Posts Tagged ‘Κοινωνία’

Λίγες σκέψεις, με αφορμή την άνανδρη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια

Ιουλίου 19, 2010

«Άνανδρη»! Μα τι λέω;! Ποιον ανδρισμό, ποιο φιλότιμο, ποιαν ανθρωπιά να περιμένουμε πως πρέπει να διαθέτουν οι υπάνθρωποι που έχουν καταλάβει όλες τις θέσεις-κλειδιά της κοινωνίας μας -αλλά και όλων των κοινωνιών του κόσμου-, αυτοί οι ίδιοι που δίνουν τις εντολές για το καθάρισμα οποιουδήποτε τους μπαίνει στο μάτι;

«Κοινωνίας μας»! Μα τι λέω πάλι;! Είναι αυτό το τερατώδες έκτρωμα κοινωνία;; Αστεία πράγματα!! Αυτό, είναι κατά πολύ χειρότερο κι απ’ τη χειρότερη ζούγκλα! Διότι ακόμα και στις ζούγκλες ισχύουν και λειτουργούν κάποιοι απαράβατοι κανόνες οι οποίοι προάγουν και βελτιώνουν τη ζωή, ενώ στο κωλοχανείο που ζούμε εμείς δεν λειτουργεί απολύτως τίποτε, παρά μόνον ο κανόνας των αρχαιόθεν ορκισμένων εχθρών της Ζωής!
Και, για το γεγονός ότι αυτή η «κοινωνία» εξακολουθεί να επιβιώνει και να θριαμβεύει, είμαστε όλοι ανεξαιρέτως συνυπεύθυνοι, άλλος λίγότερο και άλλος περισσότερο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΣΥΝΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΥΓΕΡΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΓΚΙΟΛΙΑ, ΚΙ ΟΣΟ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΟΤΕΣ, ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΟΛΟΕΝΑ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΧΕΡΙ ΠΟΥ ΘΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΕΙ ΑΥΡΙΟ-ΜΕΘΑΥΡΙΟ ΚΙ ΕΜΑΣ! ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΜΜΙΑ ΒΑΡΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΙΝΗΘΟΥΜΕ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ -ΚΑΙ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟ, ΦΥΣΙΚΑ- ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑΣ;;

Ένας παλιός μου γείτονας, με τον οποίο μιλούσα χθες το βράδυ, μου είπε ότι το στρατόπεδο του Συκουρίου Λάρισας, απ’ το οποίο η «επαναστατική» οργάνωση 17 Νοέμβρη είχε κλέψει πολεμικό υλικό, ήταν ένα ξέφραγο αμπέλι ήδη από τα χρόνια της χούντας. Κι εγώ, τότε, παρατήρησα: «Μα δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα ένα ξέφραγο αμπέλι;» Ανοιχτά σύνορα, «ανοιχτές κοινωνίες», υπηκοότητες στις στρατιές των κάθε λογής αλλοδαπών, «δημοκρατίες» και «ανθρώπινα δικαιώματα», ιδού οι αμέτρητες κερκόπορτες, απ’ τις οποίες εισρέουν ανεμπόδιστα τα «φτηνά εργατικά χέρια» των πληρωμένων δολοφόνων (στους οποίους παρέχουμε και δωρεάν μια στοιχειώδη ελληνική παιδεία, ώστε να μπορούν να εξαπατούν πιο εύκολα τα θύματά τους), των εμπρηστών για τις προβοκάτσιες σαν αυτή που έγινε στην εβραϊκή συναγωγή των Χανίων και για την πυρπόληση ολόκληρης της Ελλάδας (θυμάστε τι έγινε πριν από τρία χρόνια, και πόσοι συνάνθρωποί μας κάηκαν σαν λαμπάδες;), αλλά και τα ναρκωτικά που θερίζουν τη νεολαία μας σ’ αυτόν τον ατελείωτο ακήρυκτο πόλεμο που μας έχουν εξαπολύσει, και πάει λέγοντας…

«Μα έχουμε δημοκρατία, το τελειότερο πολίτευμα, και αυτά τα φαινόμενα είναι απλώς μερικές δευτερεύουσες αδυναμίες της!» Να τη χαιρόμαστε τη δημοκρατία μας, να χαιρόμαστε και την τιμή που εμείς οι Έλληνες απολαμβάνουμε, ως οι εμπνευστές και πρώτοι διδάξαντες του πολιτεύματος αυτού, χάρη στο οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη χαίρονται τα «αγαθά» της «ελευθερίας», του «σεβασμού των δικαιωμάτων τους» και δε συμμαζεύεται (προσωπικά, φρονώ ότι στην πραγματικότητα ετούτο το «τελειότερο πολίτευμα» κάθε άλλο παρά ελληνικής εμπνεύσεως είναι, αλλ’ αυτό αποτελεί αλλουνού αναγνώσματος αναβαλλόμενο…)!

Κι ένα νεαρό αγόρι, με το οποίο γνωρίστηκα και συνομίλησα χθες, μου εκθείαζε τη δημοκρατικότητα του διαδικτύου. Ναι, έχει δημοκρατικότητα το διαδίκτυο, αλλά δημιουργήθηκε τόσο δημοκρατικό, αποκλειστικά και μόνο προκειμένου «να βγαίνουν όλα τα σαλιγκάρια απ’ τις τρύπες τους και ν’ αποκαλύπτονται οι σκέψεις και τα σχέδιά τους», ώστε να γίνει ευκολότερο το σατανικό έργο των εχθρών της ανθρωπότητας. Κι όσο δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό κι επιμένουμε να μη συντονιζόμαστε, αλλά να κάνουμε ο καθένας μας το κομμάτι του μέσω του διαδικτύου, είμαστε χαμένοι από χέρι! Αυτά, για να μη βαυκαλιζόμαστε ότι τα χιλιάδες αγνά «λουλούδια» που ανθίζουν στο διαδίκτυο μπορούν να επιφέρουν την αλλαγή στην «κοινωνία» λειτουργώντας κατά μόνας, αλλά και, πέρα απ’ το διαδίκτυο, ότι μπορεί να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα όσο εμείς δεν δημιουργούμε άλλου είδους κοινωνικούς πυρήνες.

Παραθέτω και τον σύνδεσμο από τη σχετική ανάρτηση της Ολυμπίας, επειδή την θεωρώ πολύ καλή και αποκαλυπτική, αλλά κι επειδή ακολουθείται από εξόχως ενδιαφέροντα σχόλια.

Υστερόγραφο: Αποφάσισα να βάλω τα συγκεκριμένα χρώματα σ’ ετούτη την ανάρτηση, επειδή τα μαύρα δεν ταιριάζουν στην Ελλάδα.

Η περιπέτειά μου στην Ιεράπετρα, με την ενοικίαση σπιτιού

Ιουλίου 8, 2010

Είχε ο περασμένος Μάιος τέσσερεις, όταν ενοικίασα σπίτι στην Ιεράπετρα, έξω από την κυρίως πόλη. Ανήκε σε μία χαροκαμένη κυρία, η οποία μου δημιούργησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Της έδωσα αμέσως προκαταβολή, κι εκείνη μου είπε: «Δέσαμε, ε;» «Φυσικά και δέσαμε!» της απάντησα εγώ.
Μετά από τρεις μέρες, μου είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να ξοδεύομαι στο ξενοδοχείο. «Έλα από τώρα να κοιμάσαι εδώ. Θα σου δώσω εγώ καθαρά σεντόνια». Έτσι, την επομένη το μεσημέρι ήρθε με το αυτοκίνητό της να με πάρει από το κέντρο της πόλης, και με ανέβασε στο σπίτι. Εκεί, σε μία πυλωτή που υπάρχει δίπλα, είχα ανεβάσει εγώ με ταξί, από την προηγούμενη μέρα, διάφορα πράγματα που είχα είχα βρει και τα οποία πετούσαν τότε από το ίντερνετ καφέ «City», επειδή μεταφερόταν σε άλλο χώρο. Ήταν όλα χρήσιμα, ή τουλάχιστον κατάλληλα για διακόσμηση, και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά καλά βιβλία, σχεδόν ανέπαφα. Όταν τα είδε αυτά η σπιτονοικοκυρά, μου είπε: «Θα μου γεμίσεις το σπίτι με σκουπίδια, ρε Θανάση;» Δείτε σ’ αυτά τα σύντομα βίντεο του λόγου της το αληθές.


Όταν, μετά από δυο-τρεις ακόμα μέρες, έφερε μια συζήτησή μας το θέμα του συμβολαίου, εκείνη μου είπε: «Είναι ανάγκη να κάνουμε συμβόλαιο, μωρέ; Εμείς εδώ έχουμε λόγο!» «Κι εγώ έχω λόγο», της είπα, συμπληρώνοντας ότι έπρεπε να το σκεφτώ αν θα μπορούσα να μείνω χωρίς να έχω συμβόλαιο. Το σκέφτηκα, λοιπόν, και ήμουν έτοιμος να της πω, τη Δευτέρα 10 Μαΐου, ότι δεχόμουν να μείνω χωρίς συμβόλαιο· είχα εκτιμήσει, βλέπετε, την εμπιστοσύνη που θεώρησα πως μου έδειχνε, αφού ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μπαίνει σε μεγαλύτερο κίνδυνο αν κάνει ενοικίαση χωρίς συμβόλαιο. Ωστόσο, ήθελα οπωσδήποτε να έχω στα χέρια μου το συμβόλαιο, ως αποδεικτικό στοιχείο πως είμαι πια μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας και να μη λένε τα χαρτιά μου πως είμαι κάτοικος Αθηνών, κι έτσι της είπα, το μεσημέρι εκείνης της μέρας, πως ήταν ανάγκη να υπογράψουμε συμβόλαιο. Τότε, εκείνη μου απάντησε: «Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς να ξεκουραστείς, και τ’ απόγευμα πάρε τα πράγματά σου και φύγε»! Κι όταν εγώ παρατήρησα ότι αυτή η στάση της ήταν απαράδεκτη, εκείνη επεχείρησε να βγάλει εμένα φταίχτη, λέγοντάς μου: «Έχω χάσει μ’ εσένα και πέντ’-έξι άλλους ενοικιαστές, όλες αυτές τις μέρες»! «’Θελές τα και ’παθές τα, κυρά μου», της φώναξα εγώ, έχοντας βγει απ’ τα ρούχα μου. «Κι όπου στρώνει ο καθένας, κοιμάται! Ας μου έλεγες απ’ την αρχή ξεκάθαρα ότι δεν κάνεις συμβόλαιο, να μη σ’ το δέσμευα το σπίτι!»
Έτσι, την ώρα που έδυε ο ήλιος ζαλώθηκα όσα μπορούσα από τα πράγματά μου κι άρχισα να κατηφορίζω, μ’ όλη την κούραση που κουβαλούσα, προς το κέντρο της πόλης (το σπίτι αυτό ήταν σε προάστιο). Για τα υπόλοιπα, αυτά δηλαδή που η «θαυμάσια» εκείνη κυρία χαρακτήρισε σκουπίδια, την παρακάλεσα να τα αφήσω εκεί μέχρι να βρω άλλο σπίτι. Εκείνη δέχτηκε, προσθέτοντας όμως ότι δεν θα έφερε καμμία ευθύνη εάν τυχόν πάθαιναν τίποτε κάποια ώρα που αυτή θα έλειπε από εκεί. «Φυσικά και δεν φέρετε ευθύνη», της είπα, «φτάνει να μην τα πετάξετε εσείς». Άλλωστε, τα είχα βάλει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να τα δει κανένας περαστικός.
Κατεβαίνοντας, είδα κάποιες όμορφες εικόνες, άκουσα κάποιους ωραίους ήχους, κι αυτά με βοήθησαν να συνέλθω λίγο ψυχολογικά, διότι ετούτο το δυσάρεστο απρόοπτο μου είχε πέσει βαρύ, δεδομένου και του καυτού άλλου προβλήματος που αντιμετώπιζα… Βρήκα, μάλιστα, και τη διάθεση να τραβήξω αυτά εδώ τα βίντεο (ξαπλωμένα, διότι και τα βίντεό μου πέρασαν τη δική τους παιδική αρρώστια…):



Φθάνοντας στη γωνία έξω απ’ το νοσοκομείο, είδα δύο ενοικιαστήρια κολλημένα στο θάλαμο του ΟΤΕ. Το ένα, απ’ τις πληροφορίες που έγραφε, μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον, κι έτσι στάθηκα παρακάτω σ’ ένα καφενείο και τηλεφώνησα αμέσως να μάθω περισσότερα γι’ αυτό που νοικιαζόταν, παρ’ ότι είχα στο σημειωματάριό μου τουλάχιστον άλλους δέκα αριθμούς τηλεφώνου για σπιτάκια που νοικιάζονταν.
«Να έρθω σε πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο να σας πάρω για να το δείτε;» με ρώτησε ο ιδιοκτήτης του. «Και δεν έρχεσθε;» του απάντησα εγώ.
Μόλις ήρθε και μπήκα στο αυτοκίνητό του, ο άνθρωπος αυτός μου είπε: «Πρέπει να ξέρετε, αγαπητέ μου, ότι συμβόλαιο δεν κάνω». Εγώ εκτίμησα το ότι μου το ξεκαθάριζε από την πρώτη στιγμή, κι επειδή φαινόταν απ’ το ενοικιαστήριο ότι το σπίτι θα ήταν καλό, είπα να πάμε να το δω, σκεπτόμενος κιόλας ότι μπορεί να βρισκόταν ένας τρόπος ώστε να έχω και το αποδεικτικό στοιχείο που ήθελα, πως είμαι μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας.
Πήγα, λοιπόν, και το είδα. Ήταν ένα παλάτι σε μικρογραφία, κι αυτό στην εξοχή, μέσα στην ησυχία και τον πεντακάθαρο αέρα, και σε τιμή πολύ καλή. «Το πιάνω!» του είπα αμέσως. Εκείνος, ενώ με κατέβαζε πάλι με το αυτοκίνητό του στην πόλη, με πέρασε από σχολαστική ανάκριση, θέλοντας να μάθει όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε για μένα. Και πολύ σωστά έκανε, αφού εκεί μένει και ο ίδιος με την οικογένειά του, και νοικιάζει κι άλλα δύο σπίτια, οπότε πρέπει να προσέχει διπλά ποιους ανθρώπους βάζει μέσα. Μέχρι και στο ξενοδοχείο όπου έμενα μέχρι τότε πήγε να πάρει πληροφορίες για μένα, μέχρι και το τηλέφωνο της προηγούμενης «καλής» κυρίας μου ζήτησε, για να τη ρωτήσει κι αυτήν!
«Θα σου απαντήσω αύριο», μου είπε τελικά. Και την άλλη μέρα το απόγευμα, ήρθε και ήπιαμε μαζί έναν καφέ στο κέντρο «Waikiki», όπου μου έκανε δεύτερη ανάκριση –μέχρι και το γιατί χώρισα θέλησε να μάθει!– κι εγώ του απαντούσα πρόθυμα σε όλα, σαν να ήμουν ανοιχτό βιβλίο. Και η κατάληξη ήταν να μου πει ότι δεχόταν να μου νοικιάσει το σπίτι.
Λίγη ώρα μετά, έλεγα εγώ, καταχαρούμενος, στην αδελφή μου: «Αδελφούλα μου, κι εδώ επιβεβαιώθηκε το “Κάθε εμπόδιο για καλό”!»
Την άλλη μέρα, πήγα μαζί με τον καινούργιο μου σπιτονοικοκύρη στον ΟΤΕ, για να δηλωθεί η νέα διεύθυνση και να περαστεί στην αίτηση για σύνδεση τηλεφώνου, που εγώ είχα κάνει από την προηγούμενη βδομάδα. Εν συνεχεία ανεβήκαμε στο σπίτι του, όπου του έδωσα ένα μηνιάτικο εγγύηση.
Καθ’ οδόν, επειδή το προηγούμενο σπίτι ήταν πολύ κοντά, περάσαμε από εκεί, για να πάρουμε τα πράγματα που είχα αφήσει και ν’ αδειάσω τον χώρο. Ξέρετε τι βρήκα στο σημείο που τα είχα αφήσει; Τίποτε απολύτως! Μόνο στην μπροστινή πλευρά του οικοπέδου, υπήρχαν διασκορπισμένα τα πιο ευτελή απ’ αυτά τα πράγματα (από τα βιβλία, δεν υπήρχε ούτε ένα). Έτυχε, όμως, να είναι εκεί το ένα από τα δύο παιδιά που είχα γνωρίσει εκεί (είναι αυτά που ακούγονται, και φαίνονται λιγάκι, στα δύο προηγούμενα βίντεο), και στα οποία είχα χαρίσει κάτι απ’ αυτά τα πράγματα. Το ρώτησα τι είχε συμβεί, και μου απάντησε ότι δεν ήξερε. Μάζεψα ό,τι μπορούσα, και φύγαμε. Κι όταν φτάσαμε στου νέου μου σπιτονοικύρη, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν αυτή η κυρία, και άρχισε να μου φωνάζει ότι έκανα το οικόπεδό της ένα σκουπιδαριό!
Στο σπίτι αυτό έμενε ακόμα ένας νεαρός εξάδελφος του ιδιοκτήτη, ο οποίος θα το άδειαζε την άλλη βδομάδα. Κι εγώ, έβγαλα εισιτήριο για να γυρίσω στην Αθήνα, ώστε ν’ αρχίσω να ετοιμάζω τα πράγματά μου, την Κυριακή 16 Μαΐου. Πριν μπω στο λεωφορείο για το Ηράκλειο, του τηλεφώνησα, να τον ρωτήσω αν ήξερε πιο συγκεκριμένα τη μέρα που θα άδειαζε το σπίτι ο ξάδελφός του. «Αύριο», μου απάντησε. Κι έτσι, ανέβηκα σχεδόν πανευτυχής στην Αθήνα, ύστερα από ένα ονειρώδες νυχτερινό ταξίδι με το πλοίο.
Και στις έντεκα μ’ εντεκάμισι το πρωί εκείνης της Δευτέρας που ξημέρωσε, χτύπησε το τηλέφωνο στην Αθήνα. Ήταν ο νέος σπιτονοικοκύρης μου. «Βρε Θανάση», μου είπε, «ρε γαμώ το, ο ξάδελφός μου θέλει να μείνει στο σπίτι άλλους έξι μήνες»!!
Καταλαβαίνετε τι έπαθα; Του μιλούσα κοντά δύο ώρες, πληρώνοντας τα μαλλιοκέφαλά μου στο κινητό, αφού τον ξανακάλεσα εγώ, και του είπα με τον πιο ευγενικό αλλά και αυστηρό τρόπο του κόσμου… και τι δεν του είπα! Του κάκου!…

Και το επόμενο βράδυ, πάλι στο πλοίο για Ηράκλειο και με τελικό προορισμό την Ιεράπετρα, να ψάξω γι’ άλλο σπίτι!
Βρήκα, λοιπόν, κάναμε και συμβόλαιο, συμπάθησα μάλιστα ιδιαίτερα και τη σπιτονοικοκυρά και το σύζυγό της (για τον οποίο έγραψα και δημοσίευσα κι ένα ποίημα…), ανέβηκα πάλι στην Αθήνα, και ύστερα από καμμιά δεκαπενταριά μέρες έφερα δύο διαδοχικά φορτία πράγματα κι εγκαταστάθηκα. «Κάθε εμπόδιο για καλό», έλεγα πάλι.
Και στις αρχές της προηγούμενης βδομάδας, όπως συνάντησα στο δρόμο τη σπιτονοικοκυρά, της είπα ότι με το τρίτο και τελευταίο φορτίο που θα φέρω, θα κατεβάσω και τη γατούλα μου. Αμέσως εκείνη στράβωσε τη μούρη της και μου είπε ότι ο σύζυγός της δεν επιτρέπει ζώα στα σπίτια τους. Αφού της εξήγησα ότι αυτό το πλάσμα δεν κάνει την παραμικρή ζημιά, ούτε λερώνει πουθενά, και είναι σαν να μην υπάρχει μέσα στο σπίτι, είπα ότι θα το συζητούσα και μ’ εκείνον.
Του το συζήτησα την πρώτη ετούτου του μηνός, που έπρεπε να του πληρώσω και το νέο ενοίκιο. «Τι; Να φέρεις γάτα; Λοιπόν, δε θέλω να μου πληρώσεις τίποτ’ άλλο, και βρες άλλο σπίτι, να φύγεις», μου απάντησε! (Μου το διατύπωσε και σαν να μου έκανε χάρη, λες και δεν του είχα πληρώσει ένα ολόκληρο μηνιάτικο για εγγύηση!)

Άρχισα πάλι να ψάχνω για σπίτι. Έχασα δύο που μου άρεσαν πολύ, για λίγες ώρες. Ο ιδιοκτήτης του δεύτερου, όμως, άλλος ένας ωραίος Μιχάλης που πρέπει να προσθέσω στους τέσσερεις Μιχαλιούς που έχω ήδη κάνει φίλους στην Κρήτη, μόλις με άκουσε να του λέω περίλυπος τη φοβερή ταλαιπωρία που έχω υποστεί επί δύο ολόκληρους μήνες με το νοίκιασμα σπιτιού, έδειξε ευαισθησία και φιλότιμο, και μου είπε ότι θα τηλεφωνούσε σε κάποιον γνωστό του που νοικιάζει σπίτια λίγα χιλιόμετρα ανατολικά απ’ την Ιεράπετρα, στον Περιστερά, να τον ρωτήσει αν έχει κανένα άδειο. Με ενημέρωσε, μάλιστα, ότι εκεί θα είναι και πολύ πιο φτηνά. Ύστερα από πέντε λεπτά με κάλεσε στο κινητό και μου είπε: «Γράψε αυτό το τηλέφωνο, πάρε, και πήγαινε»! Ήταν προχθές το απόγευμα στις επτά και δέκα.
Πήγα αμέσως, είδα το σπίτι που είχε ο άνθρωπος εκεί άδειο, μου έκανε, είδα και το υπέροχο περιβάλλον όπου βρίσκεται, δίπλα στη θάλασσα, πλήρωσα εγγύηση, πήρα το κλειδί, και χθες, με το πρώτο χάραμα, ξεκίνησα, παίρνοντας λίγα πράγματα από το σπίτι του «ζωόφιλου» προηγούμενου σπιτονοικοκύρη, για να εγκατασταθώ εκεί. Από τη στιγμή που μπήκα στο αυτοκίνητό μου για να πάω, τραβούσα ασταμάτητα βίντεο, και όταν έφτασα δεν ανέβηκα στο σπίτι, αλλά κλείδωσα το αυτοκίνητο και βγήκα με τα πόδια στο δρόμο, τραβώντας την αυγή που ρόδιζε, κι έπειτα τις κυριολεκτικά παρθένες αμμουδερές παραλίες που υπάρχουν εκεί από κάτω, κι έπειτα μια μεγαλειώδη ανατολή από ένα ύψωμα, κι ύστερα πάλι τις παραλίες που είχαν πια μισοφωτιστεί από τον ήλιο, κι ύστερα όλη τη γύρω περιοχή υπό το άπλετο φως της ημέρας και, τέλος, τον θαυμάσιο, καταπράσινο περιβάλλοντα χώρο της γκαρσονιέρας μου, της τέταρτης και καλύτερης – από όλες μα όλες που είχα δει στην Ιεράπετρα! Όλα αυτά τα βίντεο, με τις απίστευτης ομορφιάς εικόνες τους, θα σας τα δείξω αύριο – εκτός απροόπτου, διότι μου έχει κοπεί και το ίντερνετ κι ό,τι κάνω το κάνω σε ίντερνετ καφέ, πρέπει να καθαρίσω και το νέο μου σπίτι και να κουβαλήσω εκεί τα πράγματά μου, θέλω να δω και τον «Αρχοντοχωριάτη» αύριο, πρέπει να φύγω και για την Αθήνα, να πάω να περιποιηθώ τα μελισσάκια μου!
Όσο για το συμβόλαιο, το έχω ήδη στα χέρια μου! Αυτός ο σπιτονοικοκύρης, ο οποίος δείχνει πολύ καλά σημάδια, το ετοίμασε μόνος του από χθες, το θεώρησε και στην εφορία, και μου το έφερε σήμερα το πρωί!

Και χθες το μεσημέρι, φτάνοντας στο προηγούμενο σπίτι για να μαζέψω κάτι, είδα στο δρόμο τον ιδιοκτήτη του. Τον ενημέρωσα ότι βρήκα άλλο κι ότι θα του το αδειάσω τις επόμενες μέρες, και του είπα ότι θέλω να μου υπογράψει ένα χαρτί, το οποίο να λέει πως φεύγω απ’ το σπίτι του αναγκαστικά, επειδή αυτός δεν επιτρέπει ζώα. Συμφώνησε να μου το υπογράψει, κι αμέσως μετά μου είπε τα εξής ανήκουστα: «Άκου να φέρεις γάτα! Να γεμίσει το σπίτι με τρίχες! Και πού θα χέζει η γάτα;» «Στην άμμο της!» του είπα εγώ. «Α, εσείς οι ενοικιαστές», μου πέταξε με μια φωνή που έσταζε… μέλι, «που ζείτε μες στις τρίχες και τα σκατά των ζώων!» Εγώ συγκρατήθηκα, και του είπα ότι έχω μέσα ένα βαρύ γραφείο και μία βιβλιοθήκη, που δεν μπορώ να τα κατεβάσω μόνος μου. Όταν τα είχα φέρει, με βοήθησε για να τ’ ανεβάσω ένας άλλος ενοικιαστής (έχει φύγει τώρα), ο οποίος είχε ήδη προχωρημένη κήλη. Και τώρα, ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είναι ακμαιότατος και υγιής, μου απάντησε: «Πάρε έναν εργάτη, να τα κατεβάσεις»! «Σε ευχαριστώ για την καλή σου διάθεση!» ήταν η τελευταία μου κουβέντα. Κι εκείνος δεν είπε λέξη.

Σε ευχαριστώ, αγαπημένη μου γατούλα, που με έσωσες από αυτόν τον στενοκέφαλο στριμμένο ιδιοκτήτη!
Και κάθε εμπόδιο για καλό, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά.

Αυτά τα ολίγα έχω τραβήξει για να νοικιάσω σπίτι σ’ ετούτη την υπέροχη πόλη, την οποία αγάπησα και προβάλλω όσο πιο πολύ μπορώ μέσω του διαδικτύου. Υπέροχη πόλη, υπέροχοι και οι άνθρωποι, είχα θεωρήσει τον περασμένο Απρίλιο, τις πρώτες μέρες που πάτησα το πόδι μου εδώ – μέχρι σημείου, μάλιστα, να τηλεφωνώ στην αδελφή μου στην Αθήνα και να της λέω: «Αδελφή, ενώ δεν γνωρίζω κανέναν εδώ, μου φαίνεται πως βρίσκομαι ανάμεσα στην οικογένειά μου!» Κι επακολούθησαν οι οδυνηρές διαψεύσεις, τόσο από τους Ιεραπετρίτες σπιτονοικοκύρηδές μου, όσο και από το άτομο που έγινε αιτία να κουβαληθώ εδώ, και σαν να μην έφταναν αυτά, άρχισαν πολύ γρήγορα κάποιοι άλλοι ντόπιοι να μου λένε τερατώδη ψέματα, να με παρεξηγούν, να με διαβάλλουν, να με πολεμάνε λες και είμαι εχθρός τους, έχουμε και τ’ αντίστοιχα κρούσματα από διαδικτυακούς αγνώστους και φίλους(;), και ο διαβολικός χορός καλά κρατεί.
Ειλικρινά, δεν ξέρω πια τι να πω. Ότι ναι μεν έχουνε κιόλας μαζευτεί τόσοι που με αποκαρδίωσαν, αλλά υπάρχουν και πολλαπλάσιοι άλλοι που με εγκαρδίωσαν –όπως πράγματι συμβαίνει–, οπότε πρέπει να είμαι πολύ ευχαριστημένος; Ή ότι κι αυτοί οι δεύτεροι πρόκειται να με διαψεύσουν με κάποιον παρόμοιο τρόπο στο μέλλον, ο ένας μετά τον άλλο; Ή ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, αφού παντού και πάντοτε οι άριστοι είναι ελάχιστοι; Ειλικρινά, δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα, είναι το ότι άριστοι μπορούμε να είμαστε όλοι οι άνθρωποι, και όχι μόνο κάποιοι ελάχιστοι. Κι όταν βλέπω τόσο εμφαντικά να μην είμαστε όλοι, με πιάνει θλίψη του θανατά, διότι πιστεύω ότι αυτό το χάλι είναι παντελώς αδικαιολόγητο, αληθινά γελοίο.
Ξέρω, όμως, και κάτι άλλο: Ότι οι άριστοι, έστω κι αν είναι ελάχιστοι και σκορπισμένοι στις τέσσερεις γωνιές της Γης, βρίσκουν πάντα τρόπο να βρίσκονται μεταξύ τους. Και ακριβώς αυτή η γνώση μου, είναι που με οπλίζει με αστείρευτη δύναμη κι αισιοδοξία.

Και το χειροπιαστό δεδομένο από όλη αυτή την περιπέτεια, είναι το ανέλπιστα αίσιο τέλος της.
Αλλά γιατί, άραγε, να βρήκε ένα τόσο αίσιο τέλος, γιατί να μου ήρθε αυτό το εξ ουρανού δώρο; Μήπως έχω το κοκκαλάκι της νυχτερίδας; Μήπως γέννησα κανένα χρυσό αυγό;
Μήπως είμαι υπεράνθρωπος;
Όχι, βέβαια!
Τότε;
Απλούστατα, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, μου ήρθε αυτό το μεγάλο δώρο ως ανταμοιβή, επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στις αρχές της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, του ήθους, του άδολου έρωτος με την κάθε έννοιά του – επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στην πραγματική ανθρωπιά, γι’ αυτό συνωμότησε άλλη μία φορά το σύμπαν για λογαριασμό μου.
Παρ’ όλο που φαίνεται τρελό και ακατόρθωτο, είναι τόσο απλό, σας μιλάω εν τιμή. Γιατί να μην το καταφέρουμε όλοι μας;

Σας χαιρετώ με ένα βίντεο, τραβηγμένο κι αυτό στις 10 Μαΐου, λίγη ώρα μετά από τα άλλα που σας έδειξα. Το βάζω εδώ, γιατί πιστεύω πως ταιριάζει απόλυτα.

ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ… ΜΙΑ ΖΩΗ… ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Ιουνίου 29, 2010

…ΚΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΘΕΟΙ!
Μ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕ,
ΤΑ ΧΕΣΜΕΝΑ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕΝΑ!

ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ…
ΜΙΑ ΖΩΗ
ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΩΣ ΠΟΛΙΤΕΣ
ΩΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ
ΩΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
ΩΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
-ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟ; ΤΡΩΓΕΤΑΙ;-

ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΣΠΑΜΕ
ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΛΑΜΠΟΓΥΑΛΟ

ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΕΣΑΕΙ
ΣΤΟΥ ΗΣΑΪΑ ΕΝΑ ΡΟΓΧΩΔΗ ΧΟΡΟ ΣΥΡΜΕΝΟΙ!

ΚΑΠΟΥ-ΚΑΠΟΥ,
ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΟΥΝ ΟΙ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΕΣ ΚΛΕΦΤΕΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΛΩΠΟΔΥΤΕΣ,
ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ ΚΑΙ ΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ!

ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΑΠΕΡΓΟΥΜΕ,
ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΚΩΛΥΣΙΕΡΓΟΥΜΕ
ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΤΣΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΤΥΒΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ,
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΑΠ’ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ!

ΚΑΙ ΠΟΤΕ, ΜΑ ΠΟΤΕ
ΔΕΝ ΚΑΘΙΣΑΜΕ ΣΟΒΑΡΑ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ
ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΩΣΤΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ Ν’ ΑΝΤΙΣΤΑΘΟΥΜΕ,
ΜΟΡΦΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΞΩ ΑΠ’ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΟΥ ΒΛΑΣΤΗΜΟΥΜΕ,
ΚΑΘΟΣΟΝ ΕΤΣΙ ΜΑΣ ΥΠΑΓΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ «ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΑΣ»
ΚΑΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ ΜΑΣ ΗΓΕΤΕΣ!

…ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΜΑΣ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ
ΜΑΣ ΜΑΥΡΙΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ
ΜΑΣ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ ΜΕ ΧΙΛΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ
ΜΑΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΟΥΝ Ο,ΤΙ ΖΩΤΙΚΟ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ
ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΙΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ ΚΟΙΝΟ ΜΑΣ ΣΠΙΤΙ
ΠΟΥ ΓΑΙΑ ΘΕΑ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ

ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ…
ΝΑ ΜΑΣ ΣΕΒΟΝΤΑΙ
ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΑΣ
ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
ΝΑ ΑΓΑΠΙΟΜΑΣΤΕ
ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

…ΕΝΩ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΑΞΥΠΝΗΤΟ, ΟΠΟΤΕ:
ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΟΥΝ ΤΑ ΟΡΝΕΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ
ΑΠΟΚΤΗΝΩΝΟΥΝ ΟΙ ΤΕΡΑΤΟΠΟΙΟΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΟΜΑΣΤΕ
ΑΓΕΛΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΕΡΠΕΤΟΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΕ
ΚΑΤΑΤΡΩΓΟΥΝ ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΖΟΥΝ ΤΑ ΦΙΔΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΑΣ
ΣΑΡΑΚΩΝΟΥΝ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΡΕΦΕΙ

ΚΙ ΟΛΟΕΝΑ ΕΚΛΙΠΑΡΟΥΜΕ:
«ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ, ΕΛΑ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙΣ!»
ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ, ΑΠΟΡΟΥΜΕ:
«ΜΑ ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ ΓΙΝΑΝΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΟΙ ΚΟΠΟΙ;»,
ΑΔΙΑΚΟΠΑ ΓΛΕΝΤΟΚΟΠΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ
ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΜΠΑΛΛΟΥΣ!!



Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη, τροφή και προστασία
Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ω τα παιδιά αυτού του κόσμου
Χλωμά τρελά και κουρασμένα
παίρνουν το δρόμο για τη μητέρα
κι εγώ ξαναγυρνώ σ’ εσένα

Μετά τη συγκέντρωση που είχε γίνει μπροστά από το δημαρχείο της Ιεράπετρας κατά την απεργία της 5ης Μαΐου, έγινε και πορεία, την οποία ακολούθησα κι εγώ. Περπατούσα μόνος, άγνωστος ανάμεσα σε όλους τους άλλους διαδηλωτές, και μερικές φορές, ακούγοντας κάποιο σύνθημα που λεγόταν απ’ την «ντουντούκα» στην κεφαλή της πορείας, μου ερχόταν «έμπνευση», άλλαζα μια-δυο λέξεις δίνοντάς του διαφορετικό περιεχόμενο και, μόλις έπεφτε λίγη ησυχία, το φώναζα μία φορά.
Παραθέτω εδώ αυτά τα συνθήματα που «διασκεύασα», γράφοντας πρώτα το αρχικό και από κάτω τη δική μου «διασκευή», με γαλάζιο χρώμα στα γράμματα. Νομίζω πως έχει ενδιαφέρον.

ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ!
Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΗ!

ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ, ΜΗ ΣΚΥΒΕΙΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ!
Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΤΗΣ ΚΑΙ ΒΙΟΠΑΛΗ!

ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ!
ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ «Δεν Νοώ Τι»!

ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ Η ΚΡΙΣΗ, ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ Η ΛΥΣΗ!
ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ Η ΚΡΙΣΗ, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΛΥΣΗ!

ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΠΙΟ ΦΤΩΧΟ!
Κι εγώ, προσέθεσα το εξής:
ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΑΣΟΚ, ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟ ΑΛΛΟ ΣΟΚ!

ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΔΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ!
ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΡΟΤΙΔΑ!

Και ύστερα, όταν πήγα στο ξενοδοχείο όπου έμενα, σκέφτηκα ετούτα εδώ:
Γιατί κανένας άλλος από τους περίπου διακόσιους διαδηλωτές δεν έβγαλε ούτε ένα διαφορετικό σύνθημα, ούτε μία παραλλαγή πάνω σ’ εκείνα που ακούστηκαν απ’ την ντουντούκα;
Βρείτε την απάντηση μόνοι σας.
Εγώ θα σας πω μόνο, πληροφοριακά, ότι όλοι οι συμμετέχοντες στην πορεία κουβέντιαζαν διαρκώς μεταξύ τους, λες και είχαν χρόνια να ιδωθούν κι έπρεπε όλα να τα πουν εκείνη την ώρα, ενώ εγώ ήμουν (εξωτερικά) μόνος και σποραδικά, μονάχα, αντήλλασσα λίγα φιλικά λόγια με τους άγνωστους σ’ εμένα συνδιαδηλωτές.
Και κάτι άλλο: Ενώ είχα συνεχώς το μυαλό μου σ’ Εσένα, το είχα συγχρόνως ελεύθερο και ενδιαφερόμενο για ό,τι συνέβαινε στην πορεία.

Απεργούν τα χέρια μας
εφημερεύουνε τα σάπια τα μαχαίρια μας.
Απεργούνε τα μυαλά μας
θεριεύουνε τα εμπόδιά μας

Να βάζουμε εμπόδια μπροστά μας
αυτό είναι τ’ αγαπημένο άθλημά μας.
Κοτρώνες άχρηστες παντού στο πέρασμά μας
για επίδειξη να ‘χουμε ύστερα τα δεινά μας

Επίδειξη απόδειξη φθοράς και αγγαρεία
οινόποση κατάνυξη φορά στην αφασία
αντίσταση εξέγερση έρημος απραξία
υπόδειξη απώθηση προβλήματ’ απορία

Προβλήματα ένα σωρό – Προβλήματα ένα σωρό
μαθήματα ποτέ, θαρρώ
μαθήματα ποτέ, θαρρώ

Ο καθένας από μας, μια βιομηχανία παραγωγής προβλημάτων
για ιδία κατανάλωση κι εξαγωγή, προς άγραν νέων πτωμάτων

Εισαγωγέας το λοιπόν εγίνηκα κι εγώ
αλλότριων προβλημάτων
άδειο σακί με βλέπουνε να το γεμίσουνε ποθούν
με χάρτη των αποπάτων

Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια
-μάτσο μου δοθήκαν οι ευκαιρίες
μάτσο και οι κλοτσιές μου στις σταδιοδρομίες-
πάντα μας νοιάζοναι τα «φιλικά» τελώνια!

Πριν από χρόνια -τριάντα ήταν κι αυτά, κοντά!- με είπε κάποιος νεκροθάφτη, για να μ’ ευχαριστήσει, προφανώς (τι μου θυμίζει, απ’ του Ιούνη ετούτου τις μέρες, τι μου θυμίζει, από της Κρήτης ετούτες τις ξέρες!…), επειδή μονάχα εγώ στην «πιάτσα» της τότε δουλειάς μου, εκτός του ότι έδινα τις υψηλότερες αμοιβές στους συνεργάτες μου, τους ασφάλιζα κιόλας για την περίπτωση που πάθαιναν ατύχημα εν ώρα εργασίας.
Και κάποιο απ’ τα «μεγάλα αφεντικά» στη δουλειά εκείνο τον καιρό, μου τηλεφώνησε μιαν αποφράδα μέρα για να μου πει ετούτα εδώ τα λόγια: «Θανάση, ο αλήτης σου δεν ήρθε!»
Μόνο που αυτός ο «αλήτης μου» -καθώς δεν απεργούσε- είχε πέσει με το μηχανάκι και είχε σπάσει το κεφάλι του πηγαίνοντας σ’ ετούτο το αφεντικό, ν’ αρχίσει τη δουλειά του.
Ευτυχώς, έγινε καλά -να ζήσεις σαν τα ψηλά τα όρη του Μωριά, ρε Γιώργη μου!- και αποζημιώθηκε χάρη στην ασφάλιση που είχα φροντίσει να κάνω για τα παιδιά με τα οποία συνεργαζόμουν. – Βλέπετε, ουδέποτε στη ζωή μου υπήρξα «μπαχαλάκιας» – και γι’ αυτό, προφανώς, δεν έβγαλα ποτέ μου λεφτά.
Και μιαν άλλη φορά, που ήμουν μαζί με την πρώην σύζυγό μου, το ίδιο αυτό αφεντικό με φιλοδώρησε πάλι με μια παρόμοια προσβολή, και είδα τη σύζυγό μου ν’ αγριεύει αμέσως και να είναι έτοιμη να του ορμήσει. Αργότερα, όταν πήγαμε στο σπίτι, μου είπε: «Μου ήρθε ν’ αρπάξω το ταμπλό που υπήρχε δίπλα και να του το φορέσω κολάρο!» Ήταν ακόμα η εποχή που η ευλογημένη θερμοκοιτίδα μου δεν απεργούσε ως άνθρωπος.

Και να που τώρα βρέθηκα να είμαι νεκροθάφτης προβλημάτων!
Ένα-ένα, ρε παιδιά! Μη σπρώχνεστε, όλα θα πάρετε!
Στη σειρά, για χάρη σας, ανοίγω εγώ τους λάκκους!
Ολημερίς κι ολονυχτίς με την αξίνα της ζωής μου σκάβω
και κανένα σας δε θ’ αφήσω παραπονεμένο!
Μονάχα επιτρέψτε μου Ανάσα μια να πάρω ο καημένος,
και μην ανησυχείτε,

ΔΕΝ ΑΠΕΡΓΩ ΠΟΤΕ ΕΓΩ!

«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!!….

Ιουνίου 20, 2010

….Επισήμως και πανηγυρικώς!!

Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί


_ _ _ _ X V I_ _ _ _

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου θα πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος

Και ολίγη γκρίνια, να παρασκευάσουμε σαλάτα
Αρχίζω ν’ αμφιβάλλω πολύ έντονα, τούτες τις τελευταίες μέρες, για το εάν έχουμε νοιώσει ακόμα κι εμείς, οι ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι διαδικτυακοί φίλοι, τι σίδερο τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά χρειάζονται για να χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε. Θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι σπουδαίο, και το αντιμετωπίζουμε σαν να είναι ένα απλό παιχνιδάκι – που μπορεί, ναι, στο χέρι μας είναι να γίνει παιχνιδάκι, μόνο που για να συμβεί αυτό, πρέπει εμείς να γίνουμε πρωτομάστορες, ενώ τώρα είμαστε κάτι ελάχιστα πιο πάνω από παραγιοί.
Ή, αν μου επιτρέπετε να το διατυπώσω ακόμα πιο σκληρά -δηλαδή, ακόμα πιο αληθινά-, αρχίζω να σκέφτομαι μήπως πρέπει να μας λιθοβολούν αυτοί που μας φωνάζουν αεροβάτες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, και κάτι πράματα αδιανόητα, που να μην πιστεύω στα μάτια μου, αφού είν’ ετούτα πράματα καμωμένα από εμάς τους ίδιους, που «ποιητές» δηλώνουμε -μάλιστα, «ποιητές της ζωής», ενίοτε-, «νοήμονες τρελοί», «πολιτισμένοι», «αγωνιστές», ακόμα και «Άνθρωποι».
Είναι που βλέπω, βλέπετε, σε τίποτε εμείς να μη διαφέρουμε κατά βάθος απ’ τους χαλαστές – ενίοτε, μάλιστα, τους χαλαστές της ζωής, τους απροσμέτρητους παράφρονες που μόνον η στάχτη κι η πούλβερη ικανοποιεί, τους παχύδερμους ανάλγητους και τους ανθρωποφάγους, ακόμ’-ακόμα κι απ’ τους σκορπιούς και τις ύαινες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, ανθρώπους ώριμους -αλλά μόνο ως προς την ηλικία, δυστυχώς…- να μην τους καίγεται καρφάκι για τη ζημιά που ενδέχεται να προκαλέσουν σε πολύ νεώτερα από αυτούς άτομα με την -παντελώς αδικαιολόγητη- εξουσιαστική επιρροή που τους ασκούν, και το μόνο που τους ενδιαφέρει να είναι, μην τυχόν χάσουν -οποία βλακεία!…- την «αυλή» που έχουν καταφέρει να σχηματίσουν ολόγυρά τους, από την οποία πορίζονται δόξα -…βλακεία εις το τετράγωνον!!…- και πελατεία -…εις τον κύβον!!!…
Κι έτσι, καταλήγουμε να γίνουμε μία σαλάτα βλακείας! Ίσως η μεγαλύτερη σαλάτα βλακείας στον κόσμο!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!
Αυτό ακριβώς κάνουν οι σοφές μέλισσες για να χτίζουν
τις εξαγωνικές κηρήθρες τους. Επίσης, το κάνουν όταν τα σμάρια τους εισέρχονται στη νέα μόνιμη κατοικία τους, αλλά και
για να ξαναμπούν στην κυψέλη τους, όταν καμμιά φορά συμβαίνει
να πέσουν ξαφνικά μπροστά της πολλές μέλισσες μαζί.

Εμείς οι «νοήμονες», εμείς οι «εξελιγμένοι», εμείς οι «πολιτισμένοι» κάνουμε το ακριβώς αντίθετο!…
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων κατά τις οποίες κάποιος συνάνθρωπός μας θα επιχειρήσει να «αρπαχτεί» επάνω μας, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρίσκεται, εμείς, για να τον… βοηθήσουμε, του δίνουμε μια περιποιημένη κλοτσιά.
Μάλιστα, έχουμε «εξελίξει» σε θαυμαστό σημείο αυτό το αγαπημένο μας άθλημα -σαν «εξελιγμένα» άτομα που είμαστε-, και δεν καθόμαστε να περιμένουμε πότε θα βρεθεί κανένας άτυχος ν’ αρπαχτεί από πάνω μας, ώστε να ρίξουμε την κλοτσιά και να την καταφχαριστηθούμε: βρίσκουμε μόνοι μας, πανεύκολα -και με το ατιμώρητο, βέβαια-, κάποιον που θεωρούμε κατάλληλο πετσί για να κλοτσήσουμε, και του την ανάβουμε! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σιτίζουμε και το ερείπιο τύπου Ρικομέξ που σχεδόν όλοι μας ευλαβικά περιποιούμαστε εντός μας, γιγαντώνοντάς το και θάβοντας ολοένα και περισσότερο τους εαυτούς μας κάτω απ’ αυτό! Είναι ετούτη, ξέρετε, μία αρχαιόθεν δοκιμασμένη συνταγή, η οποία φέρνει πάντοτε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα!


Το ποιηματάκι που ακολουθεί, θα πρέπει να το διαβάσετε από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή να αρχίσετε από το τελευταίο (έκτο) εντός πλαισίου δίστιχο (και ουδόλως δύστυχο, εννοείται!…) και να συνεχίσετε προς τα πάνω. Μόλις το κάνετε, θα έχετε καταλάβει και το γιατί του έδωσα αυτή την αντίστροφη διάταξη.

Ξ Υ Π Ν Α Α Α Α ! ! ! !

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
της πεμπτουσίας του βίου μας να πιούμε το κανάτι!

Έλα να κλείσουμε ο ένας στον άλλονε το μάτι,
στα ουράνια να πάμ’ εκεί ψηλά που ζουν οι αθανάτοι!

Αδύνατον να καταλάβω γιατί με έχεις άχτι!…
Α! Σίγουρα, από ένα μάταιο μωρόδοξο γινάτι!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
αντί να βγάζουμε ο ένας του αλλουνού το μάτι!

Έλα να καθαρίσουμε της ζήσης μας το μονοπάτι
αν θες να μη σαπίσουμε στον τόπο εδώ αμανάτι!

Μη λυπηθείς τα κούτσουρα!
Διότι τα κούτσουρα, απ’ όπου κι αν προέρχονται, ακόμα κι από εσένα τον ίδιο, είναι για να καίγονται!

Μη φτάσεις ώς τη στάχτη!
Μην προκαλέσεις καταστροφή! Εάν το κάνεις, θα γίνεις κι εσύ, ολόκληρος, ένα αποκαΐδι!




Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ.
ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ: ΑΠΟ ΜΑΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ!


Κι άλλο «αίνιγμα» με ολόψυχες προ(σ)κλήσεις!!!!

Ιουνίου 18, 2010

Προσκλήσεις σπέρνω σπόρους μοιράζω
και μαράζι δε βάζω
σημειώσεις μονάχα αραδιάζω
τα πρόσωπα απ’ τις μάσκες ξεχωρίζω
τους φίλους απ’ τη μαύρη θλίψη βγάζω

Σπόρους προκλήσεων γεμάτων Ανθρωπιάς
αγρύπνιες παρακλήσεων δίχως κακομοιριά

έλξεις φιλότητος -κι εν γένει Έρωτος, σαφώς-
αδιάκοπ’ αραδιάζω
χωρίς από μαράζι ούτ’ ένα τόσο ίχνος πια να βάζω
όταν η απάντηση που παίρνω είν’
ένα μαύρο «Απουσιάζω«
μήτε όμως και τους άλλους στην οδύνη να βουλιάζω
κείνους που ένα
«Ναι!» μου λένε
δίχως πολλές φορές να ξέρουνε τι θένε,
μα τουναντίον από πόνο θλίψη και καημό
με αγάπη τους αδειάζω


Κι έτσι ολοένα μέσα στην πράξη ωριμάζω
μέσα στη
δράση ευ-δοκιμώ και άνθη βγάζω
γέφυρα γέγονα μες στα γκρεμνά στις καταιγίδες
τους συνανθρώπους μου να προστατεύω απ’
τις παγίδες
τα εσώψυχά μου τα κουσούρια βρήκα τον τρόπο και κατασιγάζω
τα εντός μου δόλια τέρατα γέγονα πλέον ικανός τέλεια να δαμάζω
– τον μόνο τρόπο δηλαδή που εγγυάται νίκη εωθινή και όχι
ΜΑΣΚΑΡΑΤΑ να κοιμάται
νίκη μαθές τους πύρρειους θρίαμβους ούτε που ξέρει να θυμάται

Και όλα ετούτα πετυχαίνω δίχως ούτε γι’ αστείο να καγχάζω
χωρίς να κοκορεύομαι τίποτα το ιδιαίτερο να παρουσιάζω
-απλώς και μόνο ματαιόδοξα θέλοντας να εντυπωσιάζω-
και βέβαια χωρίς κανέναν στο ελάχιστο να εξουσιάζω
αφού το μόνο εγώ που θέλω είν’ την
ουσία διαρκώς να πλησιάζω
αυτήν που ανέκαθεν με τρέλαινε στα μάτια να κοιτάζω
και αποζητούσα να την βρω στην αγκαλιά της μέσα να κουρνιάζω
την ίδια αυτήν που όλοι μας ποθούμε -πράγμα που πλέον
ούτε που το κουβεντιάζω-

μα υστερικά την κυνηγούμε οπότε διαρκώς την απωθούμε
κι εν συνεχεία τη μισούμε καθώς το ίδιο τον εαυτό αντιπαθούμε
μόνο και μόνο ώστε να μπορούμε ασύστολα να απορούμε
τι διάολο είναι αυτό που φταίει και τη ζωούλα μας την κατακαίει
κι απαρηγόρητες Μανιάτισσες ανόητες για θάνατο που
δεν μας βρήκε
με ολοφυρμούς με κοπετούς στην πιο καλή των περιπτώσεων μοιρολογάμε
έτσι καθώς ο σ-ατανάς μέσα μας σαν το νοικοκύρη μπήκε
ώστε το θάνατο εν τέλει οι ίδιοι επάνω μας τονε τραβάμε

Το υπέροχο βίντεο που ακολουθεί, το ανακάλυψα χάρη στη φίλη mi_metrelaineis. Μαζί με τις ευχαριστίες μου, της αφιερώνω ιδιαίτερα, εκτός από αυτό, και το δεύτερο βίντεο με τους Enigma που έχω συμπεριλάβει σε αυτή την ανάρτηση.


Κι όταν είναι αμοιβαία τα αισθήματα μωρό μου
ήγουν στην άτολμη απραξία εξαντλώ τον εαυτό μου,
πάλι το ίδιο -ή, έστω, εμπλουτισμένο- μοιρολόι τραγουδάμε
κάποια (μοιραία, μήπως;) δεκάτη ογδόη του Οκτώβρη….
με τα όργανα και τη φωνή που ως ά-τομα (;;;;!!!!????….)
οι ίδιοι προτιμάμε:


Κάποιες στιγμές πιο φωτεινές,
που συλλογιόμαστε πως όλα είναι δικά μας
μα σαν να γλίστρησαν στο χθες
και ουδέποτε είν’ εδώ στο σήμερα στα δάχτυλά μας,
ε τότενες πολύ σωστότερα έρχετ’ η απορία
– πολύ εγγύτερα, προσωρινά, είμαστε στην
ουσία:

Μα είν’ ελάχιστη η απόσταση απ’ το προσωρινά ώς το παντοτινά!
Σχεδόν ανύπαρκτη
(λέω «σχεδόν» αντί για «κυριολεκτικά»,
μη για τρελό πάλι με πείτε)!
Σας το υπογράφω
, τώρα που το ‘φερε η κουβέντα εδωνά!
Απ’ τη ζωή την πείρα το μυαλό και την καρδιά μου
είναι όλα ετούτα που σας γράφω
– δεν είμαι πίθηκος και δε μου αρέσει τίποτε ν’ αντιγράφω!

Εκεί στο βάθος Είμαι Εγώ
ολόρθος σε προσμένει ο
που κάνει το
Θαύμα μπορετό
όρθρος που ανασταίνει

Οι δρόμοι όλοι του ντουνιά
σ’ εμέναν οδηγούνε
δοκιμασμένη απανεμιά
κι ας οι καιροί λυσσούνε


Εκεί στο βάθος κρύπτεται
Φύσις Πεφιλημένη
στο Φως του Ήλιου απλώνεται
Αμάλθεια Ευλογημένη

Εκεί στο βάθος το Παιδί
που μοιάζει με λωλάδι
μοσχοβολεί το γιασεμί
χάνεται
το σκοτάδι

Εκεί στο βάθος του μυαλού
στέκεις φυλακισμένη
Παρθένα Κόρη του Γιαλού
Μήτρα χαροκαμένη

Εκεί μακριά στη Σάντα Φε
τη Σκάλα
ανέβα αδελφέ
μην πίνεις πια πικρό καφέ
κάψε τους κάφρους της Χουαρέζ!

Εκεί στο βάθος το Φιλί
γνήσια Καρδιά σε καρτερεί
που σκίζει σα νυστέρι
τον Κόσμο της Ζωής θα φέρει

Τι λείπει σε όσα μέχρι εδωπέρα είπα, εκτός από τη λύπη;
Γιατ’ είναι αλήθεια όσο και αν αλλόκοτο φαντάζει, πως κάτι λείπει!
Είναι το κλου είνα’ η ΜΑΓΕΙΑ είνα’ η ευ-φορία η ΕΥΤΥΧΙΑ
που δε σ’ αφήνει ούτε λεπτό άπαξ και πιάσεις τον σωστό
ευλογημένο τον Σκοπό – μέσα σ’ αυτόν εσύ κι εγώ
μέσα σε Αυτόν όλο το σύμπαν που δε σηκώνει είπα και ξείπα
που κάνει μια χαψιά
τις ΗΠΑ και όλα τα παράσιτα τα δίχως τσίπα
μέσα σε Αυτόν υπάρχουμε γεννιόμαστε για να Τον πάθουμε!

Και κάτι για όσους τυχόν ξεχνούν
και γεγονότα και
Αριθμούς
Βουνά
ταξίδια του Βυθού
Γεννήσεις πλοία του σκοτωμού
Μάγισσες του μεσημεριού
τα λόγια που οι ίδιοι είπαν μόλις χθες
τα βέλη που έριξαν χωρίς να φταις

το τέσσερα και το δεκάξι
τη Νύχτα που έχει πια Χαράξει
τ
α δυο αφτιά που φλέβισαν
τα δύο μάτια που έπρηξαν
τα δάκρυα και οι οθόνες
τους
Άνθρωπους και τους τελώνες
τους Δρόμους που έγιναν χελώνες
τους Κρόνους και την
Άγια Πέτρα
του Έρωτος την Άτρωτη Φαρέτρα

Κι από κοντά
κι από μακριά
κι από έξω
κι από μέσα
-αρκεί να έχεις λίγη μπέσα-

μονάχα με το Ολότροπο
του Κόσμου το Τραγούδι
παύει να κλώθει η Άτροπος
Ανθίζει το Λουλούδι
– λαγχάνει ο Λίθος
Πράσιν’ Ωραίο Χνούδι


Λοιπόν, για όσες και όσους φίλους ενδιαφέρονται, έχουμε και λέμε:
Σήμερα Παρασκευή, βρισκόμαστε έξω από το Ινστιτούτο Θερβάντες, οδός Μητροπόλεως 23, και ώρα 7.30, για την παράσταση «Cafe Cantante» (η οποία αρχίζει στις 8.00).
Μεθαύριο Κυριακή και την επόμενη Δευτέρα, βρισκόμαστε στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, οδός Φωκίωνος Νέγρη 42, το αργότερο μέχρι τις 9.10 μ.μ., για το τρίπτυχο πάνω στα έργα του Σάμουελ Μπέκετ.
Από την Τρίτη και μετά, το θέατρο των συναντήσεών μας μεταφέρεται για περίπου τρεις εβδομάδες στην Κρήτη (προσφέρεται και για μπάνια, τώρα πια), και βλέπουμε πάλι.
Όποια και όποιος ενδιαφέρεται για κοινή «έφοδο» στις αθηναϊκές παραστάσεις των τριών αυτών ημερών, μπορεί να μου τηλεφωνεί για συνεννόηση στο 6970.398.445.
Για τη σημερινή παράσταση στο Ινστιτούτο Θερβάντες, μου είναι εύκολο να βγάλω εισιτήρια για όποιον θέλει (κοστίζουν 15 ευρώ), αρκεί να μου το πει εγκαίρως.
Εννοείται πως εγώ θα είμαι διαθέσιμος και τις τρεις μέρες, αν όμως δεν υπάρξει ανταπόκριση από κανέναν, δεν πρόκειται να πηγαίνω ούτε εγώ, διότι ο χρόνος μου είναι πολύτιμος.

Ένα απέριττο ξημέρωμα, που ωστόσο τα είχε -σχεδόν- όλα!

Ιουνίου 11, 2010

Από το υπέροχο ξημέρωμα ετούτης της μέρας, κιόλας, η ψυχική μου κατάσταση ήταν θαυμάσια – κι ας έλειπε, για λίγο ακόμη, κάτι εξόχως σημαντικό… Ανάλογης διαθέσεως αναρτήσεις σκεφτόμουν να κάνω, λοιπόν.
Ήρθαν όμως τρία γεγονότα, σαν να ήταν σταλμένα για να χαλάσουν τη γενική μου ευφορία.

Το πρώτο, μου αποκάλυπτε την αληθινή, και απαίσια, κατάσταση ενός καλού παιδιού, το οποίο είναι ένα από τα πρώτα που γνώρισα εδώ. Πρόκειται για ένα παλληκάρι που, ενώ κανονικά έπρεπε να τελειώνει τώρα την τρίτη λυκείου, την επόμενη σχολική χρονιά θα πάει στην… πρώτη! Και, μόλις πήρα από τον ίδιο σήμερα αυτές τις πληροφορίες, ξαναήρθαν αμέσως στο νου μου οι ζοφερές εικόνες που αντίκρυσα απ’ τον Απρίλιο, κιόλας, σε κάποιους χώρους εδώ, με ό,τι αυτές φανερώνουν πανηγυρικά για τα απίστευτα χάλια του εκπαιδευτικού μας συστήματος, για τις ασυγχώρητες παραλείψεις των υπευθύνων του «ελληνικού» Υπουργείου «Παιδείας»…
Και μου έφεραν αυτές οι πληροφορίες, εν συνεχεία, στο νου ένα άλλο παιδί της δευτέρας λυκείου που επίσης έχω γνωρίσει εδώ από τον Απρίλιο, το οποίο υποτίθεται ότι έχει γλυτώσει από αυτά τα καταστρεπτικά μονοπάτια – μόνο που έχει μπλεχτεί σε άλλα, και μάλιστα κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση των μορφωμένων γονέων του!
Έτσι έχουν δυστυχώς, καλέ Εσύ, Εσύ, τα πράγματα με τα δύο πρώτα «παιδιά» μας. Ευτυχώς που μετά από αυτά προστέθηκαν δεκάδες άλλα. Δεν μπορεί να έχουν όλα κι από ένα ανάλογο βαρίδι να τα παγιδεύει και να τα βουλιάζει!
Κι εν συνεχεία, μόλις ήρθα το μεσημέρι στο ίντερνετ καφέ, ανακάλυψα «τυχαία» μερικές ανατριχιαστικές πληροφορίες για τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν, όταν οι μαθητές των γυμνασίων και λυκείων κάνουν καταλήψεις, με το πρόσχημα του αγώνα για μία καλύτερη εκπαίδευση…
Όλα αυτά, εννοείται, μέλλουν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστών αναρτήσεων, οι οποίες θα γίνουν εν ευθέτω χρόνω.

Το δεύτερο πράγμα που προσπάθησε να μου χαλάσει τη διάθεση, ήταν η διαπίστωσή μου πως εξαφανίστηκαν για δεύτερη φορά οι εικόνες που έχω ανεβάσει στο «THE HOLY MEETING IN THE GOLDEN ISLAND OF THE ETERNAL SUN OF LIFE». Έγραψα αμέσως ένα σχετικό σχόλιο εκεί, και επιφυλάσσομαι…
Πάει καιρός, ήδη, που έχω επισημάνει την κακόβουλη κι εγκληματική δράση ορισμένων υπανθρώπων μέσω του διαδικτύου, έχω αποδυθεί σε έναν αγώνα για να περιοριστεί, τουλάχιστον, αυτή η απαράδεκτη και πολύ επικίνδυνη κατάσταση, και διαπιστώνω με οδύνη μου πως οι καλοί φίλοι συνιστολόγοι που έχουν λάβει γνώση παραμένουν αδρανείς, θαρρείς και είναι κάτι που δεν τους αφορά καθόλου, κάτι που αποκλείεται να πλήξει κάποια στιγμή τους ίδιους. Και συνεχίζουν, οι περισσότεροι από αυτούς, να δημοσιεύουν ωραιότατα λεξιγραφήματα (από προσωπικές τους εμπειρίες μέχρι ποιήματα και διηγήματα) ως άλλοι αυτοϊκανοποιούμενοι νάρκισσοι, ή να βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σε αδιέξοδες έως ολέθριες ατομικές ομφαλοσκοπήσεις…
Εννοείται ότι κανέναν δεν θέλω να προσβάλω, αισθάνομαι όμως ότι δεν υπάρχει άλλη εποικοδομητική και αληθινά φιλική στάση, πέρα από τη στάση της καλοπροαίρετης αλήθειας – έστω και με τον κίνδυνο να έχω λάθος ή να υπερβάλλω σε σχέση με ορισμένους.

Το τρίτο συνέβη το απόγευμα, και αφορά τους μικρόψυχους κι αστείους χαρακτηρισμούς που έχουν σπεύσει να κάνουν μερικοί για το άτομό μου. Δεν πειράζει, ας είναι καλά, και ο χρόνος θα δείξει όλη την πραγματικότητα…

Μα δεν επρόκειτο, βέβαια, να άφηνα τα δυσάρεστα, πράγματι, αυτά γεγονότα να με κλονίσουν!
Ορίστε, λοιπόν, λίγα βίντεο που τράβηξα μόλις σήμερα στην Ιεράπετρα, έτσι, για να… σκάσει μονάχο του ό,τι θέλει να μας σκάσει!
Δυστυχώς, ένα βίντεο, που συμβαίνει να είναι και το καλύτερο, δεν μπορώ να το ανεβάσω τώρα, επειδή έχει υπερβεί τα δέκα λεπτά και η κυρία Youtube μας το απορρίπτει. Θα χρειαστεί να κάνουμε υπομονή για λίγες μέρες, έως ότου μπορέσω να το «πετσοκόψω» με ένα πρόγραμμα επεξεργασίας βίντεο, ώστε να τα ενσωματώσω σ’ ετούτην εδώ την ανάρτηση. Προς το παρόν βάζω αντί για αυτό -ώστε να είναι και τέσσερα…- ένα απογευματινό, με τον… κύριο «Καλημέρα!».




ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΩΣ –ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΩΣ– ΑΟΡΙΣΤΑ…

Ιουνίου 5, 2010

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Ακούσατε μια παράδοξη παράξενη ιστορία
για τον πατέρα με τη φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπατζήδες και της μηχανής του Τσεβελέκου σπαήδες
όσοι του πατρός ζητάτε τη γνώση, ακαμάτηδες και διακοναρέοι,
ωραίοι νέοι και του δεκάξι Φαρισαίοι.
Της Σμύρνης με τη Γαλλική σχολή σπουδαίοι
όσοι ακούτε με παλιές παρέες, όλοι εσείς που θέλετε γνώση
του πατέρα την ιστορία, όσοι για πατρίδες νύχτες μιλάτε τόσοι ανθρώποι,
γυναίκες παιδιά μια ιστορία λυρική παλιά, για φυσαρμόνικα και κάποιο πατέρα
για νύχτα και μέρα ακούσατε την ιστορία στον αέρα.

Στην αρχή ήταν οι τρεις χαλύβδινοι αιώνες
στου Μπαρτζελιώτη με καρεκλάκι οι Παρθενώνες
και μετά ήρθε η θάλασσα και μεσόγειος νησιά,
ο δρόμος με τη βρύση πέτρινη παλιά, παλιώσαν όλα μέσα σε μια νυχτιά.
Γέρασε η Ελένη για μια νυχτιά και το ’23 ήτανε αυτό που λες 1910, αποκοτιά!
Πηγάδια υπόγεια ποταμοί, με του νέγρου το μωρό στη φυλακή
οι Αταμάνοι οι Κοζάκοι οι παλιοί.

Μετά δύο τροχοί αλέθαν σιτάρι βροχή
με τη σιδερολαβή του πυρπολητή Κανάρη, έλειπε η σιδερένια γροθιά.
Του πατέρα το σπίτι πάνω σε καρφιά, δεν έκλαψε, δεν έκλαψε,
του Πόντου Άρη καθώς φεύγαν τα πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος για πρώτη φορά,
δε γύρισε δεν ήτανε πατέρας πια.

Ετούτο το ποίημα-γροθιά στο στομάχι ανήκει στον Μιχάλη Κατσαρό, και το αλίευσα στο ιστολόγιο του εξαίρετου Γιώργου Κεντρωτή.

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι δυνατός ξεκίνα πάλι

Θαρρώ πως είναι πια καιρός να βάλουμε στα κεφάλια και τις ψυχές μας μία στοιχειώδη τάξη, διότι περίσσεψαν η αταξία και η σύγχυση, ακόμα και μεταξύ των σπουδαιοτέρων εξ ημών, γεγονός το οποίο θα έχει καταστρεπτικότατες συνέπειες εάν δεν το αντιληφθούμε και δεν το καταστείλουμε στο διάβολο απ’ όπου προέρχεται το συντομότερο δυνατόν.
Θα χρειαστεί να διαθέσετε κάποιον παραπάνω χρόνο, να επιστρατεύσετε τις δυνάμεις και την αντοχή σας, διότι αυτή η ανάρτηση, σε μια στιγμή αμεριμνησίας και απερισκεψίας της, ξαπλώθηκε στην κλίνη του Προκρούστη και ξεχείλωσε πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει ένα… μακρύ ζεϊμπέκικο.

Μας έφτασαν στο σημείο να μιλάμε για τον Επίκουρο απαξιωτικά,
όπως το έχουν κατορθώσει και για τους Κυνικούς,
όπως και για τον συκοφάντη,
όπως και για την αγαθότητα,
όπως και για τον έρωτα,
όπως ακριβώς και γι’ αμέτρητα ακόμη ανθρώπινα, αληθινά, ωραία και μέγιστα
–κι ελληνικά!– μπόρεσαν –λόγω του δικού μας λήθ-αργου– στη θέση τους να βάλουνε
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Μεγάλα όμως είναι, ευτυχώς, μα μέγιστα ουδέποτε
– άρα η νίκη των ερπετών δεν θα έρθει ουδεπώποτε.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά,
αφού τα ψεύτικα είναι εξ ορισμού ασυγκρίτως πιο μικρά από τ’ αληθινά
– αφού τα ψεύτικα είναι ανύπαρκτα ενώ είναι υπαρκτά τ’ αληθινά;
Και πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να σταθεί το διαβολικό οικοδόμημα
που ως μοναδικά θεμέλια και σκέλεθρά του έχει
ανυπόστατες δοξασίες και γεγονότα
–κι όμως αληθινά, πάλι εξαιτίας του δικού μας λήθαργου!–,
κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου με τα μηδενικά υλικά του ψεύδους;

Ύστερα, έχουν μπολιάσει με έναν τόσο βαθύ και αποτελεσματικό διχασμό το πνευματικό μας στοιχείο, ώστε να είμαστε σχεδόν όλοι σχιζοφρενείς, είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Και αυτή η κατάσταση ολοένα παροξύνεται, και ολοένα νομίζουμε πως είναι η φυσική μας, και ολοένα περισσότερο μας αρέσει και δεν ανεχόμαστε μύγα στο σπαθί μας όταν κανείς «τρελός» ή «ανάγωγος» τολμήσει να μας τη θίξει…

Έτσι, μέσα στον καθένα μας συμβιώνουν δύο άνθρωποι – δύο άσπονδοι εχθροί: εκείνος ο εαυτός μας που έχει μέσα του τη θεϊκή ουσία, ο ένθεος, και ο οποίος μπορεί να κάνει τα πάντα απ’ το τίποτα, κι εκείνος ο άρρωστος που νομίζει ότι ενθουσιάζεται, ενώ στην πραγματικότητα γητεύεται σαν μικρό παιδάκι με την οποιαδήποτε μπαρούφα θα του πετάξουν οι δολιότατοι «δάσκαλοι» που έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας κάνουν «ανθρώπους», και ο οποίος, κατά συνέπεια, γίνεται πανεύκολα και χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί μαριονέτα στα χέρια τους, στην υπηρεσία των ολέθριων επιδιώξεων αυτών των «δασκάλων».
Πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι θετικό από αυτή την αδιάκοπη κι ανελέητη μάχη εντός μας, όταν η θετική και δημιουργική πλευρά του εαυτού μας έχει γίνει ένας πειθήνιος δούλος της βλακώδους άλλης πλευράς μας, η οποία, με τη σειρά της, υπακούει χωρίς καμμία αντίρρηση σε ό,τι την προστάζουν οι αφανείς χειραγωγοί και οδηγοί της ανθρωπότητας στην άβυσσο;
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε μία μέρα από αυτή την κόλαση, πώς είναι δυνατόν να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο, εφόσον εμείς οι ίδιοι αρνούμαστε να κοιτάξουμε σοβαρά μέσα μας, ώστε να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να πάρουμε τις απαραίτητες γενναίες αποφάσεις;

Μωρών μεγάλων μάστορες
που τον μπαμπά μιμούνται
ανθρώπωνε χάλαστορες
δίχως ν’ απολογούνται

Μωρών μεγάλων μπόλιασμα
με ιδέες και με κουσούρια
φαρμακευτών το σκεύασμα
σε ανήλιαγα αχούρια

Μωρών μεγάλων μέντορες
τυφλοί ημιονηγοί
αρμαγεδδόνων πράκτορες
ζόφου υποταγή

Μωρών μεγάλων μάλωμα
κι ο διαιτητής στη μέση
Έριδος το ξεφάντωμα
στα όρνια έχει φέξει

Μωρών μεγάλων κάρφωμα
που μοιάζει με παιχνίδι
των ίδιωνε το σταύρωμα
στου Χάρου το στασίδι

Μωρών μεγάλων μάγεμα
πάντα που βρίσκει στόχο
αρχίζει μ’ ένα χάιδεμα
τελειώνει μ’ ένα ρόγχο

Μωρών μεγάλων μέρισμα
χιλιοανειλημμένο
πανούργων το μηχάνευμα
νομίμως θεσπισμένο

Μωρών μεγάλων μάδημα
για το κοινό συμφέρον
της NASA το κομπόδεμα
κι όλων των συνεταίρων

Μωρών μεγάλων Μέδουσα
σε Βίβλους θεριεμένη
Εγώ είμαι η Μέλισσα
που σ’ έχω σκοτωμένη!

Μωρών μεγάλων μάτιασμα
από κανένα μάτι
Κίρκης κακό ξελόγιασμα
σε είχα μεγάλο άχτι!

Να μία συνηθέσταση όψη αυτής της σχιζοφρένειας που μας κατατρέχει: Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε πλήρως το σήμερα, αλλά και να αφεθούμε –σαν τα σοφά ποτάμια που ξέρουν πάντα να καταλήγουν στην παμφιλόξενη γαλάζια αγκαλιά της θάλασσας–, να διασκορπιστούμε στο αιώνιο, να γίνουμε ατμός, άτομα, αταμάνοι, να δυναμοποιηθούμε όπως ακριβώς οι ουσίες των ομοιοπαθητικών φαρμάκων! Και πολύ σωστά το επιθυμούμε!
Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε, και το μόνο που κατορθώνουμε είναι να παρακολουθούμε, ανήμποροι εθισμένοι θεατές, την τραγωδία της ζωής μας, για την οποία, επί πλέον, πληρώνουμε άλλους για να μας την παίζουν, και να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο σε φρούδες και πολλαπλώς βλαβερές Ολυμπιάδες!

Μωρών μεγάλων μόρφωμα
στη στρούγκα μαντρωμένο
του σπίρτου παρανάλωμα
που σου ’χουν αναμμένο

Μωρών μεγάλων τσάκωμα
για τρίχες και γι’ αρχίδια
άλλων αρτοβουτύρωμα
στα βρομερά παιχνίδια

Μωρών μεγάλων μέτρημα
μόνιμα στο περίπου
για πλάκα είσαι το ψάρεμα
μέσα σε απάτη μύθου

Μωρών μεγάλων μάθημα
γνώση πολλή αποδίδει
στο μαύρο συναπάντημα
και μαθητές κοιμίζει

Μωρών μεγάλων μάγειροι
τη σούπα ανακατεύουν
έρχοντ’ οι καλικάντζαροι
κι οι ηλίθιοι χωρατεύουν

Μωρών μεγάλων δίδαγμα
ποτέ αφομοιωμένο
τη μια είναι ψύλλου πήδημα
την άλλη φουσκωμένο

Μωρών μεγάλων μάγουλο
χιλιοχαστουκισμένο
υπόληψης το σούργελο
καταξεφτιλισμένο

Μωρών μεγάλων μόνοιασμα
που σεβασμό αξιώνει
κέρμα χωρίς αντάλλαγμα
σαβούρα που πληγώνει

Μωρών μεγάλων μοίρασμα
χιλιοανακατεμένο
ποιας τράπουλας το απόβρασμα
σ’ έχει φυλακισμένο;

Μωρών μεγάλων ένωση
(σ)κορακοφαγωμένη
καινούργια πιάσε άρμοση
γενού ολοκληρωμένη!

Μα δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να το καταφέρουμε, εφόσον εξακολουθούμε να λειτουργούμε βάσει της διχαστικής σχιζοειδούς λογικής, η οποία θέλει και μπορεί να διογκώνει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε όλα τα φαινομενικώς αντίθετα πράγματα!
Τι είπα; «Φαινομενικώς αντίθετα»; Μάλιστα! Φαινομενικές είναι αυτές οι αντιθέσεις, φαινομενική και η εναντίωση των δύο εαυτών μας!
Μα, εάν είναι έτσι, γιατί διογκώνονται συνεχώς αυτές οι διαφορές; Διότι, απλούστατα, εμείς δεν καταπιανόμαστε, σοβαρά και αποφασιστικά, να ορίσουμε τις φαινομενικώς αόριστες συντεταγμένες αυτών των «αντιθέτων» στοιχείων, να αυτοκαθοριστούμε, δηλαδή, με αποτέλεσμα να μας ορίζουν άλλοι και να μας κάνουν, την κάθε στιγμή που περνάει, νεκροζώντανους! Προτιμούμε ασυζητητί να είμαστε θλιβερές κουρελούδες που απαρτίζονται από αμέτρητα ξένα κομμάτια, παρά να πιάσουμε να ξεθάψουμε τις καταδικές μας φορεσιές, να τις παστρέψουμε, να τις σιδερώσουμε και να τις βάλουμε πάνω μας γελαστοί και περήφανοι. Μας έχουν διαποτίσει, βλέπετε, με το σύνδρομο του αυτοϋποβιβασμού και με τη μανία να θαυμάζουμε τις αλλότριες γελοιότητες, οπότε αισθανόμαστε την ακατανίκητη ανάγκη να τις ενδυθούμε, πετώντας τις δικά μας περγαμηνές στον κάλαθο των αχρήστων.
Και ας μη μου πει κανένας, παρακαλώ πολύ, ότι αυτό δεν αποτελεί αψευδέστατη απόδειξη ανωριμότητας και, πολύ περισσότερο, ανελευθερίας!

Μα, έστω κι αν αυτά αληθεύουν, δεν είναι και πάλι σοφό να προσαρμοζόμαστε και να μην πηγαίνουμε κόντρα στους ισχυρούς, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους όλα τα μέσα για να διοχετεύουν στην κοινωνία νοοτροπίες και πρότυπα μαζικής κατανάλωσης, αλλά και για να βάζουν στη θέση του οποιονδήποτε τολμήσει να επιλέξει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τον κυρίαρχο; Με άλλα λόγια, δεν είναι βαρύτατο το τίμημα που θ’ αναγκαστεί να πληρώσει ο κάθε ασυμβίβαστος; Κι ακόμα, δεν είναι από χέρι χαμένη μία τέτοια μάχη;
ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΧΙ!
Όλα αυτά δεν είναι παρά οι βολικές δικαιολογίες ώστε να παραμένουμε μια ζωή σκυμμένοι και παραιτημένοι, να βυθιζόμαστε αδιάκοπα σε μία δυσχερέστερη κι επαχθέστερη κατάσταση! Για να μην μπούμε στην –αληθινή– περιπέτεια ν’ αναζητήσουμε και γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αυτοκαθοριστούμε σύμφωνα με τις γνήσιες δικές μας αξίες και ανάγκες! Και αυτές οι δικαιολογίες δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να ανατροφοδοτούν την απατηλή εντύπωση ότι οι τέτοιου είδους απόπειρες είναι καταδικασμένες σε οικτρή αποτυχία και τεράστια φθορά, φθορά η οποία ισοδυναμεί με το τίμημα που τόσο άδικα έχουν πληρώσει μερικοί αμετανόητα ρομαντικοί! Έτσι, στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο φόβητρο του κολοσσιαίου τιμήματος.

Εάν όμως ριχτούμε στον ωραίο αυτόν αγώνα με πίστη κι αποφασιστικότητα, σύντομα θα διαπιστώσουμε πως οι μεν δυνάμεις και ικανότητές μας αυξάνονται, οι δε δυσκολίες και θυσίες χάνουν διαρκώς σε βαρύτητα και δυσμενείς επιπτώσεις για εμάς.
Και, βέβαια, η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται πάρα πολύ όταν έχουμε δίπλα μας και άλλους συναγωνιστές και δεν είμαστε μόνοι σαν την καλαμιά στον κάμπο, η οποία κινδυνεύει να σωριαστεί κάτω από το πρώτο πέρασμα ενός άγριου θηρίου. Η δε ανεύρεση κι άλλων αποφασισμένων επίδοξων ανθρώπων διευκολύνεται πάρα πολύ από τη στιγμή που ο καθένας από εμάς θα πιστέψει στον εαυτό του (εδώ, εννοώ πίστη θεμελιωμένη σε σωστές βάσεις, όχι στην αλαζονεία και την υπερβολή). Διότι τότε, πια, συνειδητοποιείς αυτόματα ότι δεν μπορεί να είσαι μόνον εσύ και κανένας άλλος ο σωστός, ο ειλικρινής, ο έντιμος, ο συνεπής, ο υπεύθυνος! Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα – διότι, αν δεν υπήρχαν, τότε η δική σου ζωή θα ήταν παντελώς αβίωτη και η μόνη επιλογή που θα σου έμενε, εφόσον ήθελες να μην αυταπατάσαι, θα ήταν η αυτοκτονία!
Άπαξ, δε, και φτάσουμε στο σημείο να αυτοκαθοριστούμε, να γίνουμε δηλαδή ο εαυτός μας αποτινάζοντας τα επίκτητα καρκινώματα, έχουμε κατακτήσει –εκτός όλων των άλλων ικανοτήτων και δυνάμεων, όπως είναι η ευστροφία, η μεγάλη παρατηρητικότητα, η ευκολία να συγκεντρωνόμαστε, η ταχύτατη αντίληψη των παγίδων που πάνε να μας στήσουν μερικοί-μερικοί, η ικανότητα να συνδυάζουμε πολλές πληροφορίες και να κάνουμε πολλά πράγματα συγχρόνως, η διαρκώς αυξανόμενη αντοχή κ.ά.– και κάποια πράγματα που σιγά-σιγά γίνονται τα πιο ισχυρά μας όπλα, και τα οποία δεν θα μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε όσο παραμέναμε ηττοπαθείς, μεμψίμοιροι και αδρανείς. Ένα τέτοιο είναι η εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνουμε τις αρχικές μας αποτυχίες σε θριάμβους –και μάλιστα θριάμβους χωρίς να υπάρχει κανένας ηττημένος από την άλλη πλευρά!–, να μετατρέπουμε σε αληθινούς φίλους και συναγωνιστές εκείνους που μας εναντιώνονται όταν μας πρωτογνωρίζουν ή όταν διαπιστώνουν την «αλλαγή πλεύσεώς» μας, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μέσα σε πολύ μικρό διάστημα περιστοιχισμένοι από ένα σωρό πιστούς συντρόφους, τόσους και τέτοιους που δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ούτε σε χίλια χρόνια με τη «δοκιμασμένη» νοοτροπία και στάση ζωής!

Αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο απίστευτο, είναι η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ που αρχίζει και μας συμβαίνει λίγο-λίγο, και η οποία πυκνώνει κι εντείνεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας στο σημείο να μας φιλοδωρεί με πράγματα που η φαντασία μας δεν είχε λαχταρήσει ούτε στις πιο αχαλίνωτες στιγμές της! Βλέπουμε τότε να μας λύνονται σαν από μόνα τους, δηλαδή από ανθρώπους ή γεγονότα που ποτέ δεν είχαμε υπολογίσει επάνω τους, προβλήματα που εμείς αδυνατούσαμε να λύσουμε παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, ή ακόμα και πριν εμείς συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξή τους, βλέπουμε να μας δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα ακόμη αδιαμόρφωτα μέσα στο μυαλό μας, να φεύγουν από τη μέση υποχρεώσεις και δουλειές χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό και να βρίσκεται έτσι ο αναγκαίος χρόνος ώστε ν’ αφοσιωνόμαστε στο πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να κάνουμε τότε, και πολλά άλλα παρόμοια. Επίσης, βλέπουμε τη φυσική κατάσταση του οργανισμού μας να μεταμορφώνεται, να σφύζει από υγεία και ρώμη, καθόσον τώρα το πανίσχυρο στοιχείο του ψυχισμού μας λειτουργεί προς όφελος και όχι προς ζημία μας. Και, τέλος, βλέπουμε, εκεί που περπατάμε στο δρόμο νηφάλιοι, χαρούμενοι και συγκροτημένοι, να μπλέκονται απ’ το πουθενά στα βήματά μας ένα σωρό ευπρόσδεκτα και υπέροχα πράγματα, που βοηθάνε σημαντικά τη θετική εξέλιξη των υποθέσεών μας και μας γεμίζουν με μιαν άφατη αγαλλίαση και έναν ακατανίκητο θαυμασμό, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από τη χαμένη παιδική μας αθωότητα και την ικανότητα να βλέπουμε το ίδιο πράγμα σαν να το βλέπουμε για πρώτη φορά – τίποτε άλλο από τον ίδιο τον παράδεισο που όλοι μάς λένε πως έχει χαθεί ανεπιστρεπτί!

Για να φτάσουμε όμως στο σημείο να κάνουμε τη μαγεία στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, χρειάζεται οπωσδήποτε να αποβάλουμε το άγχος και τη βιασύνη, τα οποία μόνο σε εσφαλμένες και πανικόβλητες ενέργειες μας οδηγούν, και μόνο τους δυνάστες και τους εχθρούς μας ευνοούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πάντα ήρεμοι, να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας ακόμα και τις ώρες των μεγάλων εντάσεων με τους συνανθρώπους μας, και να μην επιδιώκουμε εκβιαστικά να γίνεται αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας, είτε πρόκειται για μια μελλοντική επιδίωξή μας, είτε για ένα πρόγραμμα ή ένα πραγματικά σοβαρό, ακόμα και επείγον, ζήτημα της επόμενης ώρας. Πρέπει, δηλαδή, να μπορούμε να αφηνόμαστε σε αυτά που μας φέρνει η ζωή την κάθε μέρα ή το κάθε λεπτό· όχι να αποφεύγουμε, αλλά να παρασυρόμαστε πρόθυμα στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων, όπως είναι η ανάγκη να παρατήσουμε αυτό που κάνουμε και να τρέξουμε για να συμπαρασταθούμε σε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, να μην αρνηθούμε στον σύντροφό ή τους φίλους μας μία έξοδο επειδή αυτό με το οποίο καταγινόμαστε είναι πιο ενδιαφέρον, κ.λπ.

Κι όταν πια φτάνει η ευλογημένη εκείνη ώρα που φτάνουμε στον υψηλό μας στόχο, βλέπουμε πως η αξία του τιμήματος που πληρώσαμε έχει πέσει σαν τις μετοχές – και μάλιστα πολύ περισσότερο από όσο πέφτουν αυτές: έχει γίνει μηδενική, ενώ συγχρόνως το επίτευγμα για το οποίο παλέψαμε έχει καταξιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία μας!

ΜΙΑ ΦΟΥΣΚΑ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΕΝΑ ΑΠΟΣΤΗΜΑ ΛΟΓΩ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΟΛΥΝΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ, ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ!
ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ ΚΑΡΦΙΤΣΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΥΟ ΜΑΣ ΔΑΧΤΥΛΑ, ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ!

Βάζω πάλι το ίδιο τραγούδι με άλλο –εξαιρετικό– βίντεο, μήπως κι εμπεδώσουμε κάποτε την ΑΛΗΘΕΙΑ του.

Βάζω πάλι και το άλλο τραγούδι, επειδή έχει υπότιτλους οι οποίοι μας υποδεικνύουν με αρκετή ακρίβεια ποιος είναι ο ένας από τους δύο εαυτούς μας.


Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι
συνετός ξεκίνα πάλι

Κι ήταν ο θάνατος μακρύς
αλλά πεπερασμένος

γιατί η Ζωή είναι το άπειρο
κι όχι ο εσφιγμένος

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ!!


Κάνετε, σας παρακαλώ πολύ, και ένα κλικ στο βελάκι που βρίσκεται αριστερά από τον αριθμό προβολών αυτού του βίντεο, να διαβάσετε τα εξόχως ενδιαφέροντα –και άλλο τόσο σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί σ’ ετούτη την ανάρτηση– τα οποία υπάρχουν εκεί χάρη στην έξοχη Kirkh70.
Επιμένω να μπουν στον κόπο ιδίως όλοι οι καλοί, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, προκειμένου να δουν πώς ο Μιχάλης Κατσαρός εννοούσε την ποίηση όχι ως μία απονεκρωμένη και προσοδοφόρα (είτε σε «δόξα», είτε σε χρήμα) λογοτεχνική δραστηριότητα, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως «ποίησις» – βιώνοντάς την, δηλαδή, και κάνοντάς την πυξίδα της ζωής του και καθημερινή πράξη. Αυτή είναι και η δική μου προσέγγιση της ποίησης, και θεωρώ πως εκείνη η ποίηση που έχει απογυμνωθεί από ετούτη την κύρια διάστασή της «δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε» – για να θυμηθούμε λιγάκι και τον πολύ κύριο Χάρη Βλαβιανό, με τις «σύγχρονες» απόψεις του, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αυτή που δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε είναι η στρατευμένη ποίηση…
Εάν, μάλιστα, μπείτε και στον πρόσθετο κόπο να διαβάσετε και τα σχόλια που υπάρχουν κάτω από το «Αντισταθείτε», πολλούς άλλους ανθρώπους να συμφωνούν μαζί μου θα δείτε!

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΩΡΙΜΗ ΠΑΝΩΡΙΑ
ΜΑΡΙΝΑ ΜΟΥ,

ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΕΤΟΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΕΡΑΣΩ ΑΠΟ ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΑΞΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ!!



Πουλημένη γυφτοπούλα

Ιουνίου 3, 2010


Το ποίημα που ακολουθεί αφιερώνεται στους τέσσερεις Μιχαλιούς που έχω γνωρίσει στην Κρήτη, και με τους οποίους έχω ήδη επικοινωνήσει τόσο βαθιά, όσο δεν έχω μπορέσει να το πετύχω με πολλούς άλλους παρ’ όλο που το προσπαθώ δεκαετίες ολόκληρες. Έτσι ευανάγνωστα που μου επέτρεψαν να κάνω σ’ αυτούς τα σωθικά μου, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούν μία αληθινή Αγία Τριάδα plus one, εάν δεν υπερτερούσε μέσα σ’ αυτήν τόσο πολύ το αρσενικό στοιχείο!…

Θέλω και από εδώ, λοιπόν, να τους πω ένα απέραντο, όσο και φτωχό ακόμη,

Ε Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ ΩΕ Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ ΩΕ Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ Ω.

Μια γυφτοπούλα είμαι αδικημένη
μια ομορφιά πτερόεσσα που κελαηδεί
πάνου στα σίδερα όμως καρφωμένη
– φτιασιδωμένη ανόητα καλλονή

Οι λέοντες με τρώνε με σπαράζουν
ολόγυρα τα στίφη θαμπωμένα αλαλάζουν
οι μπάτσοι κυνηγούν με κι άγρια κράζουν
της μοίρας μου τα βρόχια με ρημάζουν

Μια γυφτοπούλα είμαι πουλημένη
στου Χάρου το παζάρι το φτηνό
γιατί έτσι το επιθύμησ’ η ειμαρμένη
– ν’ αντισταθώ νιονιό δεν έχω εγώ

Τα σύννεφα με βρέχουν με μουσκεύουν
οι καύσωνες τη σάρκα μου σμιλεύουν
θάλασσας έλικες επάνω μου χορεύουν
οι αέρηδες με βλέπουν κι αγριεύουν

♣♣ ♣♣

Μια γυφτοπούλα είμαι προικισμένη
που ελεημοσύνη κάνει πως ζητεί
αφ’ υψηλού γελάνε οι τυφλωμένοι
μα στα κρυφά εκεί γιορτάζει η Ζωή
η πεμπτουσία που είναι εγώ κι εσύ

Σας έχω στη συνέχεια ένα αξέχαστο τραγούδι με τον ίδιο τίτλο, εκτελεσμένο από τον… θηλυκό -και κάθε άλλο παρά έκπτωτο…- βασιλιά που φέρει το όνομα Κάρολος.

Εάν επιθυμείτε να απολαύσετε το υπέροχο αυτό κομμάτι ζευγαροεκτελεσμένο από την εν λόγω Άνασσα και τον πιστό τροβαδούρο της, ο οποίος μάλιστα δεν σταματάει ούτε στιγμή να… κόβει και να ράβει, κάντε ένα απλό κλικ εδώ.

Κι εγώ, τώρα, σας φιλώ όλες και όλους, κάπου εδώ!…

Κι αύριο έχει ο μήνας τέσσερεις, ημέρα Παρασκευή!…
Μου μένουνε πια, ύστερα, μέρες μία και μία!!

ΟΛΟΙ ΑΠΟΨΕ ΣΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ!!

Μαΐου 31, 2010

Κανένας δεν πρέπει να λείψει απόψε από τη συγκέντωση διαμαρτυρίας έξω από την πρεσβεία των προαιώνιων Εχθρών της Ζωής, στη συμβολική*, έστω, διαμαρτυρία για το νέο Έγκλημα που αυτοί διέπραξαν κατά της Ανθρωπότητας, ετούτη τη φορά εναντίον αμάχων Ανθρώπων οι οποίοι αποφάσισαν να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους προκειμένου να βοηθήσουν τους εδώ και χρόνια αποκλεισμένους Παλαιστίνιους αδελφούς μας.

Εξ αφορμής της σημερινής μας διαμαρτυρίας, θα πρέπει να αρχίσουμε και μία συστηματική καταγγελία, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, αυτής της πιο τερατώδους προπαγανδιστικής μηχανής που έχει γνωρίσει ποτέ ο πλανήτης μας, προκειμένου να την εξουδετερώσουμε, επιτέλους, στο ορατό μέλλον. Δεν επιτρέπεται ν’ αφήνουμε τους εγκληματίες Σιωνιστές, οι οποίοι εξοντώνουν μεθοδικά και ανεμπόδιστα τον παλαιστινιακό λαό, να παρουσιάζονται στη διεθνή κοινή γνώμη ως προστάτες των ελευθεριών τους, οι οποίοι δήθεν κόπτονται για να τους απαλλάξουν από τους «δυνάστες» της Χαμάς (λες και ήταν άλλος λαός αυτός που ανέδειξε με την ψήφο του τη Χαμάς, και όχι ο παλαιστινιακός!). Εάν θέλετε ένα παράδειγμα αυτής της άνανδρης ισραηλινής τακτικής, δείτε το βίντεο σε αυτή την είδηση του in.gr, ν’ ακούσετε πώς το λέει ανερυθρίαστα ο Ισραηλινός εκπρόσωπος.

Αλλά η διαμαρτυρία μας δεν πρέπει να περιοριστεί μόνον εναντίον των Ισραηλινών δολοφόνων. Επιβάλλεται να καταδικάσουμε και όλους τους δυτικούς, και λοιπούς, «ηγέτες»-υπηρέτες των Σιωνιστών, οι οποίοι, όταν δεν συμπράττουν απροκάλυπτα μαζί τους, τους προσφέρουν από τα παρασκήνια την απαραίτητη νομική και πολιτική κάλυψη, ώστε να μπορούν αυτοί να συνεχίζουν ανενόχλητοι το ολέθριο έργο τους.
Πρώτοι και καλύτεροι σε αυτό το «θεάρεστο» έργο είναι, φυσικά, οι «δημοκράτες» Αμερικανοί επίσημοι, οι οποίοι, αφού εξέφρασαν τη «βαθύτατη λύπη» (διάβαζε: άφατη αγαλλίασή) τους για τη δολοφονία των αθώων ακτιβιστών, συμπλήρωσαν ότι «οι ΗΠΑ εργάζονται αυτή τη στιγμή για την κατανόηση των συνθηκών που περιβάλλουν αυτή την τραγωδία». Ποιες συνθήκες έχετε ανάγκη να κατανοήσετε, βρε καθάρματα; Αυτές που εσείς οι ίδιοι διαμορφώνετε, χρόνια και χρόνια πριν, με την πολιτική και στρατιωτική ισχύ σας;
Ακολουθούν κατά πόδας οι «Ευρωπαίοι ηγέτες», με πρώτους και καλύτερους, επί των ημερών μας, τον μπασταρδοεβραίο Σαρκοζί και τη χειρότερη κι από τους άντρες γυναίκα (;) Μέρκελ. «Δυσανάλογη» χαρακτήρισαν τη βία που άσκησαν οι Σιωνιστές εργοδότες τους (λες και υπάρχει πουθενά, στην κολασμένη κοινωνία που μας έχουν επιβάλει, «ανάλογη» βία), και αποσιωπώντας πλήρως το ότι οι Ισραηλινοί ήταν αυτοί που επιτέθηκαν!
Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι, οι οποίοι κάνουν στους Σιωνιστές πλάτες με αφανή τρόπο. Μιλάω για τους Ρώσους, τους Κινέζους κ.λπ., κι εύχομαι ειλικρινά να σφάλλω σε αυτή μου την εκτίμηση…

*Χαρακτήρισα την αποψινή διαμαρτυρία συμβολική, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι τέτοια θα είναι ως προς το πρακτικό της αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, τη θεωρώ εντελώς ανεπαρκή και αδύναμη να επιφέρει μία ουσιώδη αλλαγή στην απάνθρωπη πολιτική των Σιωνιστών και, κατ’ επέκτασιν, στην τραγική κατάσταση που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι.
Αρκεί να σκεφτούμε το μηδενικό θετικό αποτέλεσμα που επέφερε η δίκαιη αγανάκτηση και διαμαρτυρία τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο το 2003, όταν οι Αμερικανοί «απελευθερωτές» που ομνύουν στα εβραϊκής εμπνεύσεως Οστά και Κρανία ισοπέδωναν τη Βαγδάτη και καταδίκαζαν τον ιρακινό λαό σε αυτή την πολυετή αιμορραγία κι εξαθλίωση.
Καλή και άγια η αγανάκτησή μας, φίλοι και αδελφοί, αλλά θα πρέπει να είμαστε άκρως αυστηροί, πρώτα και κύρια απέναντι στους εαυτούς μας: Για τους περισσότερους από τους αμέτρητους διαδηλωτές του 2003, η συμμετοχή σ’ εκείνες τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας δεν ήταν παρά μία πολύ βολική διέξοδος, προκειμένου να τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους κι έτσι να μπορούν να επιστρέψουν ήρεμοι κι ωραίοι στην καθημερινότητά τους, η οποία είναι συνένοχη μ’ εκείνους που οι ίδιοι καταδίκαζαν στις διαδηλώσεις. Θέλω να πω, ότι χρειάζονται πλέον άλλες μέθοδοι αντίδρασης, ρηξικέλευθες κι ευφάνταστες, οι οποίες να βάζουν σιγά-σιγά, αλλά πραγματικά και με τρόπο που να μην τους αφήνουν δυνατότητες ανασυγκρότησης κι αντίδρασης, στο περιθώριο όλους τους Εχθρούς της Ανθρωπότητας, της Ζωής και της Γης μας (αυτά τα τρία τελευταία είναι «πακέτο τρία σε ένα»). Και αυτές οι μέθοδοι, κατά την γνώμη μου, δεν είναι παρά οι κινήσεις εκείνες, οι οποίες θα δημιουργήσουν μία κανονική και πλήρη κοινωνία έξω από αυτή την κολασμένη που μας έχουν επιβάλει ετούτοι οι ορκισμένοι εχθροί και ολετήρες μας· οι κινήσεις εκείνες, δηλαδή, που θα επιφέρουν την αναπόδραστη αφαίρεση του εδάφους κάτω από τα πόδια τους. Διότι αυτοί εξαρτώνται από εμάς και όχι εμείς από αυτούς! Εμείς οι πάμπολλοι άνθρωποι είμαστε οι ικανοί και ισχυροί, ενώ αυτοί οι ελάχιστοι είναι οι ακαμάτηδες, οι ανήμποροι, οι παράσιτοι αδύναμοι, που θα εξαφανιστούν εν μιά νυκτί άπαξ και το αντιληφθούμε και το αποφασίσουμε εμείς! Αρκετά πια και με αυτές τις σατανικές αντιστροφές των πραγματικών εννοιών, οι οποίες είναι τα μεγαλύτερα όπλα για την παγκόσμια επικράτησή τους!
Ξέρω πολύ καλά ότι δεν πρόκειται για καθόλου εύκολη υπόθεση, και ότι, για να τελεσφορήσει, θα απαιτήσει πάρα πολλές θυσίες εκ μέρους μας. Είναι όμως πολύ προτιμότερο να αποδεχθούμε και αναλάβουμε οικειοθελώς αυτές τις θυσίες, παρά να εξαναγκαζόμαστε σε ολοένα και χειρότερες θυσίες στον βωμό του ακόρεστου και ολοένα πιο αδηφάγου Μολώχ. Πρόκειται για απλή λογική: Το τίμημα που εμείς θ’ αποφασίσουμε αυτοβούλως να πληρώσουμε σήμερα, θα είναι ασυγκρίτως πιο μικρό από εκείνο που θα μας σύρουν διαρκώς να πληρώνουμε εκείνοι, και του οποίου η μαθηματική τελική κατάληξη θα είναι ο ολοκληρωτικές αφανισμός μας. Αφήστε που, μετά την πρώτη δύσκολη περίοδο προσαρμογής στις νέες συνθήκες που θα έχουμε αποφασίσει μόνοι μας, θα διαπιστώσουμε κατάπληκτοι ότι…

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΥΜΕ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!!…

…και θα αναφωνήσουμε, πανευτυχείς:

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ!!