τίποτε στην ανυπαρξία της λήθης.

Παίρνω το θάρρος να σου επαναλάβω ότι σε ζηλεύω,
μα κατά βάθος δεν στενοχωριέμαι,
γιατί ξέρω πως θα επιστρέψεις,
την ονειρεμένη φαντασμαγορία αυτούσια να μου μεταδώσεις
με τα θεία σου λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο.
Αν τυχόν κι εσύ μια στάλα ζηλέψεις
τη στερημένη από σένα δική μου εμπειρία,
θα κάνω ό,τι μου επιτρέπουν οι λιγοστές μου δυνάμεις,
σ’ το υπόσχομαι, για να σε καταστήσω κοινωνό της.
Επομένως, το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη ακόμα υπομονή.

Δεν πρόκειται, δα, και ν’ αργήσεις!
Μόλις ο Ήλιος καθίσει οριστικά, πια, στον ολόχρυσό του θρόνο,
μόλις, δηλαδή, σημαδέψει στο απόγειό τον ιερό ετούτο τόπο
κι αρχίσουν τα πουλιά να κελαηδούν ελληνικά και νικητήρια,
θα επανέλθεις σ’ αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα,
γλαφυρός νέος ποιητής,
σύντονος του Ομήρου, του Ησιόδου και του Πινδάρου,
να ιστορήσεις κλέη ανθρώπων και θεών,
υμνωδός εκλεκτός των μουσών,
να δοξάσεις την Χτίσι και των ερώτων τα θαύματα,
σεβάσμιος ιεροφάντης του Απόλλωνος,
να φανερώσεις την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων,
διδάσκαλος αγλαός και πάνσοφος,
απ’ τη χορεία του Ορφέως, της Δήμητρας, της Υπατίας, του Σωκράτη,
να μυήσεις τη νεόφυτη ανθρωπότητα στα ύψιστα μυστήρια,
ηρωικός κι ατρόμητος Αργοναύτης,
μαζί με τον Ιάσονα και τους άλλους συντρόφους του,
να κινήσεις εκστρατείες θαυμαστές που ο κόσμος ποτέ του δεν είδε.

Αδημονείς, το ξέρω καλά, στον τόπο του θεάρεστου έργου να επιστρέψεις,
γιατί δεν έμαθες ποτέ τον δαψιλοτόκο μόχθο ν’ αποστρέφεσαι,
και δεν μπορείς να ζήσεις στην παγίδα της ραστώνης,
μα τρέμεις μην τυχόν οι σατανικές ραδιουργίες,
κρυμμένες στο μανδύα της ανέσεως, της ευκολίας
και της ήσσονος προσπαθείας,
παρασύρουν στον εκφυλισμό της μαλθακότητας εσένα,
το τέκνο της Αμαλθείας,
για να σε αποσυνθέσουν σε περίτριμμα και κονιορτό.
Είναι αυτό το μόνο πράγμα που φοβάσαι,
και κατανοώ πλήρως τον εφιαλτικό τρόμο σου.
Μάθε, όμως, ότι εδώ κάτω, εμείς οι ταπεινοί μα ψυχωμένοι δουλευτές
ολημερίς κι ολονυχτίς ιδρώνουμε μια ώρα ταχύτερα
τον Ήλιο να σηκώσουμε πάνω απ’ τον ιερό ετούτον τόπο –
το γυρισμό σου να επισπεύσουμε, μύστη των φύλλων της ελιάς,
μυρσίνες δοξαστικές στρώνοντας ως βάγια.
Κι αν είναι –όπως είναι– θέλημα Θεού
η δαφνοστεφής Αλήθεια να καταυγάσει οσονούπω την Πλάση ολάκερη
κι η διαβολική υπονόμευση την πεμπτουσία του Είναι πλέον να μη νοθεύει,
τότε για ν’ αφανιστείς στη μαλθακότητα κίνδυνος κανένας,
τότε για να φοβάσαι λόγος ουδείς.

Κι ας λιγουρεύονται σαν τα κοπρόσκυλα οι Ωμοφάγοι,
ότι μ’ αυτό ακριβώς, τη δόλια υπονόμευση,
θα ολοκληρώσουν το τερατώδες έγκλημά τους.
Και φρούδες ας τρέφουν ελπίδες πως θα μένει
πάντοτε αφανής ο δικός μας Ιούδας,
που γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του,

μήτε πολιτισμό κανένα, επειδή ’πολυπολιτισμικός.
Βαυκαλίζονται, απλώς, ότι δεν μαθαίνουμε απ’ τα σφάλματά μας,
ότι εσαεί θα παγιδεύουν κι εμάς όπως όλους τους άλλους
με τιποτένιους εγκάθετους να μας παριστάνουν τους άρχοντες,
μ’ εξωνημένους «δασκάλους» να μας βυθίζουν στη σύγχυση,
με αγοραίους «ειδήμονες» να μας εξαπατούν,
με πρόστυχα είδωλα να μας διαφθείρουν στη σήψη.

Πλανώνται πλάνην οικτράν.
Διότι, πατέρα μου, όπως εσύ βροντοφώναξες,

ΚΑΙΡΟΣ ΛΥΤΗΡΙΟΣ ΕΠΕΣΤΗ.

Κι επειδή ολοκάθαρα το βλέπουν αυτό τα καθάρματα,
κι επειδή γνωρίζουν πως το Άσπιλο του νου σου, σεβαστέ μου,
το ζείδωρο κι ανάδελφο ελληνικό πνεύμα, είναι
ανέσπερο,
ξέχασαν απ’ τον πολύ πανικό μέχρι και τα προσφιλή τους προσχήματα.
Θα ’χεις μάθει, δα, πώς ο γνωστός και μη εξαιρετέος Χένρυ Κίσσινγκερ,
ευρισκόμενος μεταξύ ομοϊδεατών και –προφανώς– ομαίμων του,
τη δεινή του απελπισία εξέφρασε απροκάλυπτα:
«Ο ελληνικός λαός»
[γλώττα λανθάνουσα τον αληθή κάρφο οφθαλμού αποκαλύπτει],
είπε, «είναι δυσκολοκυβέρνητος»
[διάβαζε, αδούλωτος και ακατάβλητος]
και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες.
Τότε ίσως συνετισθεί
[τουτέστιν, ίσως ανατείλει ο ήλιος απ’ τη δύση].
Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε
τη γλώσσα,
τη θρησκεία,
τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα
[γλώττα λανθάνουσα το αληθές ΟΧΥΡΟ υποδεικνύει],
ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του
να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει,
για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια,
να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή
[γλώττα λανθάνουσα τον αληθή Λεβιάθαν φανερώνει],
σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας
για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ».
Όπου Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής,
καθώς άριστα γνωρίζεις, παντογνώστη μου,
είναι ένα από τα πάμπολλα (καθώς επίσης τα Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία,
Γερμανία, Ενωμένη Ευρώπη –φευ!– και τόσα άλλα)
ψευδώνυμα πίσω από τα οποία έρχονται ντυμένοι «φίλοι»
αυτοί που εργολαβικά έχουν αναδεχτεί τα σχέδια του Ζόφου –
των τόσο κοντινών μας αιώνιων σφετεριστών και διαστροφέων
όλων των ανεπανάληπτων έργων που μας αναδεικνύουν σε
φύλακες Θερμοπυλών,
κτήτορες Παρθενώνων,
ποιητές ανθρώπων.

Μέσα στη ζάλη της τυφλής απόγνωσής τους, Υέλτη μου,
προχώρησαν ήδη στο έσχατο απονενοημένο διάβημά τους:
εξαπέλυσαν την ολομέτωπη, την ύστατη επίθεση αυτοκτονίας τους,
μ’ εμπροσθοφυλακή τους Τούρκους, τους Σκοπιανούς, του Αλβανούς…
Μακάρι να βάλει ο Θεός το χέρι του, έστω και την τελευταία στιγμή,
ώστε να τους γλυτώσει, από την πλάνη του φθόνου βγάζοντάς τους.

Όσο για τον Έλληνα,
τον αθηνόπνευστο, τον ακοίμητο, τον αδάμαστο,
ξανά στο χρέος του δίνει το πρόσχαρο «Παρών»
και κάνει για μία ακόμα, τελική, φορά
ό,τι εκείνος και μόνο εκείνος γνωρίζει:
Της πατρίδας του πάλι ομοιώνεται,
των φονιάδων το αίμα με φως ξεπληρώνει.

Και, στην επέτειο της προηγούμενης, αιματηρής, επαναστάσεώς του,
ξεκινάει σεμνά, χωρίς ιαχές και τυμπανοκρουσίες, τη
Μεγάλη Ειρηνική Επανάσταση του Ανθρώπου.

Μετά από όλα αυτά, θέλω να σου επαναλάβω
πως δεν χρειάζεται καθόλου ν’ ανησυχείς, ούτε ν’ αδημονείς.
Μόλις τρεις μέρες θα βαστάξει της παραφροσύνης ο έσχατος ορυμαγδός,
μόλις τρεις μέρες μένουν για να ’ρθει το χελιδόνι,
μόλις τρεις μέρες για ν’ ανατείλει της Δικαιοσύνης ο ήλιος.
Αφ’ ης στιγμής, δε, σημάνει η κοσμογονική ετούτη Ώρα,
τάχιστα θ’ ανέβει ο Ηλιάτορας στο απόγειό του.

Πριν σε χαιρετήσω προσωρινά,
οφείλω με συντριβή καρδιάς να σου ζητήσω συγγνώμη,
αλλά… βλέπεις… είμαι νάνος μπροστά σου
και δεν βρίσκω λόγια να σ’ ευχαριστήσω που
για να γυρίσει ο ήλιος έκανες δουλειά πολλή.

Στερνέ των ανθρώπων,
στερνέ των

Ελλήνων των πεμπτουσιούχων
στον εκπνέοντα
αιώνα του σκότους,

Καλήν αντάμωση
στον αιώνα του
Φωτός!


Τις θερμές μου ευχαριστίες στον mykoniato για το βίντεο, αλλά και όλη την εξαιρετική προσφορά που κάνει μέσω του καναλιού του.

Παράξενα γεγονότα, παράξενες σκέψεις. «Καταλαβαινόμαστε τώρα»

Φεβρουαρίου 20, 2010

Πριν μερικά χρόνια στους Αμπελόκηπους, μια καλοκαιρινή μέρα που είχε στη γειτονιά λαϊκή αγορά, ένας άνθρωπος σαν εμάς κίνησε να πάει να ψωνίσει. Καθώς είχε πολλή ζέστη, προτίμησε να φορέσει αντί για παπούτσια τις πλαστικές παντόφλες του. Περπατούσε λοιπόν στο πεζοδρόμιο για να πάει στη λαϊκή, και κάποια στιγμή χώθηκε κάτω από την πατούσα του ένα χαλικάκι. Για να το βγάλει, στηρίχτηκε με το ένα του χέρι από μια κολώνα της ΔΕΗ. Σε αυτήν, όμως, εργάζονταν εκείνη την ώρα δυο-τρεις τεχνικοί της εταιρείας. Μόλις είδε ο ένας απ’ αυτούς τον άνθρωπο λυγισμένο προς την κολώνα, έχοντα το χέρι του επάνω της και τινάζοντα το πόδι του, νόμιζε ότι τον είχε χτυπήσει το ρεύμα, οπότε άρπαξε αμέσως ένα καντρόνι που βρισκόταν εκεί δίπλα και κοπάνησε μ’ αυτό δυνατά το χέρι του «ηλεκτρόπληκτου», κάνοντάς το κομμάτια.
Το συντριπτικό πλήγμα που δέχτηκε ο ανθρωπάκος προήλθε από μία καλοπροαίρετη, πλην όμως βεβιασμένη, πράξη κάποιου συνανθρώπου του. Καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό, όταν βρισκόμαστε κι εμείς αντιμέτωποι με ανάλογες καταστάσεις.

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, λίγα χρόνια πριν, κι ένας γνωστός μου βημάτιζε στα ερημικά, επειδή ακόμα δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά, σοκάκια της γειτονιάς του να πάει για τη φάμπρικα. Όμως η φάμπρικα εκείνη τη μέρα έγινε γι’ αυτόν νοσοκομείο, διότι δύο μελαψοί φτωχοδιάβολοι τον χτύπησαν από πίσω, πριν αυτός αντιληφθεί την παρουσία τους, για να του πάρουν τα δέκα ευρώ που είχε πάνω του, στέλνοντάς τον να υποδεχτεί τον καινούργιο χρόνο στο κρεβάτι νοσηλείας.
Ο άτυχος αυτός προλετάριος (= προ-ολετήριος· σάμπως υπάρχουν και μη άτυχοι προλετάριοι, από τον καιρό κιόλας που η κατηγορία αυτών των ανθρώπων έλαβε υπόσταση μέσα στους εγκεφάλους των εμπνευστών της «ανώτερης αταξικής» κοινωνίας;) δεν κράτησε την παραμικρή μνησικακία για τους θύτες του. Συνέχισε να διατηρεί αναλλοίωτες τις ιδέες του και να λειτουργεί ως κοινωνικό ον ακριβώς όπως έκανε πριν από αυτό το συμβάν· δηλαδή, ακόμα και τώρα, που δεν ξέρει αν την επόμενη βδομάδα θα έχει δουλειά, υποστηρίζει με ακλόνητο πείσμα τις θέσεις του «κόμματος της εργατικής τάξης» για το «δικαίωμα των μεταναστών σε μια θέση κάτω από τον ήλιο», πιστεύοντας -σωστά- ότι αυτοί που ευθύνονται για τη δραματική επιδείνωση της θέσεως του ιδίου αλλά και των αμέτρητων σαν αυτόν Ελλήνων είναι οι πλουτοκράτες και όχι οι «αλληλέγγυοι με αυτόν» πεινασμένοι του κόσμου, κι επιμένοντας όμως να μην αντιλαμβάνεται ότι για να μπορούν να υλοποιούν τα άτιμα σχέδιά τους οι πλουτοκράτες, πρέπει απαραιτήτως να χρησιμοποιούν ως (ακούσια, έστω) πιόνια τους ακριβώς αυτούς τους ανθρώπους.
Και, βέβαια, εξακολουθεί να δίνει πρώτος το «παρών» στους «αγώνες που κάνει το κόμμα της εργατικής τάξης εναντίον των πλουτοκρατών»…

Ο Καβάφης μας λέει πως έχουμε ανάγκη τους βαρβάρους προκειμένου να απεκδυόμαστε των δικών μας ευθυνών για ό,τι κακό μας συμβαίνει. Ο Ρίτσος μας λέει πως μπήκαν στην πόλη οι οχτροί. Ποιος έχει δίκιο; Εάν θέλετε τη δική μου γνώμη, θα σας πω ανεπιφύλακτα ότι έχει δίκιο ο Ρίτσος, διότι αυτός προσθέτει κι ετούτο: «Εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο». Του Καβάφη η θέση φαίνεται ορθή αλλά είναι εσφαλμένη, διότι βλέπει μόνο τη μία πλευρά του ζητήματος (λόγω, πιθανώς, της ισχυρής τάσεως που αυτός είχε προς τις «ιδιαιτερότητες»), ενώ ο Ρίτσος εκφράζει με ακρίβεια τη συνθετικότητα του Ζεύξιδος Έλληνα, ο οποίος εκτιμά με το σωστό ζύγι και τις δύο πλευρές κι έτσι μπορεί να φθάνει σε ασφαλή και γόνιμα συμπεράσματα.

Απολαύστε για λίγο τον Αρχάγγελο Νίκο, ταξιδέψτε νοερά σε καιρούς περασμένους αλλά όχι λησμονημένους, σε τόπους ονειρεμένους αλλά όχι χαμένους, και συνεχίζετε μετά την ανάγνωση του κειμένου.

Ένας πολύ αγαπητός γνωστός μου, ο οποίος έχει μεν συγχωρεθεί εδώ και πολλά χρόνια πλην όμως εξακολουθεί να ζει ακμαιότατος μέσα μου, ήταν πολύ επιρρεπής στα πεσίματα. Θαρρείς και το έκανε επίτηδες, σχεδόν σε κάθε του βήμα έβρισκε με απόλυτη ακρίβεια κι από ένα εμπόδιο και γκρεμιζόταν καταγής. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να σωριάζεται χάμω κάθε λίγο και λιγάκι; Το κακό του το κεφάλι, οι απατηλές ιδέες που του είχαν φυτέψει εκ του μακρόθεν εκείνοι που μας θέλουν όλους μαριονέτες, ή κάποιοι που ξεπετάγονταν διαρκώς στο δρόμο του και του έβαζαν τρικλοποδιές; Δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά. Εκείνο που ξέρω μετά βεβαιότητος ήταν ότι αυτός, όλες, μα όλες τις φορές που έπεφτε, ξανασηκωνόταν. Και μάλιστα δεν ξανασηκωνόταν όντας στην κατάσταση όπου ήταν πριν το τελευταίο του πέσιμο, αλλά κάθε φορά και καλύτερος, κάθε φορά και δυνατότερος. Ήταν, δηλαδή, ένας σπανιότατος εκπρόσωπος του ανθρωπίνου είδους που είχε σύμμαχό του ένα ακατανίκητο σωκρατικό, όσο και συμπαντικό, δαιμόνιο.
Ειλικρινά, τον ζηλεύω όσο ζηλεύω και ένα-δυο ακόμη ανθρώπους. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορέσω να κερδίσω κι εγώ αυτήν τη μέγιστη εύνοια της τύχης… Ούτε αν είναι σωστό να αρκούμαστε, όταν μας συμβαίνουν τέτοια πεσίματα, στην πίστη ότι θα ξανασηκωθούμε καλύτεροι και δυνατότεροι ως μεμονωμένα άτομα, διότι έτσι αφήνουμε αυτούς που ενδεχομένως μας γκρεμίζουν, ανενόχλητους να συνεχίζουν τις τρικλοποδιές τους εις βάρος πάμπολλων άλλων συνανθρώπων μας…

Αυτά κι αυτά μου θύμισαν μία εντελώς απροσδόκητη κρίση τρομώδους πυρετού που είχα πάθει πριν από εφτά-οχτώ χρόνια, εκεί όπου προσπαθούσα εναγωνίως να προλάβω την ολοκλήρωση ενός μικρού κειμένου μου για τη μνήμη δύο καλών ποιητών και ανθρώπων. Αντί να κάνω αυτό και να δώσω το κείμενο προς δημοσίευση, κατέληξα για εφτά μέρες στο νοσοκομείο, για να διαγνώσουν τελικά οι ντόκτορες ότι δεν είχα τίποτα!…
Ήταν μία από τις Μεγάλες Βδομάδες που έχω περάσει στη ζωή μου, κατά τις οποίες όμως δεν πέθανα, προφανώς επειδή ο δικός μου σταυρός σχηματίζει το σημείο που είμαι αλήθεια ο ίδιος. Τώρα περνάω τη Μεγάλη Μεγάλη Βδομάδα μου, η οποία δείχνει να έχει διάρκεια όση και η Σαρακοστή μαζί με τη λεγόμενη Εβδομάδα των Παθών, δηλαδή επτά εβδομάδες (βρε πόσο πολύ σφραγίζει τη ζωή μας το σαράκι αυτών των «Περιουσίων»!). Ομολογώ ότι ετούτη τη φορά πολύ αμφιβάλλω αν θα είμαι μαζί σας μετά απ’ αυτήν την Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών μου, εφόσον δεν κατορθώσω να δω με τα ακτινοβόλα μάτια μου την αθέατη πλευρά του φεγγαριού. Πιθανότατα, η καταληκτική για εμένα ημερομηνία είναι κάπου μέσα στο μήνα τον ξανθό, τότε που μέλλω να τραγουδήσω κάτι – το κύκνειο άσμα μου, καταπώς φαίνεται…
Δεν μου αρκεί να είμαι τηλεθεατής των ονείρων μου. Θέλω πάση θυσία να τα ζήσω, και μάλιστα στη γόνιμη δυαδική μορφή τους, η οποία διαρκώς αναπαράγει εαυτήν και τα γεννήματά της σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Εάν αυτό αποδειχθεί ανέφικτο, η ζωή μου πλέον παύει να έχει την οποιαδήποτε αξία.

Μια μέρα, πριν αρκετά χρόνια, πάλι, που επέστρεφα σπίτι μου έχοντας στην τσέπη ένα εισιτήριο για το μέγαρο της ανεργίας, με συναπάντησε στο δρόμο μου μια τσιγγάνα που πωλούσε κάτι γλαστράκια με τρυφερά φυτά. Παραβιάζοντας την αρχή μου να μην έχω συναλλαγές με τέτοια άτομα, και μολονότι είχα μείνει πια στο δρόμο (γεγονός το οποίο, παραδόξως, δεν επηρέασε καθόλου τη διάθεσή μου), αγόρασα ένα λουλουδάκι. Χαιρετώντας με η τσιγγάνα, μου ευχήθηκε καλή τύχη.
Πρόσεχα αυτό το λουλουδάκι σαν τα μάτια μου. Μέχρι που η καλή μου σύζυγος, μια φορά που έκανε καθαριότητα, δεν πρόσεξε μέσα στη βιασύνη της και το ξαπόστειλε.

Ετούτη η ιστοριούλα του «τσιγγάνικου» λουλουδιού μου, με πηγαίνει σε δύο από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ζωής μου: τον πρώτο μεγάλο έρωτα και τη μητέρα μου.

O πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου ξεκίνησε απ’ τα παιδικάτα μου. Ήταν μια γειτονοπούλα, μια μελαχροινή λυγερή κούκλα γεμάτη χάρη κι ευαισθησία. Μια φορά που περπατούσαμε στην άσφαλτο πιασμένοι χέρι-χέρι, μου είπε: «Όταν μεγαλώσουμε, θα σε παντρευτώ». Τα σπίτια μας τα χώριζε ένα κενό οικόπεδο, που είχε στη μέση ένα καταπληκτικό πεύκο. Εκεί παίζαμε κι εθάλπαμε την αγάπη μας. Και μια καταραμένη μέρα, εκείνη παραπάτησε στο ανώμαλο έδαφος κι έπεσε κάτω, με αποτέλεσμα να της ανοίξει το κεφάλι. Από τα κλάματά της, βγήκαν αμέσως οι μανάδες μας έξω και, μετά από λίγο, άκουσα τη μητέρα της να φωνάζει στη δική μου: «Κυρία Ευανθούλα, μήπως την έριξε κάτω ο Αϊάσανθος;» Εγώ να την έριχνα κάτω! Καταλαβαίνετε πόσο εμβρόντητος έμεινα από αυτή την τερατώδη και δυσεξήγητη κουβέντα. Και μία άλλη καταραμένη μέρα, που ο καθένας απ’ τους δυο μας βρισκόταν στη δική του αυλή κι εγώ της έστειλα με το χέρι ένα φιλί, άκουσα την αγαπημένη μου μητέρα να μου φωνάζει: «Άαα, τη βρήκες κιόλας, ε;» Κι ένοιωσα να φεύγει η γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Και μία τρίτη καταραμένη μέρα, όχι πολύ πίσω από σήμερα, πήγα στο πατρικό μου… και… αντίκρυσα το πεύκο μου να κείτεται καταγής, με τις ρίζες του πεταμένες έξω, σαν τα μαλλιά της χαροκαμένης μάνας που σπαράζει. – Στα νεανικά μας χρόνια ήμασταν με τις ώρες μαζί. Ένα βραδάκι, τότε, εκείνη μου έφερε να δω τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Εξιπερί. Από εκείνο το βράδυ και μετά, εγώ ταύτισα το μοναχικό λουλουδάκι του Εξιπερί μ’ εκείνην. Στα ημερολόγιά μου εκείνης της εποχής, υπάρχει δεκάδες φορές γραμμένη η φράση «το λουλουδάκι μου». Και μέσα σ’ εκείνη την περίοδο, μου χάρισε μία εικονίτσα με ένα τριαντάφυλλο που το κρατούν μαζί δύο πεντακάθαρα νεανικά χέρια. Την έχω από τότε καδρώσει και τη φυλάω σαν κόρη οφθαλμού. Με συντροφεύει κρεμασμένη στον τοίχο δεξιά απ’ το γραφείο μου, θυμίζοντάς μου διαρκώς το δικό της βελουδένιο χέρι, που μια φορά κρατούσε με ευλαβικά στοργική αγάπη έναν κατάλευκο κρίνο.
Ας είναι πάντα καλά εκεί που βρίσκεται.

H μητέρα μου είχε πάρα πολλά λουλούδια και τ’ αγαπούσε «παθολογικά». Με έβαζε, λοιπόν, όταν ήμουν παιδάκι, να τα ποτίζω με το λάστιχο. Κι εγώ, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες που έπρεπε να τους ρίχνω πολύ νερό, το είχα για φρικτή αγγαρεία, γιατί έχανα ώρα απ’ τα παιχνίδια μου. Ούτε έτρεφα καμμιά ιδιαίτερη συμπάθεια γι’ αυτά, εκτός από ένα, το οποίο σκέπαζε μεγαλόπρεπο κι ωραιότατο το συρματόπλεγμα που χώριζε το οικόπεδό μας από ένα διπλανό. Ύστερα τα χρόνια πέρασαν, η μητέρα μου έφυγε φτερουγίζοντας μέσα από τα χέρια μου, επειδή της το είχα πριν από λίγο ζητήσει εγώ νοερά, για να γίνω ένα είδος «καθηγητή πανεπιστημίου», όπως εκείνη το είχε ποθήσει, και βρέθηκα να αγαπάω τα λουλούδια και ν’ αγωνίζομαι να τα προφυλάσσω να μη σπάνε από τη βιάση της καλής μου συζύγου. Βρέθηκα επίσης να έχω γραμμένο κάτι για μια ιεροτελεστία του ποτίσματος. Και πριν από μερικούς μήνες, κατά τύχην θα έλεγαν ορισμένοι, βρέθηκα μπροστά από ένα άδειο οικόπεδο που όλο του το συρματόπλεγμα ήταν καλυμμένο απ’ αυτό το μοναδικό φυτό που συμπαθούσα όταν ήμουν παιδί. Ήταν μάλιστα ανθισμένο, στην πλήρη του ομορφιά. Αμέσως έκοψα ένα κλαρί, μάζεψα και «καρπούς» γεμάτους σπόρους, και προσπάθησα με αυτά να αναστήσω στο μπαλκόνι μου την ομορφιά του παιδικού μου οικοπέδου. Δεν τα κατάφερα, όμως μετά από δύο μήνες ξαναπέρασα από το άδειο οικόπεδο κι έκοψα νέο κλαρί, μάζεψα νέους «καρπούς». Και ετούτη η προσπάθεια απέτυχε. Εγώ όμως δεν παραιτήθηκα. Μάζεψα και τρίτη φορά, τώρα μάλιστα δύο κλαριά. Λοιπόν, έκτοτε έχουν περάσει πάνω από δύο μήνες, και στη γλάστρα με την ομορφιά του παιδικού μου οικοπέδου… ναι! έκαναν την τρυφερή εμφάνισή τους τα πρώτα καινούργια φυλλαράκια.

Τώρα λοιπόν έχω πάλι τη μισή ομορφιά του παιδικού μου οικοπέδου. Και πασχίζω να βρω την άλλη μισή, κοιτάζοντας κάθε βράδυ τον ουρανό, για να εντοπίσω σε ποιο αστέρι με περιμένει το λουλουδάκι μου να πάω να το ποτίσω, εγώ ο Μικρός Μεγαλούτσικος Πρίγκιπας.

«Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία
που την είπανε Αρετή
μέσα στις εκκλησίες
και την ευλόγησαν»…


Ευτυχώς που υπάρχει και το Στέητ Ντηπάρτμεντ

Ιανουαρίου 27, 2010

Ευτυχώς που υπάρχει και το Στέητ Ντηπάρτμεντ…

… και χαρίζει σ’ εμάς τους αχρείους τους Έλληνες λίγες στάλες εθνικής αυτογνωσίας:
«Η Συναγωγή χρονολογείται από τον Μεσαίωνα και είναι ένα από τα τελευταία εβραϊκά μνημεία στο νησί. Μία επίθεση κατά της Συναγωγής Ετς Χαΐμ είναι επίθεση κατά της ιστορίας και της κληρονομιάς της Ελλάδας».
Η κληρονομιά της Ελλάδας είναι η… εβραϊκή!!!

Και στα βαθιά μεσάνυχτα, στους ορυζώνες του ύπνου
άπνοια που μας τυραννά και κακό κουνούπι της Σελήνης!

… κι έτσι μαθαίνουμε τι πρόκειται να μας ξημερώσει:
«Αυτή η επίθεση ασφαλώς είχε σκοπό να εκφοβίσει και τρομοκρατήσει την εβραϊκή κοινότητα της Ελλάδας και είναι μόλις η τελευταία …»
Ήγουν, «Μην ανησυχείτε, θα ακολουθήσουν κι άλλες».

Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι
των παλαιών μας θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες
εσείς που κατέχετε το μυστικό
σύρετέ μας στα μάτια ένα δελφίνι
Στα μάτια ένα δελφίνι σύρετέ μας
να ’ναι ταχύ, κι ελληνικό, και να ’ναι η ώρα έντεκα!

… και μας πληροφορεί ποιοι είναι οι υπαίτιοι:
«… εκ των πολλών περιστατικών αντισημιτικού βανδαλισμού σε ολόκληρη την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των ολίγων παρελθόντων ετών».
Όπερ σημαίνει: «Εμείς δεν φέρουμε καμμία ευθύνη· Εντελώς τυχαία [όπως παντού και πάντα, άλλωστε…] είναι Αμερικανοί και Βρετανοί πολίτες οι τέσσερεις από τους πέντε διωκόμενους, εντελώς τυχαία είχαν και οι πέντε επαγγελματική σχέση με τις αμερικανονατοϊκές βάσεις στα Χανιά. Άρα οι εμπρηστές είναι η ελληνική πολιτεία και κοινωνία».

Τους ξέφυγε και μία αλήθεια: Εμείς και μόνο εμείς είμαστε
υπεύθυνοι για το ότι αυτοί αλωνίζουν μες στο σπίτι μας!

Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι
των παλαιών μας θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες
εσείς που κατέχετε το μυστικό
στην καρδιά την Τρίαινα χτυπήσετέ μας
και σταυρώσετέ μας την με το δελφίνι
Το σημείο που είμαστε αλήθεια οι ίδιοι
με την πρώτη νεότητα ν’ ανεβούμε
στο γλαυκό τ’ ουρανού – κι εκεί να εξουσιάσουμε!

ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΕΣ ΟΙ ΕΜΠΡΗΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΒΡΑΪΚΗΣ ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ; ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΔΟΧΗΣ

Ιανουαρίου 25, 2010

Και να! Μια ημικατεστραμμένη Θήρα που ως Νίσυρος επανακτίστηκε με γεράνια τεράστια και νερά κυλιόμενα
παλαιάς Ιλιάδας κελαρύσματα.
Όπου σημαίνει του βαρβάρου δεύτερη άνοιξη, νόμος δεν γράφει.

Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον

Αφορμή για να ετοιμάσω και δημοσιεύσω τώρα ετούτο το άρθρο στάθηκε μία έκπληξη που μου προέκυψε το περασμένο απόγευμα, στα στατιστικά του ιστολογίου μου. Ήταν ένας σύνδεσμος-παραπομπή του google translate. Έκανα κλικ και άνοιξα τη σελίδα όπου αυτός παρέπεμπε, κι εκεί, μην πιστεύοντας στα μάτια μου, είδα ότι το «Έστε Άξιοι» είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Αυτό εδώ το μέχρι προχθές υποτυπώδες ιστολόγιο, που δεν το ξέρει ούτε ο θυρωρός της ιστοπολυκατοικίας μου, να έχει μεταφραστεί!

Αμέσως σκέφτηκα ότι αυτή ήταν δουλειά του ΜΙΚΡΟΥ «Μεγάλου Αδελφού».
Αλλά γιατί να το έκανε, άραγε; Μήπως επειδή τα όσα γράφω στο διαδίκτυο άρχισαν να προκαλούν αφόρητους πόνους στα εν Ελλάδι αδελφάκια του; Θα το απαντήσουμε στη συνέχεια.
Δείτε πρώτα τις εικόνες τού μεταφρασμένου «Έστε Άξιοι».

Μπορείτε να δείτε ότι δεν υπάρχει το ελυτικό μότο που εκ των υστέρων έβαλα στην αρχή του προηγούμενου άρθρου μου, «Ποια είναι η πατρίδα σας;».
Όπως θα καταφανεί από τα όσα θα ακολουθήσουν, ο ΜΙΚΡΟΣ «Μεγάλος Αδελφός» μετέφρασε στα αγγλικά το ιστολόγιό μου προκειμένου να δουν κάποιοι, αρκετά συγκεκριμένοι, εκτός Ελλάδος βάρβαροι τι θέσεις παίρνω για τα ζητήματα που τους ενδιαφέρουν. Αυτό αποδεικνύεται και από τη διαδικτυακή διεύθυνση (πρώτη εικόνα), όπου μετά τα στοιχεία του ιστολόγιού μου υπάρχει προσδιορισμός των προς μετάφραση κειμένων (είναι το «search» και το κωδικοποιημένο μακρινάρι που ακολουθεί). Μάλιστα, δεν θέλησαν να μεταφραστούν όλα τα κείμενά μου, ούτε καν ολόκληρη η επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη, πράγμα που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα. Ορίστε και ο σύνδεσμος της μετάφρασης.

Λοιπόν, τι τους πόνεσε τόσο; Αυτό το προηγούμενο άρθρο μου; Μπα, δεν πολυιδρώνουν τ’ αυτιά τους με τέτοιες μικροαβαρίες. Όσο και αν εκείνο το άρθρο τσακίζει μερικά κοκκαλάκια, κατά πάσαν βεβαιότητα αυτό που έτσουξε περισσότερο ήταν τα δύο διαδοχικά σχόλια που έγραψα στον J.McManus, στα οποία τασσόμουν υπέρ της εκδοχής να ήταν οι εμπρησμοί της εβραϊκής συναγωγής στα Χανιά προβοκάτσιες. Σε αυτά τα σχόλια, επισήμαινα την αγαστή συνεργασία των εν Ελλάδι Εβραίων με το τρισάθλιο «Παρατηρητήριο», την εκ μέρους τους ενοχοποίηση όλων των Ελλήνων και την ιταμή απαίτηση των Εβραίων να πάει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δικαιοσύνης να προσκυνήσει τα «μαυσωλεία» τους. Επίσης, έκανα λόγο για συγκαλυμμένη προαναγγελία νέων και σοβαρότερων τέτοιων γεγονότων και καλούσα τις ελληνικές εισαγγελικές αρχές να ξεκινήσουν διερεύνηση της υπόθεσης υπό το πρίσμα αυτών των επισημάνσεών μου.

Αψευδή επιβεβαίωση ότι ήταν αυτά τα δύο σχόλια που κινητοποίησαν τον ΜΙΚΡΟ «Μεγάλο Αδελφό», αποτελούν τα εξής δύο γεγονότα:
1. Ο σύνδεσμος-παραπομπή για τη μετάφραση του «Έστε Άξιοι» εμφανίστηκε στα στατιστικά μου αρκετή ώρα αφότου εγώ είχα αναρτήσει τα δύο σχόλιά μου στον J.McManus. Και ουδέποτε άλλοτε, στα δύομισι χρόνια που υπάρχει το «Έστε Άξιοι», δεν έχει εμφανιστεί στα στατιστικά μου τέτοιος σύνδεσμος.
2. Πριν περάσουν πολλές ώρες μετά την ανάρτηση και του δεύτερου σχολίου μου εκεί, και πριν γραφτεί κανένα άλλο σχόλιο, πάλι εκεί, έσπευσε να μου απαντήσει ο «επίσημος» ιστολόγος των εν Ελλάδι Εβραίων, ο Abravanel. Να σημειωθεί ότι αυτή είναι η πρώτη φορά που ο ανωτέρω κύριος μου κάνει την τιμή να απευθυνθεί σ’ εμένα. Στην απάντησή του αυτή, ο κύριος Abravanel επιμένει να επιρρίπτει την ευθύνη για τους εμπρησμούς σε όλους τους Έλληνες (πονηρά σκεπτόμενος, βέβαια, δεν γράφει «Έλληνες» αλλά «Χριστιανούς»), ενώ έχει γίνει από ημερών γνωστό ότι οι τέσσερεις από τους πέντε διωκόμενους για τους εμπρησμούς είναι αλλοδαποί. Και πριν το κάνει αυτό, μας παραπέμπει σε μία προ δωδεκαμήνου ανάρτησή του, με την οποία δεν κατορθώνει τίποτε άλλο απ’ το να μας διαφωτίσει ότι το σχέδιο για ενοχοποίηση και στοχοποίηση όλων των Ελλήνων χρονολογείται από πολύ παλιά.

Αλλά γιατί λέω «και στοχοποίηση»; Διότι τα όσα αναγράφονται στο ιστολόγιο του Abravanel μαρτυρούν ότι το υποχθόνιο σχέδιό τους περιλαμβάνει ΚΑΙ αυτό το σκέλος, αλλά και, πολύ πιθανόν, ακόμα περισσότερα. Θα σας παραθέσω εδώ το πιο τρανταχτό σχόλιο-αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο ήταν τόσο κραυγαλέο, ώστε έκανε κάποιο άλλο μέλος της υποχθόνιας ποντικοφαμελιάς τους (το οποίο συστήνεται με το ενδεικτικότατο ψευδώνυμο Νοσφεράτος) να σπεύσει, μετά από μία ολόκληρη μέρα(!), να «ξεκαρφώσει» τον συντάκτη του πολεμικού αυτού σχολίου. Κι ας μην αμφιβάλει κανείς για το αν η καθυστερημένη αυτή παρέμβαση ήταν προσπάθεια για «ξεκάρφωμα»: εάν δεν ήταν, ο διαχειριστής του ιστολογίου θα είχε εξαλείψει πάραυτα το πολεμικό σχόλιο, δεδομένου ότι η δημοσίευση τέτοιων ακρότατων απόψεων επισύρει την εναντίον του δικαστική δίωξη· δεν το έχει εξαλείψει, όμως, ακόμα και μέχρι τώρα, διότι προφανώς το μήνυμα αυτό χρειάζεται να υπάρχει προς ενημέρωσιν-καθοδήγησιν των «συναγωνιστών» αναγνωστών του.

Ιδού, λοιπόν, τι ονειρεύονται (στην καλύτερη περίπτωση) οι καλοί μας «συμπατριώτες»:

«BOMBER HARRIS, DO IT AGAIN!
Η Ελλάδα πρέπει να ισοπεδωθεί. Ούτε μια χριστιανή, από αυτές που δεν αντιδρούν στον δολοφονικό αντισημιτισμό, δεν πρέπει να μείνει ζωντανή.
Βουλγαρία μέχρι και την Πελοπόννησο, Τουρκία μέχρι και την Αίγινα!»

Η εκδοχή της προβοκάτσιας ενισχύεται ακόμα περισσότερο από τα όσα έγραψε ο ίδιος ο διευθυντής της συναγωγής, Νίκος Σταυρουλάκης:

«Fortunately, all of the books there – perhaps 1000 or so on Judaism, Islam and Christian theology had already been moved to safe keeping and so have been saved…
(Ευτυχώς, όλα τα βιβλία εκεί [στη βιβλιοθήκη] –ίσως 1000 ή περίπου τόσα– εβραϊκής, ισλαμικής και χριστιανικής θεολογίας είχαν ήδη μετακινηθεί [μετά τον πρώτο εμπρησμό] σε ασφαλή χώρο φύλαξης και έτσι έχουν διασωθεί…)»

Όπερ σημαίνει πως οι Εβραίοι εγνώριζαν ότι θα ακολουθούσε και δεύτερος εμπρησμός.

Ο κύριος Σταυρουλάκης μας πληροφορεί ακόμα ότι στη συναγωγή, εκτός από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, υπήρχαν και κάμερες:

«[…] but two computers, scanner, cameras etc. – all gone!
(αλλά δύο υπολογιστές, σκάνερ, κάμερες κ.λπ. – όλα πάνε!)»

Τι δουλειά έχουν οι υπολογιστές κι οι κάμερες μέσα σε ένα χώρο λατρείας και προσευχής;

ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΓΕΛΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο,ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ
Από τη «γκουγκλομετάφραση» του «Έστε Άξιοι».
– «Για καμαρώστε ένα γνήσιο Μακεδόνα»:
For kamaroste a genuine Macedonians.
– «Κοιτάξτε πώς ο κύριος Χάρης αυτοδιαψεύδεται πανηγυρικά»:
Look at how Mr. Harris aftodiapsefdetai proclaimed.
– «Ας επανέλθουμε όμως, κύριε Χάρη, στα της κυρίας
Δραγώνα»:
As return, however, Mr. Harry, in the main Dragona.
Αυτοί που ζήτησαν τη μετάφραση θα καταλάβουν οπωσδήποτε τις θέσεις μου!
Κι επίσης οπωσδήποτε θα βρουν εκατομμύρια μεμπτά σημεία μου να διατυμπανίσουν!

Κι ένα μικρό «ιστορικό»

Όλα οφείλονται στη μνημειώδη επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη προς τη Θάλεια Δραγώνα.
Θέλοντας να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις που προκάλεσε η επιστολή, επισκέφθηκα τη σχετική ανάρτηση της Καλύβας ψηλά στο βουνό. Εκεί, ένιωσα την ανάγκη να προβάλω κάποιον αντίλογο σε ορισμένες απόψεις που θεώρησα απαράδεκτες. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθώ αντιμέτωπος με τις πιο θλιβερές υπεκφυγές και μεθόδους διαστρέβλωσης, να επισύρω την μήνιν ορισμένων εκ των θαμώνων της Καλύβας, να λουστώ με δεκάδες χυδαίες βρισιές και, ακόμη, να εισπράξω δύο συγκαλυμμένες απειλές (15 Ιανουαρίου, στις 4:09 μ.μ. και 6:11 μ.μ.).
Εν μέσω αυτής της καταστάσεως, πρόσεξα περισσότερο τον τίτλο της αναρτήσεως: «Η αλληλογραφία Μίκη Θεοδωράκη και Θάλειας Δραγώνα περί έθνους, πατρίδας, ταυτότητας και άλλων δαιμονίων». Ενοχλημένος, έγραψα ένα σχόλιο επ’ αυτού, και πήρα για απάντηση μία εξυπνακίστικη δικαιολογία.
Κι ύστερα ήρθε η ανάρτηση της Καλύβας για τον δεύτερο εμπρησμό της εβραϊκής συναγωγής στα Χανιά. Ο τίτλος της: «Ο αντισημιτισμός αποθρασσύνεται». Μου φάνηκε κραυγαλέος. Υπερέβαινε κατά πολύ σε αιχμηρότητα ακόμη και τον τίτλο που είχε επιλέξει για τη δική του ανάρτηση ο ίδιος ο Abravanel: «Νέος εμπρησμός στη Συναγωγή Χανίων».
Τότε ήταν που μου πέρασε για πρώτη φορά από το μυαλό το «αδιανόητο» ενδεχόμενο να ήταν ο εμπρησμός μία προβοκατόρικη ενέργεια. Κι έκανα την απερισκεψία να το αναφέρω στην Καλύβα (στη συζήτηση για την επιστολή του Μίκη, για να το συνδέσω και με τον τίτλο εκείνης της ανάρτησης). Αμέσως μετά από αυτή μου την «ιεροσυλία», μου εκτοξεύτηκε νέο υβρεολόγιο και μου ζητήθηκε να αποκαλύψω το πραγματικό μου όνομα!
Από εκεί και πέρα, τα πράγματα πήραν την τροπή που σας εξέθεσα προηγουμένως.

ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ, ΑΔΕΛΦΙΑ, ΚΑΙ ΝΗΦΑΛΙΟΤΗΤΑ!
ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ, ΟΥΤΕ ΩΦΕΛΕΙ, Η ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ
ΒΙΑΙΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ!

ΤΟΥΣ ΕΧΟΥΜΕ ΗΔΗ ΚΑΤΑΤΡΟΠΩΣΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΝΙΚΗΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΑΣ!

ΑΣ ΤΟΥΣ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΕΩΣ!