Posts Tagged ‘Σκέψεις’

Η περιπέτειά μου στην Ιεράπετρα, με την ενοικίαση σπιτιού

Ιουλίου 8, 2010

Είχε ο περασμένος Μάιος τέσσερεις, όταν ενοικίασα σπίτι στην Ιεράπετρα, έξω από την κυρίως πόλη. Ανήκε σε μία χαροκαμένη κυρία, η οποία μου δημιούργησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Της έδωσα αμέσως προκαταβολή, κι εκείνη μου είπε: «Δέσαμε, ε;» «Φυσικά και δέσαμε!» της απάντησα εγώ.
Μετά από τρεις μέρες, μου είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να ξοδεύομαι στο ξενοδοχείο. «Έλα από τώρα να κοιμάσαι εδώ. Θα σου δώσω εγώ καθαρά σεντόνια». Έτσι, την επομένη το μεσημέρι ήρθε με το αυτοκίνητό της να με πάρει από το κέντρο της πόλης, και με ανέβασε στο σπίτι. Εκεί, σε μία πυλωτή που υπάρχει δίπλα, είχα ανεβάσει εγώ με ταξί, από την προηγούμενη μέρα, διάφορα πράγματα που είχα είχα βρει και τα οποία πετούσαν τότε από το ίντερνετ καφέ «City», επειδή μεταφερόταν σε άλλο χώρο. Ήταν όλα χρήσιμα, ή τουλάχιστον κατάλληλα για διακόσμηση, και ανάμεσά τους υπήρχαν πολλά καλά βιβλία, σχεδόν ανέπαφα. Όταν τα είδε αυτά η σπιτονοικοκυρά, μου είπε: «Θα μου γεμίσεις το σπίτι με σκουπίδια, ρε Θανάση;» Δείτε σ’ αυτά τα σύντομα βίντεο του λόγου της το αληθές.


Όταν, μετά από δυο-τρεις ακόμα μέρες, έφερε μια συζήτησή μας το θέμα του συμβολαίου, εκείνη μου είπε: «Είναι ανάγκη να κάνουμε συμβόλαιο, μωρέ; Εμείς εδώ έχουμε λόγο!» «Κι εγώ έχω λόγο», της είπα, συμπληρώνοντας ότι έπρεπε να το σκεφτώ αν θα μπορούσα να μείνω χωρίς να έχω συμβόλαιο. Το σκέφτηκα, λοιπόν, και ήμουν έτοιμος να της πω, τη Δευτέρα 10 Μαΐου, ότι δεχόμουν να μείνω χωρίς συμβόλαιο· είχα εκτιμήσει, βλέπετε, την εμπιστοσύνη που θεώρησα πως μου έδειχνε, αφού ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μπαίνει σε μεγαλύτερο κίνδυνο αν κάνει ενοικίαση χωρίς συμβόλαιο. Ωστόσο, ήθελα οπωσδήποτε να έχω στα χέρια μου το συμβόλαιο, ως αποδεικτικό στοιχείο πως είμαι πια μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας και να μη λένε τα χαρτιά μου πως είμαι κάτοικος Αθηνών, κι έτσι της είπα, το μεσημέρι εκείνης της μέρας, πως ήταν ανάγκη να υπογράψουμε συμβόλαιο. Τότε, εκείνη μου απάντησε: «Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς να ξεκουραστείς, και τ’ απόγευμα πάρε τα πράγματά σου και φύγε»! Κι όταν εγώ παρατήρησα ότι αυτή η στάση της ήταν απαράδεκτη, εκείνη επεχείρησε να βγάλει εμένα φταίχτη, λέγοντάς μου: «Έχω χάσει μ’ εσένα και πέντ’-έξι άλλους ενοικιαστές, όλες αυτές τις μέρες»! «’Θελές τα και ’παθές τα, κυρά μου», της φώναξα εγώ, έχοντας βγει απ’ τα ρούχα μου. «Κι όπου στρώνει ο καθένας, κοιμάται! Ας μου έλεγες απ’ την αρχή ξεκάθαρα ότι δεν κάνεις συμβόλαιο, να μη σ’ το δέσμευα το σπίτι!»
Έτσι, την ώρα που έδυε ο ήλιος ζαλώθηκα όσα μπορούσα από τα πράγματά μου κι άρχισα να κατηφορίζω, μ’ όλη την κούραση που κουβαλούσα, προς το κέντρο της πόλης (το σπίτι αυτό ήταν σε προάστιο). Για τα υπόλοιπα, αυτά δηλαδή που η «θαυμάσια» εκείνη κυρία χαρακτήρισε σκουπίδια, την παρακάλεσα να τα αφήσω εκεί μέχρι να βρω άλλο σπίτι. Εκείνη δέχτηκε, προσθέτοντας όμως ότι δεν θα έφερε καμμία ευθύνη εάν τυχόν πάθαιναν τίποτε κάποια ώρα που αυτή θα έλειπε από εκεί. «Φυσικά και δεν φέρετε ευθύνη», της είπα, «φτάνει να μην τα πετάξετε εσείς». Άλλωστε, τα είχα βάλει σε ένα σημείο όπου δεν μπορούσε να τα δει κανένας περαστικός.
Κατεβαίνοντας, είδα κάποιες όμορφες εικόνες, άκουσα κάποιους ωραίους ήχους, κι αυτά με βοήθησαν να συνέλθω λίγο ψυχολογικά, διότι ετούτο το δυσάρεστο απρόοπτο μου είχε πέσει βαρύ, δεδομένου και του καυτού άλλου προβλήματος που αντιμετώπιζα… Βρήκα, μάλιστα, και τη διάθεση να τραβήξω αυτά εδώ τα βίντεο (ξαπλωμένα, διότι και τα βίντεό μου πέρασαν τη δική τους παιδική αρρώστια…):



Φθάνοντας στη γωνία έξω απ’ το νοσοκομείο, είδα δύο ενοικιαστήρια κολλημένα στο θάλαμο του ΟΤΕ. Το ένα, απ’ τις πληροφορίες που έγραφε, μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον, κι έτσι στάθηκα παρακάτω σ’ ένα καφενείο και τηλεφώνησα αμέσως να μάθω περισσότερα γι’ αυτό που νοικιαζόταν, παρ’ ότι είχα στο σημειωματάριό μου τουλάχιστον άλλους δέκα αριθμούς τηλεφώνου για σπιτάκια που νοικιάζονταν.
«Να έρθω σε πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο να σας πάρω για να το δείτε;» με ρώτησε ο ιδιοκτήτης του. «Και δεν έρχεσθε;» του απάντησα εγώ.
Μόλις ήρθε και μπήκα στο αυτοκίνητό του, ο άνθρωπος αυτός μου είπε: «Πρέπει να ξέρετε, αγαπητέ μου, ότι συμβόλαιο δεν κάνω». Εγώ εκτίμησα το ότι μου το ξεκαθάριζε από την πρώτη στιγμή, κι επειδή φαινόταν απ’ το ενοικιαστήριο ότι το σπίτι θα ήταν καλό, είπα να πάμε να το δω, σκεπτόμενος κιόλας ότι μπορεί να βρισκόταν ένας τρόπος ώστε να έχω και το αποδεικτικό στοιχείο που ήθελα, πως είμαι μόνιμος κάτοικος Ιεράπετρας.
Πήγα, λοιπόν, και το είδα. Ήταν ένα παλάτι σε μικρογραφία, κι αυτό στην εξοχή, μέσα στην ησυχία και τον πεντακάθαρο αέρα, και σε τιμή πολύ καλή. «Το πιάνω!» του είπα αμέσως. Εκείνος, ενώ με κατέβαζε πάλι με το αυτοκίνητό του στην πόλη, με πέρασε από σχολαστική ανάκριση, θέλοντας να μάθει όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε για μένα. Και πολύ σωστά έκανε, αφού εκεί μένει και ο ίδιος με την οικογένειά του, και νοικιάζει κι άλλα δύο σπίτια, οπότε πρέπει να προσέχει διπλά ποιους ανθρώπους βάζει μέσα. Μέχρι και στο ξενοδοχείο όπου έμενα μέχρι τότε πήγε να πάρει πληροφορίες για μένα, μέχρι και το τηλέφωνο της προηγούμενης «καλής» κυρίας μου ζήτησε, για να τη ρωτήσει κι αυτήν!
«Θα σου απαντήσω αύριο», μου είπε τελικά. Και την άλλη μέρα το απόγευμα, ήρθε και ήπιαμε μαζί έναν καφέ στο κέντρο «Waikiki», όπου μου έκανε δεύτερη ανάκριση –μέχρι και το γιατί χώρισα θέλησε να μάθει!– κι εγώ του απαντούσα πρόθυμα σε όλα, σαν να ήμουν ανοιχτό βιβλίο. Και η κατάληξη ήταν να μου πει ότι δεχόταν να μου νοικιάσει το σπίτι.
Λίγη ώρα μετά, έλεγα εγώ, καταχαρούμενος, στην αδελφή μου: «Αδελφούλα μου, κι εδώ επιβεβαιώθηκε το “Κάθε εμπόδιο για καλό”!»
Την άλλη μέρα, πήγα μαζί με τον καινούργιο μου σπιτονοικοκύρη στον ΟΤΕ, για να δηλωθεί η νέα διεύθυνση και να περαστεί στην αίτηση για σύνδεση τηλεφώνου, που εγώ είχα κάνει από την προηγούμενη βδομάδα. Εν συνεχεία ανεβήκαμε στο σπίτι του, όπου του έδωσα ένα μηνιάτικο εγγύηση.
Καθ’ οδόν, επειδή το προηγούμενο σπίτι ήταν πολύ κοντά, περάσαμε από εκεί, για να πάρουμε τα πράγματα που είχα αφήσει και ν’ αδειάσω τον χώρο. Ξέρετε τι βρήκα στο σημείο που τα είχα αφήσει; Τίποτε απολύτως! Μόνο στην μπροστινή πλευρά του οικοπέδου, υπήρχαν διασκορπισμένα τα πιο ευτελή απ’ αυτά τα πράγματα (από τα βιβλία, δεν υπήρχε ούτε ένα). Έτυχε, όμως, να είναι εκεί το ένα από τα δύο παιδιά που είχα γνωρίσει εκεί (είναι αυτά που ακούγονται, και φαίνονται λιγάκι, στα δύο προηγούμενα βίντεο), και στα οποία είχα χαρίσει κάτι απ’ αυτά τα πράγματα. Το ρώτησα τι είχε συμβεί, και μου απάντησε ότι δεν ήξερε. Μάζεψα ό,τι μπορούσα, και φύγαμε. Κι όταν φτάσαμε στου νέου μου σπιτονοικύρη, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν αυτή η κυρία, και άρχισε να μου φωνάζει ότι έκανα το οικόπεδό της ένα σκουπιδαριό!
Στο σπίτι αυτό έμενε ακόμα ένας νεαρός εξάδελφος του ιδιοκτήτη, ο οποίος θα το άδειαζε την άλλη βδομάδα. Κι εγώ, έβγαλα εισιτήριο για να γυρίσω στην Αθήνα, ώστε ν’ αρχίσω να ετοιμάζω τα πράγματά μου, την Κυριακή 16 Μαΐου. Πριν μπω στο λεωφορείο για το Ηράκλειο, του τηλεφώνησα, να τον ρωτήσω αν ήξερε πιο συγκεκριμένα τη μέρα που θα άδειαζε το σπίτι ο ξάδελφός του. «Αύριο», μου απάντησε. Κι έτσι, ανέβηκα σχεδόν πανευτυχής στην Αθήνα, ύστερα από ένα ονειρώδες νυχτερινό ταξίδι με το πλοίο.
Και στις έντεκα μ’ εντεκάμισι το πρωί εκείνης της Δευτέρας που ξημέρωσε, χτύπησε το τηλέφωνο στην Αθήνα. Ήταν ο νέος σπιτονοικοκύρης μου. «Βρε Θανάση», μου είπε, «ρε γαμώ το, ο ξάδελφός μου θέλει να μείνει στο σπίτι άλλους έξι μήνες»!!
Καταλαβαίνετε τι έπαθα; Του μιλούσα κοντά δύο ώρες, πληρώνοντας τα μαλλιοκέφαλά μου στο κινητό, αφού τον ξανακάλεσα εγώ, και του είπα με τον πιο ευγενικό αλλά και αυστηρό τρόπο του κόσμου… και τι δεν του είπα! Του κάκου!…

Και το επόμενο βράδυ, πάλι στο πλοίο για Ηράκλειο και με τελικό προορισμό την Ιεράπετρα, να ψάξω γι’ άλλο σπίτι!
Βρήκα, λοιπόν, κάναμε και συμβόλαιο, συμπάθησα μάλιστα ιδιαίτερα και τη σπιτονοικοκυρά και το σύζυγό της (για τον οποίο έγραψα και δημοσίευσα κι ένα ποίημα…), ανέβηκα πάλι στην Αθήνα, και ύστερα από καμμιά δεκαπενταριά μέρες έφερα δύο διαδοχικά φορτία πράγματα κι εγκαταστάθηκα. «Κάθε εμπόδιο για καλό», έλεγα πάλι.
Και στις αρχές της προηγούμενης βδομάδας, όπως συνάντησα στο δρόμο τη σπιτονοικοκυρά, της είπα ότι με το τρίτο και τελευταίο φορτίο που θα φέρω, θα κατεβάσω και τη γατούλα μου. Αμέσως εκείνη στράβωσε τη μούρη της και μου είπε ότι ο σύζυγός της δεν επιτρέπει ζώα στα σπίτια τους. Αφού της εξήγησα ότι αυτό το πλάσμα δεν κάνει την παραμικρή ζημιά, ούτε λερώνει πουθενά, και είναι σαν να μην υπάρχει μέσα στο σπίτι, είπα ότι θα το συζητούσα και μ’ εκείνον.
Του το συζήτησα την πρώτη ετούτου του μηνός, που έπρεπε να του πληρώσω και το νέο ενοίκιο. «Τι; Να φέρεις γάτα; Λοιπόν, δε θέλω να μου πληρώσεις τίποτ’ άλλο, και βρες άλλο σπίτι, να φύγεις», μου απάντησε! (Μου το διατύπωσε και σαν να μου έκανε χάρη, λες και δεν του είχα πληρώσει ένα ολόκληρο μηνιάτικο για εγγύηση!)

Άρχισα πάλι να ψάχνω για σπίτι. Έχασα δύο που μου άρεσαν πολύ, για λίγες ώρες. Ο ιδιοκτήτης του δεύτερου, όμως, άλλος ένας ωραίος Μιχάλης που πρέπει να προσθέσω στους τέσσερεις Μιχαλιούς που έχω ήδη κάνει φίλους στην Κρήτη, μόλις με άκουσε να του λέω περίλυπος τη φοβερή ταλαιπωρία που έχω υποστεί επί δύο ολόκληρους μήνες με το νοίκιασμα σπιτιού, έδειξε ευαισθησία και φιλότιμο, και μου είπε ότι θα τηλεφωνούσε σε κάποιον γνωστό του που νοικιάζει σπίτια λίγα χιλιόμετρα ανατολικά απ’ την Ιεράπετρα, στον Περιστερά, να τον ρωτήσει αν έχει κανένα άδειο. Με ενημέρωσε, μάλιστα, ότι εκεί θα είναι και πολύ πιο φτηνά. Ύστερα από πέντε λεπτά με κάλεσε στο κινητό και μου είπε: «Γράψε αυτό το τηλέφωνο, πάρε, και πήγαινε»! Ήταν προχθές το απόγευμα στις επτά και δέκα.
Πήγα αμέσως, είδα το σπίτι που είχε ο άνθρωπος εκεί άδειο, μου έκανε, είδα και το υπέροχο περιβάλλον όπου βρίσκεται, δίπλα στη θάλασσα, πλήρωσα εγγύηση, πήρα το κλειδί, και χθες, με το πρώτο χάραμα, ξεκίνησα, παίρνοντας λίγα πράγματα από το σπίτι του «ζωόφιλου» προηγούμενου σπιτονοικοκύρη, για να εγκατασταθώ εκεί. Από τη στιγμή που μπήκα στο αυτοκίνητό μου για να πάω, τραβούσα ασταμάτητα βίντεο, και όταν έφτασα δεν ανέβηκα στο σπίτι, αλλά κλείδωσα το αυτοκίνητο και βγήκα με τα πόδια στο δρόμο, τραβώντας την αυγή που ρόδιζε, κι έπειτα τις κυριολεκτικά παρθένες αμμουδερές παραλίες που υπάρχουν εκεί από κάτω, κι έπειτα μια μεγαλειώδη ανατολή από ένα ύψωμα, κι ύστερα πάλι τις παραλίες που είχαν πια μισοφωτιστεί από τον ήλιο, κι ύστερα όλη τη γύρω περιοχή υπό το άπλετο φως της ημέρας και, τέλος, τον θαυμάσιο, καταπράσινο περιβάλλοντα χώρο της γκαρσονιέρας μου, της τέταρτης και καλύτερης – από όλες μα όλες που είχα δει στην Ιεράπετρα! Όλα αυτά τα βίντεο, με τις απίστευτης ομορφιάς εικόνες τους, θα σας τα δείξω αύριο – εκτός απροόπτου, διότι μου έχει κοπεί και το ίντερνετ κι ό,τι κάνω το κάνω σε ίντερνετ καφέ, πρέπει να καθαρίσω και το νέο μου σπίτι και να κουβαλήσω εκεί τα πράγματά μου, θέλω να δω και τον «Αρχοντοχωριάτη» αύριο, πρέπει να φύγω και για την Αθήνα, να πάω να περιποιηθώ τα μελισσάκια μου!
Όσο για το συμβόλαιο, το έχω ήδη στα χέρια μου! Αυτός ο σπιτονοικοκύρης, ο οποίος δείχνει πολύ καλά σημάδια, το ετοίμασε μόνος του από χθες, το θεώρησε και στην εφορία, και μου το έφερε σήμερα το πρωί!

Και χθες το μεσημέρι, φτάνοντας στο προηγούμενο σπίτι για να μαζέψω κάτι, είδα στο δρόμο τον ιδιοκτήτη του. Τον ενημέρωσα ότι βρήκα άλλο κι ότι θα του το αδειάσω τις επόμενες μέρες, και του είπα ότι θέλω να μου υπογράψει ένα χαρτί, το οποίο να λέει πως φεύγω απ’ το σπίτι του αναγκαστικά, επειδή αυτός δεν επιτρέπει ζώα. Συμφώνησε να μου το υπογράψει, κι αμέσως μετά μου είπε τα εξής ανήκουστα: «Άκου να φέρεις γάτα! Να γεμίσει το σπίτι με τρίχες! Και πού θα χέζει η γάτα;» «Στην άμμο της!» του είπα εγώ. «Α, εσείς οι ενοικιαστές», μου πέταξε με μια φωνή που έσταζε… μέλι, «που ζείτε μες στις τρίχες και τα σκατά των ζώων!» Εγώ συγκρατήθηκα, και του είπα ότι έχω μέσα ένα βαρύ γραφείο και μία βιβλιοθήκη, που δεν μπορώ να τα κατεβάσω μόνος μου. Όταν τα είχα φέρει, με βοήθησε για να τ’ ανεβάσω ένας άλλος ενοικιαστής (έχει φύγει τώρα), ο οποίος είχε ήδη προχωρημένη κήλη. Και τώρα, ο ιδιοκτήτης, ο οποίος είναι ακμαιότατος και υγιής, μου απάντησε: «Πάρε έναν εργάτη, να τα κατεβάσεις»! «Σε ευχαριστώ για την καλή σου διάθεση!» ήταν η τελευταία μου κουβέντα. Κι εκείνος δεν είπε λέξη.

Σε ευχαριστώ, αγαπημένη μου γατούλα, που με έσωσες από αυτόν τον στενοκέφαλο στριμμένο ιδιοκτήτη!
Και κάθε εμπόδιο για καλό, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά.

Αυτά τα ολίγα έχω τραβήξει για να νοικιάσω σπίτι σ’ ετούτη την υπέροχη πόλη, την οποία αγάπησα και προβάλλω όσο πιο πολύ μπορώ μέσω του διαδικτύου. Υπέροχη πόλη, υπέροχοι και οι άνθρωποι, είχα θεωρήσει τον περασμένο Απρίλιο, τις πρώτες μέρες που πάτησα το πόδι μου εδώ – μέχρι σημείου, μάλιστα, να τηλεφωνώ στην αδελφή μου στην Αθήνα και να της λέω: «Αδελφή, ενώ δεν γνωρίζω κανέναν εδώ, μου φαίνεται πως βρίσκομαι ανάμεσα στην οικογένειά μου!» Κι επακολούθησαν οι οδυνηρές διαψεύσεις, τόσο από τους Ιεραπετρίτες σπιτονοικοκύρηδές μου, όσο και από το άτομο που έγινε αιτία να κουβαληθώ εδώ, και σαν να μην έφταναν αυτά, άρχισαν πολύ γρήγορα κάποιοι άλλοι ντόπιοι να μου λένε τερατώδη ψέματα, να με παρεξηγούν, να με διαβάλλουν, να με πολεμάνε λες και είμαι εχθρός τους, έχουμε και τ’ αντίστοιχα κρούσματα από διαδικτυακούς αγνώστους και φίλους(;), και ο διαβολικός χορός καλά κρατεί.
Ειλικρινά, δεν ξέρω πια τι να πω. Ότι ναι μεν έχουνε κιόλας μαζευτεί τόσοι που με αποκαρδίωσαν, αλλά υπάρχουν και πολλαπλάσιοι άλλοι που με εγκαρδίωσαν –όπως πράγματι συμβαίνει–, οπότε πρέπει να είμαι πολύ ευχαριστημένος; Ή ότι κι αυτοί οι δεύτεροι πρόκειται να με διαψεύσουν με κάποιον παρόμοιο τρόπο στο μέλλον, ο ένας μετά τον άλλο; Ή ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, αφού παντού και πάντοτε οι άριστοι είναι ελάχιστοι; Ειλικρινά, δεν ξέρω.
Το μόνο που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα, είναι το ότι άριστοι μπορούμε να είμαστε όλοι οι άνθρωποι, και όχι μόνο κάποιοι ελάχιστοι. Κι όταν βλέπω τόσο εμφαντικά να μην είμαστε όλοι, με πιάνει θλίψη του θανατά, διότι πιστεύω ότι αυτό το χάλι είναι παντελώς αδικαιολόγητο, αληθινά γελοίο.
Ξέρω, όμως, και κάτι άλλο: Ότι οι άριστοι, έστω κι αν είναι ελάχιστοι και σκορπισμένοι στις τέσσερεις γωνιές της Γης, βρίσκουν πάντα τρόπο να βρίσκονται μεταξύ τους. Και ακριβώς αυτή η γνώση μου, είναι που με οπλίζει με αστείρευτη δύναμη κι αισιοδοξία.

Και το χειροπιαστό δεδομένο από όλη αυτή την περιπέτεια, είναι το ανέλπιστα αίσιο τέλος της.
Αλλά γιατί, άραγε, να βρήκε ένα τόσο αίσιο τέλος, γιατί να μου ήρθε αυτό το εξ ουρανού δώρο; Μήπως έχω το κοκκαλάκι της νυχτερίδας; Μήπως γέννησα κανένα χρυσό αυγό;
Μήπως είμαι υπεράνθρωπος;
Όχι, βέβαια!
Τότε;
Απλούστατα, λέω εγώ με το φτωχό μου το μυαλό, μου ήρθε αυτό το μεγάλο δώρο ως ανταμοιβή, επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στις αρχές της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, του ήθους, του άδολου έρωτος με την κάθε έννοιά του – επειδή παραμένω αμετακίνητα προσηλωμένος στην πραγματική ανθρωπιά, γι’ αυτό συνωμότησε άλλη μία φορά το σύμπαν για λογαριασμό μου.
Παρ’ όλο που φαίνεται τρελό και ακατόρθωτο, είναι τόσο απλό, σας μιλάω εν τιμή. Γιατί να μην το καταφέρουμε όλοι μας;

Σας χαιρετώ με ένα βίντεο, τραβηγμένο κι αυτό στις 10 Μαΐου, λίγη ώρα μετά από τα άλλα που σας έδειξα. Το βάζω εδώ, γιατί πιστεύω πως ταιριάζει απόλυτα.

Πουλιά: Η επιτομή της αντίφασης

Ιουλίου 2, 2010

Αφιερωμένο,
με το τετράφυλλο δάκρυ μου,

στην Ψυχή μου
που είπε το τετράφυλλο «ΝΑΙ»

OWNER OF A LONELY HEART

Move yourself
You always live your life
Never thinking of the future
Prove yourself
You are the move you make
Take your chances win or lose her

See yourself
You are the steps you take
You and you – and that’s the only way

Shake shake yourself
You’re every move you make
So the story goes

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Say you don’t want to chance it
You’ve been hurt so before

Watch it now
The eagle in the sky
How he dancin’ one and only
You lose yourself
No not for pity’s sake
There’s no real reason to be lonely
Be yourself
Give your free will a chance
You’ve got to want to succeed

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

After my own indecision
They confused me so
My love said never question your will at all
In the end you’ve got to go
Look before you leap
And don’t you hesitate at all – no no
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart
Owner of a lonely heart
Much better than – a
Owner of a broken heart
Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Sooner or later each conclusion
Will decide the lonely heart
It will excite it will delight
It will give a better start

Owner of a lonely heart

Owner of a lonely heart

Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Don’t deceive your free will at all
Just receive it

Owner of a lonely heart

Παράξενα πλάσματα που είναι τα πουλιά!

Λεύτερα θένε να πετάνε, μα πόσα ζουν μες στα κλουβιά!

Κάποια άλλα, πάλι, που όντως λεύτερα την περνάνε,
πώς αίφνης μες στη φάκα πιάνονται, τα ξέφτερα!

Άλλα ζητούν τον ουρανό με τ’ άστρα
και φυλακίζονται σε θεοσκότεινα κι αραχνιασμένα κάστρα.

Άλλα σου κελαηδούνε ήμερα έτσι, που λες «Δοξάζω Σε, ω Αμέρα«,
κι άλλα τ’ ακούς και θέλεις να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα!

Άλλα, ζευγάρια μια ζωή σωστά παιδιά ανασταίνουν
κι άλλα χωρίζουν παρευθύς και όλα τα δεινά παθαίνουν.

Άλλα τη βγάζουν στο χιονιά κι απ’ τη μητρίδα δεν κουνάνε,
κι άλλα ως καιροσκόποι της στιγμής εδώ κι εκεί γυρνάνε.

Άλλα, ποτέ δε λεν για δεύτερη φορά τον ίδιο το σκοπό
και πεθαίνουν μόλις τα κλείσουν σε κλουβί,
κι άλλα παπαγαλίζουν ξανά και ξανά μια βλακεία
που τους πέταξε κάποιος πονηρόβλακας
και δεν μπορούνε ούτε μια μέρα να ζήσουν
εάν τ’ αφήσεις λεύτερα έξω απ’ τα κρατητήρια.

Άλλα διανυκτερεύουν πάνω σε βράχους απρόσιτους καθάριους,
κι άλλα κοιμούνται, μα μεγαλώνουνε και τα παιδιά τους,
μέσα στα ίδια τα σκατά τους.

Άλλα διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτό που τα ενδιαφέρει,
ζυγίζουν άσφαλτα την απόσταση κι αμέσως εφορμάνε,
κι άλλα καθίζουν σαν τα κούτσουρα όλο στα ίδια μέρη,
με το όσα δε φτάνει η αλεπού τη ζήση να περνάνε.

Άλλα ποτέ τον υψηλό τους το σκοπό δε λησμονάνε
μ’ όλες τις δυσκολίες, πάντα ένα «ΝΑΙ» σου απαντάνε,
κι άλλα στο φθόνο στη μιζέρια στην κακία όλο βουτάνε
θέλοντας να πετάξουνε, τους βούρκους προσκυνάνε.

Άλλα τρώνε μονάχα φυτικούς καρπούς,
αφήνοντας καθώς πετούν τους σπόρους σε άλλους τόπους
και μεταλαμπαδεύοντας έτσι τη Ζωή,
κι άλλα σιτίζονται αποκλειστικά με σκουλήκια
που βρίσκουν μες στις λάσπες.

Άλλα ζούνε περήφανα στη φαινομενική μοναξιά τους,
αποδεχόμενα τους κινδύνους που φέρνει τούτη η επιλογή τους
και ορίζοντας σοφά ποια θα ‘ναι η τροφή τους,
και άλλα υπάρχουν μόνο μέσα σε αγέλες,
κράζοντας αποκρουστικά και καυγαδίζοντας ωσάν τρελές κοπέλες
για το ποιο θα πρωτοφάει όποιο σκουπίδι βρεθεί μπροστά τους.
Κι εκεί που σκοτώνονται συναμετάξυ τους για μια ξερομπουκιά,
τσουπ! ένα σπουργιτάκι, την αρπάζει και τους αφήνει γεια.

Άλλα τα πιάνει στο δεντρί η γάτα μες στη νύχτα,
και άλλα σε σχήματα πετούν κι εγείρεσαι απ’ τη νύστα!

Αλλά το πιο οδυνηρό, το πιο φρικτό στ’ αλήθεια,
είναι μ’ εκείνα που αρέσκονται να πέφτουν στη συνήθεια.
Κι έχει η συνήθεια αμέτρητες παγίδες-προσωπεία,
και την πατάνε όσα πουλιά δε δίνουνε τη δέουσα σημασία.
Τότε πετάει χάνεται, άφαντο το πουλάκι,
και μένει εκειό το ανόητο θλιμμένο μπουκαλάκι.
Ή τρέχει φεύγει ο καιρός -γιατί να περιμένει;-,
τ’ άμυαλο αφήνοντας πουλί σκασμένο να ασθμαίνει.

Άλλα, τέλος, πιάνονται σαν κουτορνίθια στις ιξόβεργες των Ικσώς,
άλλα βλέπουνε άνθρωπο και γίνονται καπνός,
κι άλλα εισέρχονται στους χώρους τους προσεκτικά,
παίρνουν από αυτούς ό,τι έχουν να τους δώσουν
και συνεχίζουνε να ζουν ελεύθερα,
διδάσκοντας ότι πάντα υπάρχει και βρίσκεται μια χρυσή τομή,
αρκεί να θελήσουμε να τη βρούμε
και, ό,τι απαιτείται επ’ αυτού, να το πράξουμε.

SIBERIAN KHATRU

Sing, bird of prey;
Beauty begins at the foot of you. Do you believe the manner?
Gold stainless nail,
Torn through the distance of man
As they regard the summit.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right on over my head.

How does she sing?
Who holds the ring? And ring and you will find me coming.
Cold reigning king,
Hold all the secrets from you
As they produce the movement.

Even Siberia goes through the motions.
Hold out and hold up;
Hold down the window.                                  Outbound, river,
Hold out the morning that comes into view.         Bluetail, tailfly.
River running right over the outboard, river,
Bluetail, tailfly,
Luther, in time.

Hold down the window;
Hold out the morning that comes into view.
Warm side, the tower;
Green leaves reveal the heart spoken Khatru.

Gold stainless nail,
Torn through the distance of man as they regard the summit.
Cold reigning king,
Shelter the women that sing
As they produce the movement.
River running right on over,
Then over my head.                                      Outboard, river.

Bluetail, tailfly,
Luther, in time,
Suntower, asking,
Cover, lover,
June cast, moon fast,
As one changes,
Heart gold, leaver,
Soul mark, mover,
Christian, changer,
Called out, saviour,
Moon gate, climber,
Turn round, glider.

Σου δίνω αυτό το τραγούδι σε δύο βίντεο, Ψυχή μου, για να το ακούς απ’ το πρώτο, που όμως δεν έχει τίποτε από εικόνες, και συγχρόνως να απολαμβάνεις τις ταιριαστές, υπέροχες εικόνες απ’ το δεύτερο, που όμως δεν έχει το τραγούδι σε καλή εκτέλεση, και γι’ αυτό μηδένιζε σε αυτό την ένταση του ήχου, ώστε να το ακούς απ’ το πρώτο.


ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟΣΟ

Ιουνίου 25, 2010

Ολοκληρώνω τώρα το κείμενο, Ψυχή μου, με όσα δεν πρόλαβα να γράψω χθες, και αναδιατάσω μερικές παραγράφους. Για εύκολη ανεύρεση των προσθηκών ή αλλαγών φράσεων, λέξεων κ.λπ. στο κείμενο, τις κάνω με πράσινο χρώμα.


SAILER MAN

Oh Mister Saler Man
Come across the sea
Bring the royal galleon
Make it just for me
A sea of sympathy
That’s what I am
Life is like a golden ball
And I follow it where I can
I’m like a little dove
Don’t know which way to fly
The islands of the sea are many and
They all look the same from the sky
The islands of the sea are many and
They look the same from where I’ve stood
And I realize I haven’t any and if I had
It would do me no good
You can’t hold the world in your hand oh brother
No you can’t hold the world in your hand
No you can’t hold the world in your hand oh sister
No you can’t hold the world in your hand
You can only touch the one that you love oh brother
You can only touch the one that you love
You can only touch the one that you love oh sister
You can only touch the one that you love
I was going to go last night
But I waited just for you
Now that I’ve seen your smiling face
I know what I can do
I’m going to join my path in heaven
Constructed by living my days
And soon I’ll be part of you all
And all your beautiful ways
The Earth is a living thing
Just like you and me
And we’re all bound up with it
And with it’s destiny
When you see a golden dawn
And you wonder what it is
Is it the fertilization of a cosmic egg?
Or the beginning of a kiss?
Oh Mister Saler Man
Come across the sea
Bring the golden galleon
And make it just for me

Η ευλογημένη έλευσή σου στη ζωή μου, στις 2 του περασμένου Φεβρουαρίου, αποδείχθηκε ένα γεγονός όχι απλώς καταλυτικό, αλλά κυριολεκτικά αναγεννητικό. Θα προσπαθήσω εδώ να καταγράψω τα στοιχεία που το αποδεικνύουν αυτό, αλλά φοβάμαι ότι, επειδή είναι τόσα πολλά τα ανεκτίμητα «παράπλευρα» δώρα που μου χάρισες, κάποια θα διαφύγουν τώρα απ’ τη σκέψη μου κι έτσι δεν θα τα αναφέρω.

Προκάλεσες όλη αυτή την εντελώς απροσδόκητη και απίστευτης εντάσεως αλλαγή όλης της μέχρι τώρα ζωής μου, χάρη στην οποία γλύτωσα όχι μόνο από τη φθοροποιό -και για εμένα, και για εκείνη- σχέση μου με την πρώην γυναίκα μου, αλλά κι από το απάνθρωπο περιβάλλον της Αθήνας, και από οτιδήποτε άλλο λειτουργούσε ως τροχοπέδη για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς μου και την απόλαυση μιας αληθινά πλήρους ζωής. Και όταν λέω «πλήρη ζωή», δεν αναφέρομαι, βέβαια, μόνο στη ζωή που μου προσφέρουν οι διαδικτυακές δραστηριότητες και φιλίες που απέκτησα χάρη σε εσένα, αλλά, και κυρίως, στην αληθινή ζωή, αφού μόνο στην Ιεράπετρα, π.χ., έχω ήδη κάνει αποκτήσει κοντά 150 φίλους, γυναίκες και άντρες, μικρούς και μεγάλους!

Έγινες η αιτία για να αυξηθούν η συνέπεια, η επιμονή και η ειλικρίνειά μου στο απόλυτο, με αποτέλεσμα να έχω πλέον μία τεράστια αυτοπεποίθηση ότι μπορώ, χάρη σε αυτά τα εφόδια, να αντεπεξέρχομαι επιτυχώς σε οποιαδήποτε πρόκληση παρουσιάζεται μπροστά μου, καθώς γνωρίζω ότι μου είναι πια πολύ εύκολο να κερδίζω την εμπιστοσύνη των άλλων και να τους κάνω φίλους μου.
Επί πλέον, έκανες να ριζώσει για τα καλά, πια, μέσα μου η βεβαιότητα πως οι αρχές της ειλικρίνειας, της ευθύτητας, της αμεσότητας, της παρρησίας, της σταθερότητας, σοβαρότητας, φιλοπονίας, ανιδιοτέλειας, τόλμης, ακόμη και της αυταπάρνησης, είναι οι μοναδικές οι οποίες εγγυώνται τις αληθινές προσωπικές επιτυχίες στη ζωή.

Με έκανες να αυξήσω τις αντοχές μου στις δυσκολίες, ανατροπές, φαινομενικές διαψεύσεις κ.λπ. εις το έπακρον. Μαζί με όλα αυτά, να φτάσω στη βιωματική, πλέον, επιβεβαίωση κι εφαρμογή του ντοστογιεφσκικού «Κανένας δεν έχασε περιμένοντας», και του δικού μας γνωμικού «Κάθε εμπόδιο για καλό». Όλα αυτά είχαν ως γενικό αποτέλεσμα να αντιληφθώ μέχρι και στο τελευταίο μόριο της ύπαρξής μου ότι τα καθημερινά και ποικίλης φύσεως κι εντάσεως δυσάρεστα, ακόμη και αυτά που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με καταστροφές, δεν είναι καθόλου τέτοια στην πραγματικότητα, αλλά ότι μπορούν πολύ εύκολα να γίνονται αιτίες για νέα προσωπικά (και όχι μόνο προσωπικά) επιτεύγματα και πηγές μεγάλης κι ανέλπιστης ικανοποίησης.

Άλλη απόρροια των παραπάνω είναι το ότι και οι θετικές δυνάμεις μου, δηλαδή αυτές που προέρχονται από το αίσθημα ψυχικής ευφορίας, πνευματικής διαύγειας και ευστροφίας, αλλά και από την άριστη σωματική κατάσταση, και οι οποίες σε ωθούν να είσαι δραστήριος και χρήσιμος για τους συνανθρώπους σου, αυξήθηκαν επίσης στο έπακρον.
Είναι αλήθεια ότι σε αυτό το πεδίο είχα αρχίσει να ανεβαίνω, σταδιακά και σταθερά, από το φθινόπωρο του περασμένου χρόνου, αλλά από εκείνη την ημέρα-σταθμό στη ζωή μου ανέβηκα τόσο (χωρίς να λείψουν, βέβαια, και τα βουλιάγματα, τα οποία τον πρώτο καιρό ήταν και αβυσσαλέα), ώστε η διαφορά ανάμεσα στην προ και την μετά τη 2α Φεβρουαρίου κατάστασή μου να είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα!
Και πρέπει να προστεθεί εδώ πως είναι βέβαιον ότι αν δεν ερχόσουν εσύ στη ζωή μου, αυτή η βελτίωση που μου ξεκίνησε από το φθινόπωρο δεν θα ήταν παρά μία ακόμη παροδική ευχάριστη φάση της ζωής μου, την οποία θα διαδεχόταν μία ακόμα πιο μαύρη, ενώ τώρα, πια, γνωρίζω πως τίποτε δεν είναι ικανό να με ξανατραβήξει προς τα κάτω, για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Αποτελούσε ανέκαθεν πιστεύω μου ότι δεν υπάρχει καλύτερη ψυχοθεραπεία από την πράξη, τη δράση, την εργασία. Ωστόσο, αυτή η πεποίθησή μου έχει τώρα αυξηθεί κι εμπλουτιστεί θεαματικά. Θέλω, λοιπόν, να αναπτύξω εδώ πώς αντιλαμβάνομαι το ζήτημα σήμερα, ύστερα από τις συγκλονιστικές εμπειρίες που έχω ζήσει χάρη σ’ εσένα μέσα στο τελευταίο πεντάμηνο.
Αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε λογική, δεν είναι παρά ένα τέρας το οποίο μας τα παρουσιάζει όλα σαν θεόρατα βουνά τα οποία είναι αδύνατον ν’ ανεβούμε, ένας δόλιος μπαμπούλας που διαρκώς φέρνει δυσκολίες και δυσκολίες κι εμπόδια κι εμπόδια και κινδύνους και κινδύνους και αποτυχίες και αποτυχίες κι απογοητεύσεις κι απογοητεύσεις και απώλειες και απώλειες εμπρός στα μάτια μας, με αποτέλεσμα να καθηλωνόμαστε στη δειλία, την αδράνεια, την απραξία, την αεργία (αργία μήτηρ πάσης κακίας), κι έτσι να επιδεινώνεται ολοένα και περισσότερο η ψυχολογική μας κατάσταση και να πέφτουμε όλοι στα νύχια των «ψυχαναλυτάδων» και των φαρμακοβιομηχανιών. Αυτό που αποκαλούμε λογική, ρεαλισμό, είναι η προσωπική Λερναία Ύδρα του καθενός μας, η οποία κατοικοεδρεύει εντός μας και της οποίας μοναδικό έργο είναι το να μας κατατρώγει, να μη μας αφήνει να ζήσουμε, και δεν έχει την παραμικρή σχέση με την αληθινή λογική, η οποία ευρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με τη ζωή και τη δράση.
Τα πάντα στη ζωή, είτε πρόκειται για τα αισθηματικά μας, είτε για τις κοινωνικές μας σχέσεις, είτε για τα επαγγελματικά μας κ.λπ., δεν είναι παρά εργασίες, και για να τις διεκπεραιώνουμε σωστά, μ’ επιτυχία, πρέπει οπωσδήποτε να τις πιάσουμε «ζεστά», όπως λένε οι χειρώνακτες. Πρέπει «η δουλειά να φοβάται εμάς, και όχι εμείς τη δουλειά». Άπαξ, δηλαδή, και επιδείξουμε την απαραίτητη σοβαρότητα, συγκέντρωση και ζέση, η επιτυχία στην οποιαδήποτε υπόθεσή μας είναι εξασφαλισμένη. Αντίθετα, έχουμε εξασφαλισμένη την παταγώδη αποτυχία όταν είμαστε επιπόλαιοι, αφηρημένοι και «χαλαροί». (Ας διευκρινίσω εδώ πως η ζέση για την οποία μιλώ δεν έχει να κάνει με το άγχος, αλλά με τη σωστή και νηφάλια εγρήγορση.) – Και όλο αυτό, πολυαγαπημένη μου, έγινε βίωμα δικό μου χάρη σ’ εσένα.
Θα σου δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα, από κάτι που συνέβη χθες, περίπου αυτή την ώρα. Κουβαλούσα με το φορτηγάκι και την πρώην σύζυγό μου μία βιβλιοθήκη, για να την κατεβάσω στην Ιεράπετρα. Φτάνοντας μπροστά από την πολυκατοικία μας, έπρεπε να βρω μία θέση να παρκάρω κοντά της, ώστε να διευκολυνόμουν για το σημερινό φόρτωμα και των υπόλοιπων πραγμάτων που θα κατεβάσω. Είδα ν’ ανάβουν τα αλάρμ ενός αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν στην καλύτερη θέση για μένα, και είπα στην πρώην μου να πάει να παρακαλέσει τον οδηγό του να αλλάξει θέση, αφού λίγο παρακάτω υπήρχε και άλλη ελεύθερη. Εκείνη, ξεκίνησε να πηγαίνει σέρνοντας τα βήματά της –όπως το έκανε, και εγώ το υφιστάμην, επί τριάντα ολόκληρα χρόνια-, αλλά στα μισά γύρισε πίσω και μου λέει, «Άσ’ το, καλύτερα». «Εντάξει», της λέω εγώ, και αρχίζω να παρκάρω στην άδεια θέση. Σε αυτήν, όμως, υπήρχε έξω-έξω στο πεζοδρόμιο ένας μεταλλικός πάσσαλος, που δεν θα άφηνε το φορτηγάκι μου να παρκάρει σωστά. «Πήγαινε, μωρέ, πες του να αλλάξουμε θέσεις, εξήγησέ του γιατί το θέλουμε», της ξαναλέω. Τότε εκείνη εδέησε και πήγε. Αμέσως, ο νεαρός οδηγός μπήκε και πήρε το αυτοκίνητό του, αδειάζοντάς μου τη θέση. Εάν είχα κι εγώ αυτή την κοιμισμένη και βαριεστημένη συμπεριφορά της πρώην μου, θα έκανα μία τρύπα στο νερό, ενώ τώρα που ήμουν συγκεντρωμένος και σε εγρήγορση, σκέφτηκα και πέτυχα την καλύτερη λύση.

ΤΟ ΡΙΣΚΟ

Είσαι για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.
Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσάφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.
Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
Θα γεμίσω τ’ αμπάρι μας με όνειρα.
Να χεις πολλά.
Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.
Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο,
να το ρίχνεις πάνω σου όταν κρυώνεις.
Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ’ ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;

Αυτό το ποίημα της Αλκυόνης Παπαδάκη το ανακάλυψα χθες, στο ιστολόγιο «Τετρακτύς» της έξοχης Ανθής Προκοπίδου.
Σε ευχαριστώ θερμά, Ανθή μου!

Οι σωματικές μου δυνάμεις έχουν αυξηθεί κατά τρόπον απίστευτο, εξαιτίας, αποκλειστικά, της υπέροχης αυτής ευφορίας στην οποία ευρίσκομαι. Κοντεύουν, πια, πέντε μήνες που κοιμάμαι κατά μέσον όρο δύο με τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο, και είμαι διαρκώς ακμαιότατος, σαν έφηβος! Αφού, για να καταλάβεις, έφτασα στο σημείο να ρωτήσω τη γιατρό μου, την τελευταία φορά που με είδε, αν έχει διαπιστωθεί να συμβαίνει αυτό το πράγμα σε πρώην ασθενείς σαν εμένα, ως αποτέλεσμα των θεραπειών που έχουν πάρει, και μου απάντησε ότι δεν έχει παρατηρηθεί τίποτα τέτοιο!
Η τεράστια αυτή μεταβολή έγινε αντιληπτή σε εμένα από τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου, και μάλιστα μου έχει δώσει την ιδέα για ένα πολύ ωραίο, και πιθανώς σημαντικότατο, κείμενο. Αλλά για αυτό το ζήτημα δεν μπορώ να σου πω περισσότερα από εδώ. Μόνο κατ’ ιδίαν!

Καθαρή καρδιά και καθαρό πνεύμα. Και για ετούτα τα στοιχεία πίστευα από χρόνια ότι είναι από τα ισχυρότερα όπλα του ανθρώπου για να προκόψει στη ζωή του, ότι είναι εκείνα που μας προσφέρουν τις λύσεις και τις άμυνες απέναντι στους κινδύνους που ανακύπτουν καθώς πορευόμαστε τις ανηφορικές πλαγιές της ζωής. Και αυτά ενισχύθηκαν ασυγκρίτως από τότε που σε γνώρισα.
Θέλω εδώ να προσθέσω, όσον αφορά το καθαρό πνεύμα, ότι δεν είναι δυνατόν να το έχουμε ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο, ιδίως όταν έχουμε κουραστεί υπερβολικά μετά από πολύωρες ενασχολήσεις με τα ωραία μας έργα, και όταν ανακύπτουν νέες δυσκολίες ή κίνδυνοι στην πορεία μας. Για όλους μας έρχεται η ώρα, είτε νωρίτερα είτε αργότερα, που το χάνουμε προσωρινά. Και αν συνεχίσουμε τότε την προσπάθεια όντες κατάκοποι, είναι βέβαιον ότι θα πέσουμε σε πολύ σοβαρά σφάλματα. Πρέπει, λοιπόν, να ξεκουράζουμε, μαζί με το σώμα, και το πνεύμα μας, πέφτοντας για ύπνο. Όταν ξυπνάμε ύστερα από έναν βαθύ αναζωογονητικό ύπνο, έχει επανέλθει, εκτός από τις σωματικές μας δυνάμεις, και η καθαρότητα του πνεύματός μας και είμαστε πάλι στην ενδεδειγμένη κατάσταση για να συνεχίσουμε τις ωραίες μας προσ-πάθειες.

Ο μόνος τρόπος για να γινόμαστε καλύτεροι είναι το να καταπιανόμαστε συνειδητά με πράγματα που μας υπερβαίνουν. Αυτό, μου είχε έρθει και το έγραψα πριν από τρία χρόνια, σε σχόλιό μου στη Ρίτσα Μασούρα. Μέχρι τότε, αποτελούσε στάση ζωής για εμένα (όποτε δεν ήμουν στις μαύρες μου), χωρίς όμως να το έχω συνειδητοποιήσει. Και τώρα, με εσένα, μια και βρέθηκα ξαφνικά υποχρεωμένος να βουτηχτώ σε πράγματα που με υπερέβαιναν, έγινε ακράδαντη πίστη μου.
Θέλω να προσθέσω εδώ μία παρατήρηση: Οι ανώριμοι και ανελεύθεροι άνθρωποι, οι οποίοι κατά βάθος έχουν ως μοναδικό τους μέλημα την ανάδειξη του εαυτούλη τους και, ως εκ τούτου, συμπεριφέρονται μονίμως ανταγωνιστικά ή εξουσιαστικά απέναντι στους άλλους, όταν βλέπουν έναν άνθρωπο που τους υπερβαίνει σε κάποιους τομείς, αντί να φροντίσουν ν’ αντλήσουν θετικά στοιχεία από αυτόν και ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά του, κοιτάνε πώς και πώς να τον μειώσουν, να τον εξαφανίσουν, γιατί δεν ενδιαφέρονται να γίνουν καλύτεροι ούτε αυτοί ούτε ο κόσμος, αλλά μονάχα να έχουν τους «μαύρους» που θα τους κάνουν αέρα και τους αυλικούς που θα τους διαφημίζουν. Δεν είμαι ο πρώτος που το επισημαίνει, το έχουν κάνει αρκετοί πριν από εμένα.

Απέκτησα εξαιτίας σου ακόμα περισσότερα ενδιαφέροντα, και νέες δεξιότητες. Για παράδειγμα, ενώ μέχρι τον Απρίλιο ήμουν εντελώς αρχάριος στη χρήση του κινητού (το είχα σχεδόν μονίμως κλειστό), με το καινούργιο που αγόρασα τότε έμαθα να φτιάχνω βίντεο, τα οποία βλέπω ότι έχουν κιόλας φτάσει σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο ποιότητας, κι έγινα… κινηματογραφιστής! Δεν σε δουλεύω, Αγάπη μου! Σκέψου μόνο, ότι πριν από ένα μήνα τράβηξα -έτσι, εντελώς αυθόρμητα- ένα ντοκυμαντέρ από τα Εξάρχεια μέχρι το Πεδίο του Άρεως, το οποίο έχει διάρκεια μιάμιση ώρα και θεωρώ πως παίρνει το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ ντοκυμαντέρ!
Και, το σπουδαιότερο από αυτά: Εκτός από στιχοπλόκος (ποιητάκος) που ήμουν ήδη, έγινα και ποιητής ανθρώπων, πράγμα το οποίο αποτελούσε απ’ τα νιάτα μου τον μεγαλύτερο πόθο μου!

Έγινες αιτία να γνωρίσω και να αποκτήσω μέσα από το διαδίκτυο δεκάδες αληθινούς φίλους, ανθρώπους θαυμάσιους και αξιαγάπητους, με τους οποίους επικοινωνώ ουσιαστικά και βαθιά σχεδόν από το «Καλημέρα» της γνωριμίας μας, ενώ στην «πραγματική» ζωή μου περνούσαν δεκαετίες επί δεκαετιών και δεν μπορούσα να βρω ούτε έναν τέτοιο, παρ’ όλο που το επεδίωκα συνεχώς. Ακόμα κι απ’ τα ιστολόγια που επισκεπτόμουν και έγραφα σχόλια επειδή πιθανολογούσα ότι θα ήσουν εσύ η κάτοχος τουλάχιστον ενός από αυτά χρησιμοποιώντας διαφορετικό ψευδώνυμο, ακόμα και από αυτά, μάλιστα δε κι από εκείνα όπου κατέληγα να εκτεθώ, απέκτησα καλούς φίλους!

Με κατέστησες ικανό να αντιμετωπίζω με απόλυτη επιτυχία, και πάρα πολύ γρήγορα, όλους όσους, ωθούμενοι ο καθένας από τους δικούς του ευτελείς λόγους, μου εναντιώνονταν, φτάνοντας μερικές φορές να γίνονται ανοιχτά εχθρικοί απέναντί μου. Αυτό, το πετυχαίνω επειδή πλέον δεν χάνω ποτέ την ψυχραιμία μου και τα κίνητρά μου είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε να με οπλίζουν με ακλόνητη πίστη ότι αντιμετωπίζω την κάθε τριβή με σωστό τρόπο κι έχοντας το δίκιο με το μέρος μου.

Το πράγμα, όμως, δεν σταματάει εδώ. Με έκανες όχι μόνο να μη φοβάμαι τη δημόσια αποκάλυψη των προσωπικών μου ζητημάτων, αλλά και να την επιδιώκω! Διότι κατάλαβα πάρα πολύ γρήγορα πως η δημόσια αποκάλυψη των πάντων είναι το καλύτερο μέσον για να αντιμετωπίζεις τους όποιους εχθρούς σου. Αυτή η τακτική, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ικανότητά μου να αντιλαμβάνομαι ταχύτατα τα «αδύνατα σημεία» του αντιπάλου μου (δηλαδή, τις ανακρίβειες, αντιφάσεις, αποκρύψεις, ψευδολογίες, διαβολές και λοιπές τέτοιες μεθόδους που χρησιμοποιούν συστηματικά όλοι οι πονηροί και κακόπιστοι άνθρωποι), έχει αποβεί το μεγαλύτερο όπλο μου για αυτές τις δυσάρεστες περιπτώσεις – οι οποίες, δυστυχώς, δεν παύουν να παρουσιάζονται, αφού οι ανώριμοι και ανελεύθεροι άνθρωποι, που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων ακόμα, παρεξηγούν τον ώριμο κι ελεύθερο συνάνθρωπό τους με τον τρόπο των… σκυλιών του Παβλόφ.
Αξίζει να κάνω μια μικρή παρέκβαση σε αυτό το σημείο, για να αναφέρω τη διαπίστωσή μου, η οποία έχει επιβεβαιωθεί δεκάδες φορές μέσα σε αυτούς τους λίγους μήνες, ότι οι ανώριμοι και ανελεύθεροι άνθρωποι καταφεύγουν σε όλες αυτές τις δολιότητες και μικρότητες επειδή δεν μπορούν να ανεχθούν κάποιον ο οποίος διαφέρει τόσο ριζικά από αυτούς: λόγω της συγκρίσεως που αναπόφευκτα κάνουν, εκλαμβάνουν τον ριζικά διαφορετικό από αυτούς ως το είδωλο του «άλλου» δικού τους εαυτού, εκείνου δηλαδή που έχουν θάψει μέσα τους, και αυτό είναι εξαιρετικά δυσβάστακτο για τους ίδιους, αφού αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αντικρύσουν και να γνωρίσουν τον γνήσιο εαυτό τους. Έτσι, αυτός ο άλλος, αυτό το είδωλο του δικού τους αληθινού εαυτού, μετατρέπεται γι’ αυτούς σε κατήγορο, ακόμα και χωρίς να τους εκτοξεύσει την παραμικρή κατηγορία, κι επίσης φαντάζει στα μάτια τους σαν μία μεγάλη απειλή.
Το ίδιο ισχύει και για τη μαυρίλα που έχουν μέσα τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πράγμα που μου το είπε και μία άγνωστη σ’ εμένα ρακοσυλλέκτρια, την οποία συνάντησα τυχαία τον περασμένο μήνα (τη μέρα που τράβηξα το «ντοκυμαντέρ») στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου. Θέλουν, για τους ίδιους λόγους που ανέφερα προηγουμένως, να μεταδίδουν τη δική τους μαυρίλα και σε όποιον αντιλαμβάνονται ότι δεν την έχει.
Κι όλα αυτά, συμβαίνουν επειδή όλοι μας, και σχεδόν πάντοτε, κρίνουμε τους άλλους εξ ιδίων, ανάλογα με τις δικές μας προκαταλήψεις, ανασφάλειες, κακίες κ.λπ. και, αντίστροφα, ανάλογα με τη δική μας καλοπιστία, ευθύτητα, καλοσύνη… Δίνουμε ό,τι έχουμε, και παίρνουμε ό,τι δίνουμε… Η αμοιβαιότητα λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα.

Εδραιώθηκε πια οριστικά η διάθεσή μου να προσφέρω χωρίς να αποσκοπώ στο παραμικρό αντάλλαγμα. Αυτή η ικανότητα, με έχει απαλλάξει από τις αλυσίδες της κτητικότητας, του ανικανοποίητου και του άγχους. Και πώς να μη με απάλλασσε, αφού έβλεπα τα ευτυχή γεγονότα να με κατακλύζουν με ολοένα εντονότερο ρυθμό; Και είναι η ίδια αυτή ικανότητα, που με έκανε από τον Απρίλιο, ήδη, να σου γράψω πως θα νοίκιαζα σπίτι στην Ιεράπετρα χωρίς καθόλου να θέλω με αυτή την κίνησή μου να σε πιέσω για να προχωρήσεις σε ολοκλήρωση της σχέσεώς μας, εφόσον εσύ δεν αισθανόσουν έτοιμη γι’ αυτό.

Και, πάνω απ’ όλα, είναι ετούτο εδώ το φαινόμενο, το οποίο συνοψίζει συνάμα όλα τα προηγούμενα: η αληθινή μαγεία, που μου συμβαίνει αμέτρητες φορές την κάθε μέρα! Γίνονται ένα σωρό ευχάριστα πράγματα χωρίς καθόλου να το έχω επιδιώξει εγώ την ώρα που γίνονται, μου λύνονται προβλήματα -και πάντα με τον καλύτερο τρόπο- εν τη γενέσει τους ή και πριν εγώ αντιληφθώ την ύπαρξή τους, και άλλα τέτοια εκπληκτικά!
Θα σου διηγηθώ, σαν παράδειγμα, ένα «μικρό» περιστατικό που συνέβη σήμερα (Παρασκευή) γύρω στις δυόμισι το μεσημέρι, την ώρα που ετοιμαζόμουν ν’ αρχίσω την εγγραφή των βίντεο που ανέβασα εδώ.
Χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, άνοιξα, και ήταν μία συγκάτοικος στην πολυκατοικία, η κυρία Αθηνά, την οποία είχα να δω πολύ καιρό. Μου είπε πως ο φούρνος της κουζίνας της είχε βραχυκυκλώσει, εξαιτίας υγρών που έπεσαν στις αντιστάσεις του ενώ τον καθάριζαν, και η γυναίκα είχε ξεπαγώσει για να ψήσει μία χορτόπιτα, οπότε, τώρα που δεν δούλευε ο φούρνος της, βγήκε να ζητήσει από τους γείτονες να της την ψήσουν, ώστε να μη χαλούσε. Της είπα αμέσως να τη φέρει να την ψήσω εγώ, όπως και έκανε. Αφού το ψήσιμο τελείωσε κι έδωσα την πίτα στη γυναίκα, εκείνη ξαναήρθε ύστερα από δέκα λεπτά, με το ταψί που της είχα δώσει, και μέσα σ’ αυτό είχε μερικά κομμάτια πίτας τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, κι ένα κουτί με βουτήματα τρούφας! Δεν δέχθηκε επ’ ουδενί να τα πάρει πίσω, παρ’ όλο που εγώ επέμεινα πολύ, ιδίως για τα βουτήματα.
Έχουμε δεκαπέντε χρόνια σ’ αυτή την πολυκατοικία, κι ετούτο το περιστατικό έγινε σήμερα: τη μέρα που εγώ εγκαταλείπω την Αθήνα, βραχυκύκλωσε ο φούρνος της κυρίας Αθηνάς, με αποτέλεσμα να χαρίσει σ’ εμένα αυτά τα πράγματα! Ασήμαντο; «Και πολλά μέλει να μάθεις αν το ασήμαντο εμβαθύνεις», γράφει ο Ελύτης στο «Άξιον Εστί». Αλλά και ασήμαντο να το πούμε, το πράγμα βοά ότι πρόκειται για έναν τρανταχτό και άριστο οιωνό!

Όμως, υπάρχει και κάτι ακόμα πιο πάνω. Είναι η βεβαιωμένη, πια, διαπίστωσή μου πως η ανθρώπινη ευτυχία δεν είναι καθόλου άπιαστη, καθόλου δύσκολη, μα τουναντίον το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, από τη στιγμή που κατορθώσεις να συντονιστείς με τις ανώτερες συμπαντικές δυνάμεις, αυτές οι οποίες προκαλούν και όλα αυτά τα θαυμαστά που ανέφερα προηγουμένως. Ως εκ τούτου, απέκτησα και την ικανότητα να μεταδίδω αυτήν τη γνώση στους συνανθρώπους μου – πράγμα καθόλου ασήμαντο, όπως καταλαβαίνεις. Αυτός, και μόνον αυτός, είναι ο λόγος για τον οποίο έχω γίνει τόσο λαλίστατος εντός και εκτός του διαδικτύου, αυτή είναι και η αιτία που, εκτός από τους τόσους φίλους που κερδίζω διαρκώς, κερδίζω και κάμποσες αντιπάθειες εκ μέρους εκείνων που κινούνται σταθερά με τον τρόπο της μικρόνοιας και του κακώς εννοούμενου συμφέροντος. Και, βέβαια, δεν θα σου είναι δύσκολο να καταλάβεις το μέγεθος της ηθικής ικανοποιήσεως που αντλώ, και μόνο από τα φωτεινά μάτια και χαμόγελα με τα οποία με αγκαλιάζουν όλοι αυτοί οι φίλοι.

Όλα τούτα εξηγούν και με το παραπάνω, πιστεύω, το γιατί κράτησα αυτή την τόσο σταθερή και συνεπή στάση απέναντί σου, καθώς και το γιατί θα εξακολουθήσω να την κρατώ -και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, ελπίζω, εφόσον μου προσφέρεις εσύ την απαραίτητη μικρή βοήθεια- μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.
Όπως επίσης δικαιολογούν πλήρως αυτό που τόσες φορές σου έχω γράψει, ότι, δηλαδή, θα σε ευγνωμονώ σε όλη μου τη ζωή, ακόμα και αν δεν δεχόσουν ποτέ να με συναντήσεις, ακόμα και αν μου έλεγες ότι όλο αυτό το πράγμα ανάμεσά μας ήταν για εσένα μονάχα ένα παιχνίδι.
Αλλά κι όταν ακόμη θα έχουμε ανταμώσει -διότι, είναι αδύνατον να μη γίνει αυτό, δε γίνεται με τίποτε να το αποφύγουμε- και θα σου προσφέρω ό,τι περνά απ’ το χέρι μου, πάλι δεν θα μπορέσω ποτέ να σε ευχαριστήσω για όλα αυτά που μου έχεις χαρίσει μέχρι σήμερα. Και σου το λέω αυτό έτσι ανεπιφύλακτα, επειδή είμαι τόσο σίγουρος ότι δεν θα το εκμεταλλευτείς, όσο είμαι και για το ότι με λένε Αθανάσιο.

Σε φιλώ, πολυαγαπημένη μου.

Υ.Γ. Η ώρα είναι 10.00, ψυχή μου κι εγώ είμαι ακόμα στην Αθήνα, γράφοντας. Θα ολοκληρώσω την ανάρτηση αύριο, γιατί διαφορετικά, θα χάσω πάλι το πλοίο!



Προσθέτω ένα ακόμα βίντεο, από τα πρώτα λεπτά του ταξιδιού μου με το πλοίο.

«Μον(έ)δέρνες» φωτιές, μαχαιριές ανάκατες με «αναχρονιστικά» κρεμάσματα, κι από κοντά, λυτρωτικά ιππεύματα…

Ιουνίου 22, 2010

…Ή, επί το συντομότερον, «Σκότους ενταφιασμός», μιας και η Ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να συμπέσει η προετοιμασία ετούτης της ανάρτησης με τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου!…

«Daddy’s in bed
The cats drinking milk
I’m an idiot
And I’m laughing»

«Ξέρεις, ιδίως από τα μέσα Απριλίου, που άρχισα να πηγαίνω συχνά στην Ιεράπετρα, έχω δει ότι μερικοί άνθρωποι σπεύδουν να βγάζουν πολύ επιπόλαια κι αυθαίρετα συμπεράσματα για μένα (και γιατί να μην τα βγάζουν αυτοί, θα μου πεις, αφού σε παρεξηγούν, σχεδόν συστηματικά, ακόμη και άνθρωποι που σε γνωρίζουν χρόνια ολόκληρα, ακόμη και πολύ-πολύ κοντινοί σου;!). Ενώ δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την προσωπικότητά μου, παρεξηγούν με τη μεγαλύτερη ευκολία τα λίγα που τους λέω εγώ, ή και τον τρόπο που κινούμαι εκεί (το ότι, π.χ., περπατώ στους δρόμους και σφυρίζω!), φτάνοντας στο σημείο να με συζητούν άσχημα πίσω από την πλάτη μου. (Ευτυχώς, οι άνθρωποι που με καταλαβαίνουν και με εκτιμούν εκεί είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι από αυτούς, κι έτσι αισθάνομαι κυριολεκτικά σαν να βρίσκομαι στην οικογένειά μου!)
»Κάτι ανάλογο φοβάμαι ότι συμβαίνει και με τη …., ότι δηλαδή έχει θεωρήσει την παρρησία και την τόσο επίμονη συνέπειά μου ως ένα προσωπείο που υποκρύπτει δόλιους σκοπούς. Αυτά, όμως, εγώ δεν τα ανέχομαι. Ας έρθουν πρώτα να με ζήσουν, να συζητήσουν διεξοδικά μαζί μου, ακόμα και να με «ανακρίνουν», και αν τότε συμπεράνουν δικαιολογημένα ότι είμαι «σκάρτος», ας αρχίσουν να λένε πράγματα για μένα. Όχι όμως να το κάνουν απλώς και μόνο επειδή αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν λειτουργούν με ποταπά κίνητρα! […]
»Πρέπει να λάβεις υπ’ όψιν σου πως ήταν η …., όχι εγώ, αυτή η οποία ξεκίνησε να γράφει δημόσιες «συμβουλές» και εις βάρος μου επικρίσεις.»

Αυτά τα λόγια περιέχονται, μεταξύ άλλων, σε ένα μήνυμα που έγραψα στις 16 του μηνός σε μία πολύ αγαπητή ιστολόγο, εξηγώντας της, όσο πιο καλά και όσο πιο σύντομα μπορούσα, ορισμένα πράγματα.
Κι αφού έλαβα από εκείνη μία κάθε άλλο παρά πειστική απάντηση, της έγραψα νέο μήνυμα, την ίδια μέρα:

«Σαν φίλη, με την ουσιαστική και βαθιά έννοια του όρου, θέλω κι εγώ να αντιμετωπίζω τη …., αλλά και όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Μόνο που πρέπει να το θέλουνε κι εκείνοι. Η μαγεία της μαγειρικής χωρίς μαγειρικό σκεύος, δε γίνεται με τίποτα! Ωστόσο, εγώ ποτέ δεν αποθαρρύνομαι πια, και συνεχίζω την προσπάθεια με όλους σαν να μην τρέχει τίποτα – τη συνεχίζω, μάλιστα, ακόμα και τις λίγες εκείνες στιγμές, που γίνομαι αυστηρός, «κακός» απέναντί τους, που τους υψώνω μια φωνή από εδώ μέχρι τη Ρόδο και την Κρήτη και την Ωγυγία! […]
»Ό,τι κάνω στη ζωή μου, το κάνω πάντα υπό το φως της ημέρας, και ποτέ στα σκοτάδια και στα κρυφά. Κι έχω βγει πολλαπλά ωφελημένος από αυτή την τακτική, η οποία φαίνεται πως ήταν έμφυτη μέσα μου (όπως είναι, πιστεύω, σε όλους τους ανθρώπους, μόνο που οι κοινωνικές επιρροές και το κυνήγι της ύλης, της ευκολίας και της απατηλής αναγνώρισης την εκτοπίζουν στα αζήτητα). Θα σου πω τώρα μονάχα ότι με αυτή την τακτική έχω απαλλαγεί τελείως απ’ τα βαρίδια του άγχους που προκαλεί το κάθε ψέμα που λέμε, καθώς αυτό μάς υποχρεώνει να είμαστε διαρκώς στην «τσίτα», μην τυχόν και αποκαλυφθούμε. Σχεδιάζω να κάνω ολόκληρη ανάρτηση γι’ αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα. Έχω ήδη γράψει, απ’ τον Απρίλη, ορισμένα πράγματα στο σημειωματάριό μου, και σου τα αντιγράφω αμέσως τώρα, για να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που τα βλέπει, διότι το αξίζεις:
»Ο πονηρός άνθρωπος είναι ένας βλάκας που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο έξυπνο του κόσμου. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλακεία του, τόσο πιο περίτεχνα κάνει τα ψευδολογήματα που σερβίρει στους άλλους. Το γεγονός ότι κερδίζει τις εντυπώσεις των άλλων (πράγμα το οποίο τον κάνει να ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με το ψέμα, να γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα βλάκας με περικεφαλαία, ένας δέσμιος του ψέματος) οφείλεται στο ότι οι άλλοι που τον πιστεύουν είναι εξίσου βλάκες με αυτόν, μόνο που διακατέχονται από διαφορετικό είδος βλακείας: αυτοί κουβαλούν τη βλακεία της πνευματικής νωθρότητας και της μωροπιστίας.
»Είναι φανερό πως και οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων κάνουν κακό η μία στην άλλη (πέρα από εκείνο που κάνουν στη δική τους πλευρά), κι επομένως είναι υπεύθυνες για την επιδείνωση της ανθρώπινης υπόστασης των «μελών» της άλλης κατηγορίας: οι βλάκες-πονηροί ευθύνονται για τη δόλια εξαπάτηση των άλλων, και οι βλάκες-μωρόπιστοι για τη συνέργειά τους στον εγκλωβισμό των πρώτων μέσα στη φιλντισένια φυλακή του ψέματος, δηλαδή της αυτοεξαπάτησης.»

Παρ’ όλα αυτά, η πολύ αγαπητή ιστολόγος δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξαφάνισε κι από το ιστολόγιό της ένα πολύ σοβαρό (χρησιμότατο, δε, για την ίδια…) και αυταπόδεικτο σχόλιό μου, το οποίο είχε εγκρίνει και είχε δημοσιευτεί, πράξη για την οποία εγώ την ευχαριστούσα στην αρχή του πρώτου μηνύματός μου. Και προχώρησε σ’ ετούτη την πράξη, ενώ στο απαντητικό της μήνυμα μου είχε γράψει: «Όσο αφορά το προσωπικό κομμάτι δεν μπορώ να πάρω θέση»! Δεν πειράζει, ας είναι καλά, κι εγώ ξέρω με απόλυτη σιγουριά ότι θα ‘ρθεί η μέρα που θα καταλάβει την αλήθεια, ώστε να απαλλαγεί και η ίδια από κάποια ιδιαίτερα βλαπτικά σύνδρομα και δεσμά.

Απόψε, ο χορός μας φούντωσε για τα καλά!
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν λέω πια «Ας κρατήσουν οι χοροί», αλλά «Θα κρατήσουν οι χοροί»!
Εκτός κι αν εσύ θελήσεις να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι…

Όσο για τους χορούς -τους σωστούς!- της δικής σου ψυχωμένης προσωπικότητας, έπαψε το «ας», δίνοντας πάλι τη θέση του στο αποφασιστικό «θα»!



Ήθελα να βάλω και το «Ρεμπέτικος σκοπός» της Χάριτος Αλεξίου, απ’ το «Παιχνίδι της αγάπης», αλλά δεν το βρήκα. Ας βάλουμε λοιπόν το «Οι φίλοι μου χαράματα» όπως το έφτιαξε η εξαίρετη φίλη μας η Kirkh70, μέχρι να γίνει κάτι ώστε να διορθωθεί κι αυτή η μικροατέλεια – για να συμπληρωθεί και ο χρόνος της σημερινής μας «εκπομπής»! Άλλωστε, η Χάρις είναι όλο παιχνίδια της αγάπης!

Και τώρα που καλοχορέψαμε, που συγυρίσαμε το Χάροντα και ηρεμήσαμε χάρη στη Χάριτα, ας πιάσουμε και κάτι λυπητερό – ή εσπερινό, αν το προτιμάτε.

ΦΩΤΙΕΣ

Φωτιές! Φωτιές!
Τα πάντα βρόμισαν, μαθές!
Πού πήγε του πυρός η στίλβη;
Πώς χάθηκε στου δόλου μέσ’ την τύρβη;

Τι γίνηκε κι ο άνθρωπος ο πούρος
απανθρακώνεται σε σάπιο μέσα πούρο
σέρνοντας σαν ηλίθιος ζωντόβολο χορό
γέρνοντας σαν παλιόγερος για φτύσιμο πουρό;

Φωτιές! Φωτιές!
Στο σκότος βυθιστήκαμε, να, δες!
Τι έγινε το φως που η φωτιά κατά τεκμήριο φέρνει;
Ποια διαβολιά της ζήσης μας τον όμορφο παλμό τον παίρνει;

Πού των Δελφών η Γνώση θάφτηκε;
Πώς η πηγή της Κασταλίας κλάπηκε;
Πώς η Ελληνίδα της Φωκίδας η αχτίδα
έγινε foco κι η ανθρωπότητα μπουρλότο;

Φωτιές! Φωτιές!
Μας ρίχνουν στο προχτές!
Μα είναι δικό σου το αύριο αν θες!
Φτάνει έν’ απλό αντίο να πεις στο χτες!


HEY YOU, ΦΙΛΕ ΠΟΥ «ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ»
-ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ…-,
ΑΚΟΥ ΤΙ ΕΧΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ:
ΣΗΚΩΝΩ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ!

Η ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΤΩΣΑ

Βαρέθηκα για αισθήματα κι αγάπες να διαβάζω
το σώμα και το νου μου άδικα των αδίκων να κουράζω
με λέξεις κούφιες περιτύλιγμα μονάχα του αέρα
κάποιων που ακούν «Απόδειξ’ το» κι αμέσως κάνουν πέρα

Βαρέθηκα να βλέπω ευαίσθητες και τρυφερές νουβέλες
που για εντυπώσεις γράφονται οι αστείες παπαρδέλες
που τις διαβάζεις ο φτωχός και λες εβρήκες τη χαρά σου
φούσκες που όπου ακουμπήσουνε σκάνε ευθύς μπροστά σου

Βαρέθηκα τις υψηλόφρονες και τις λεπτές διακρίσεις
που είναι πεπονόφλουδες απλώς για να πατήσεις.
Τις «νουθεσίες του έμπειρου» που έχουν μεγάλο βάρος
και τ’ς ακλουθεί ο ανόητος να ξεφαντώνει ο Χάρος

Βαρέθηκα τ’ ασπόνδυλα που αναίτια μαχαιρώνουν
και μ’ ευκολία περιττή το διάολο ζευγαρώνουν.
Λες και τους ζήτησε κανείς τα περιττώματά τους!
Αλλά φροντίζουν πάντα αυτά για τα θολά νερά τους!

Βαρέθηκα τους άνθρακες που όλο για ήλιους λένε
και μόλις δείξεις λίγο φως σαν είλωτες σε καίνε.
Οπλαρχηγούς και προύχοντες στάχτη στα όμματά σου
που θησαυρούς γεμίζουνε από το πίστευμά σου

Βαρέθηκα να τρέχω σα φτερό στο κάθε ένα διάσελο
όποτε αντιλαμβάνομαι πως κινδυνεύουνε ανθρώποι
και να εισπράττω ένα περιποιημένο φάσκελο
ως ηθική ανταμοιβή μην πάν’ χαμένοι μου οι κόποι

Βαρέθηκα να βλέπω πια Ιούδες να φιλάνε
αλλά ουδέποτε το σάπιο το πετσί τους να κρεμάνε.
Λέω να τους προτείνω λύση εξαίσια και σπουδαία
μια παρουσίαση στο γυαλί να κρεμαστούν στη θέα

Σε τι διαφέρουν όλα αυτά απ’ όσα λοιδορούμε
κι απ’ τα αισχρά τεχνάσματα που όλοι κατηγορούμε;
Και πώς θα πάμε, για, μπροστά να ένα τόσο βηματάκι
όταν οι ίδιοι παίζουμε βρόμικο παιχνιδάκι;

Δεν είμαι τόσο γέρος ‘γώ να πιάσω τέτοιες μούχλες
που σου πουλάν ως γιατρικό και βγάζουνε πανούκλες.
Έχω μπροστά μου μια ζωή θέλω να την τιμήσω
και πώς εγώ θα νικηθώ, μόνος ν’ αποφασίσω

Κάλλιο να πάω τους εχθρούς μας ν’ αγκαλιάσω
παρά με τους λεξίλαγνους μάταια να βραδιάσω.
Πιότερο φίλοι θα είναι αυτοί που τώρα με μισούνε
παρά οι μεγαλόστομοι που δήθεν με αγαπούνε

Κι όλα εσείς, παιδάκια μου, που ζείτε μόνο μ’ έναν φύρερ
ας γίνω εγώ για χάρη σας ο που ποθείτε κίλερ!
Αφού τόσο το θέλετε στα κυπαρίσσια να στρωθείτε,
ας βοηθήσω το λοιπόν μια ώρα αρχύτερα στο μνήμα για να μπείτε!

Πέφτεις σε λάθη
βρε τι έχω πάθει!
Να φτάσεις να μιλάς

για εκδίκηση κι εσύ!
Ή για τάφους
και σκότος ζοφερό!
Μα είναι Θε μου παλαβό!

Κι εγώ το ξέρω
να σου τη φέρω!
Μα τι θα γίνει
πες μου τι θα βγει;
Να σ’ το παίξω
γάιδαρος σωστός
μα δεν είναι αυτό κουτό;

Άσε τα πάθη
πιάσε τα βάθη!
Έχεις σκάφανδρο τέλειο εσύ
πάρε μια βαθιά αναπνοή!
Μη σκαλίζεις άλλο γι’ αφορμή
πέτ’ απ’ την καρδιά σου το πουρί
κι έβγα στ’ όμορφο νησί!

Μα τι κάνουμε, μπορείτε να μου πείτε; Μήπως πολεμάμε στη Βattle of Epping Forest;?

Along the Forest Road, there’s hundreds of cars – luxury cars.
Each has got its load of convertible bars, cutlery cars – superscars!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
‘cos they disagree on a gangland boundary.
They disagree on a gangland boundary.

There’s Willy Wright and his boys –
one helluva noise, that’s Billy’s boys!
With fully-fashioned mugs, that’s Little John’s thugs,
the Barking Slugs – supersmugs!
For today is the day when they sort it out, sort it out,
yes these Christian soldiers fight to protect the poor.
East end heroes got to score in…

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
You ain’t seen nothing like it.
No, you ain’t seen nothing like it,
not since the Civil War.

Coming over the hill are the boys of Bill,
and Johnny’s lads stand very still.
With the thumpire’s shout, they all start to clout
– there’s no guns in this gentleman’s bout.
Georgie moves in on the outside left
with a chain flying round his head;
and Harold Demure, from Art Literature,
nips up the nearest tree.
(Here come the cavalry!)

Amidst the battle roar,
accountants keep the score: 10-4.
They’ve never been alone, after getting a radiophone.
The bluebells are ringing for Sweetmeal Sam, real ham,
handing out bread and jam just like any picnic.

It’s 5-4 on William Wright; he made his pile on Derby night.
When Billy was a kid, walking the streets,
the other kids hid – so they did!
And now, after working hard in security trade, he’s got it made.
The shops that need aid are those that haven’t paid.

«I do my double-show quick!» said Mick the Prick, fresh out the nick.
«I sell cheap holiday. The minute they leave,
then a visit I pay – and does it pay!»
And his friend, Liquid Len by name,
of Wine, Women and Wandsworth fame,
said «I’m breaking the legs of the bastard that got me framed!»

They called me the Reverend when I entered the Church unstained;
my employers have changed but the name has remained.
It all began when I went on a tour,
hoping to find some furniture.
I followed a sign – it said «Beautiful Chest».
It led to a lady who showed me her best.
She was taken by surprise when I quickly closed my eyes.
So she rang the bell, and quick as hell
Bob the Nob came out on his job
to see what the trouble was.
«Louise, is the Reverend hard to please?»
«You’re telling me!»
«Perhaps, sir, if it’s not too late.
we could interest you in our old-fashioned Staffordshire plate?»
«Oh no, not me, I’m a man of repute.»
But the Devil caught hold of my soul and a voice called out «Shoot!»

To save my steeple, I visited people;
for this I’d gone when I met Little John.
His name came, I understood,
when the judge said «You’re a robbing hood.»
He told me of his strange foundation,
conceived on sight of the Woodstock nation;
he’d had to hide his reputation.
When poor, ’twas salvation from door to door.
But now, with a pin-up guru every week,
it’s Love, Peace & Truth Incorporated for all who seek.

He employed me as a karma-ma-mechanic, with overall charms.
His hands were then fit to receive, receive alms.
That’s why we’re in

the Battle of Epping Forest,
yes it’s the Battle of Epping Forest,
right outside your door.
We guard your souls for peanuts,
and we guard your shops and houses
for just a little more.

In with a left hook is the Bethnal Green Butcher,
but he’s countered on the right by Mick’s chain-gang fight,
and Liquid Len, with his smashed bottle men,
is lobbing Bob the Nob across the gob.
With his kisser in a mess, Bob seems under stress,
but Jones the Jug hits Len right in the mug;
and Harold Demure, who’s still not quite sure,
fires acorns from out of his sling.
(Here come the cavalry!)

Up, up above the crowd,
inside their Silver Cloud, done proud,
the bold and brazen brass, seen darkly through the glass.
The butler’s got jam on his Rolls; Roy doles out the lot,
with tea from a silver pot just like any picnic.

Along the Forest Road, it’s the end of the day
and the Clouds roll away.
Each has got its load – they’ll come out for the count
at the break-in of day.
When the limos return for their final review, it’s all thru’
– all they can see is the morning goo.
«There’s no-one left alive – must be draw.»
So the Blackcap Barons toss a coin to settle the score.

OH! MY GOD
BEING DOWN
DOWN
DOWN!

OH! MY MARVELLOUS
MARVELLOUS
MARVELLOYS
DAWN!

Εγώ που είμαι τέσσερω χρονώ
ετούτα είχα να σας πω!

Τα είχα πει και στα σαράντα μου
και μες στο λάκκο εκόντεψα
να μπω…

Όμως τη γλύτωσα φτηνά,
μόνο με πιότερα δεσμά…
Πίσω από φράχτες άκαρδους
μπήκα απ’ τους «αδιάφθορους»…

Και να ‘μαι εδώ μικρό παιδί
που ξαναπιάνει απ’ την αρχή
τον δρόμο αυτόν της αθωότητας
– της αληθούς μακαριότητας!


OMMADAWN!


Η συνέχεια επί της οθόνης:


HEY YOU!!

ON HORSEBACK

I like beer, and I like cheese
I like the smell of a westerly breeze
But what I like more than all of these
Is to be on horseback

Hey and away we go
Through the grass, across the snow
Big brown beastie, big brown face
I’d rather be with you than flying through space.

I like thunder, and I like rain
And open fires, and roaring flames.
But if the thunder’s in my brain,
I’d like to be on horseback

Some like the city, some the noise
Some make chaos, and others, toys.
But if I was to have the choice,
I’d rather be on horseback.

Some find it strange to be here,
On this small planet, and who knows where.
But when it’s strange and full of fear,
It’s nice to be on horseback.

Some are short, and others tall,
Some hit their heads against the wall.
But it doesn’t really matter at all,
When you happen to be on horseback.

So if you you feel a little glum,
To Hergest Ridge you should come.
In summer, winter, rain or sun,
It’s good to be on horseback.

Σ’ Εσένανε αποκλειστικά θα ‘ρθω για να εξαγνιστώ
Ανάσα μου καθάρια πολυαγαπημένη
με την επόμενη ανάρτηση που σου χρωστώ
που μάλιστα μου φαίνεται θα είναι διπλωμένη!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!!….

Ιουνίου 20, 2010

….Επισήμως και πανηγυρικώς!!

Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί


_ _ _ _ X V I_ _ _ _

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου θα πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο Πρώτος

Και ολίγη γκρίνια, να παρασκευάσουμε σαλάτα
Αρχίζω ν’ αμφιβάλλω πολύ έντονα, τούτες τις τελευταίες μέρες, για το εάν έχουμε νοιώσει ακόμα κι εμείς, οι ευαίσθητοι και καλλιεργημένοι διαδικτυακοί φίλοι, τι σίδερο τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά χρειάζονται για να χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε. Θέλουμε να οικοδομήσουμε κάτι σπουδαίο, και το αντιμετωπίζουμε σαν να είναι ένα απλό παιχνιδάκι – που μπορεί, ναι, στο χέρι μας είναι να γίνει παιχνιδάκι, μόνο που για να συμβεί αυτό, πρέπει εμείς να γίνουμε πρωτομάστορες, ενώ τώρα είμαστε κάτι ελάχιστα πιο πάνω από παραγιοί.
Ή, αν μου επιτρέπετε να το διατυπώσω ακόμα πιο σκληρά -δηλαδή, ακόμα πιο αληθινά-, αρχίζω να σκέφτομαι μήπως πρέπει να μας λιθοβολούν αυτοί που μας φωνάζουν αεροβάτες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, και κάτι πράματα αδιανόητα, που να μην πιστεύω στα μάτια μου, αφού είν’ ετούτα πράματα καμωμένα από εμάς τους ίδιους, που «ποιητές» δηλώνουμε -μάλιστα, «ποιητές της ζωής», ενίοτε-, «νοήμονες τρελοί», «πολιτισμένοι», «αγωνιστές», ακόμα και «Άνθρωποι».
Είναι που βλέπω, βλέπετε, σε τίποτε εμείς να μη διαφέρουμε κατά βάθος απ’ τους χαλαστές – ενίοτε, μάλιστα, τους χαλαστές της ζωής, τους απροσμέτρητους παράφρονες που μόνον η στάχτη κι η πούλβερη ικανοποιεί, τους παχύδερμους ανάλγητους και τους ανθρωποφάγους, ακόμ’-ακόμα κι απ’ τους σκορπιούς και τις ύαινες…
Είναι που βλέπω, βλέπετε, ανθρώπους ώριμους -αλλά μόνο ως προς την ηλικία, δυστυχώς…- να μην τους καίγεται καρφάκι για τη ζημιά που ενδέχεται να προκαλέσουν σε πολύ νεώτερα από αυτούς άτομα με την -παντελώς αδικαιολόγητη- εξουσιαστική επιρροή που τους ασκούν, και το μόνο που τους ενδιαφέρει να είναι, μην τυχόν χάσουν -οποία βλακεία!…- την «αυλή» που έχουν καταφέρει να σχηματίσουν ολόγυρά τους, από την οποία πορίζονται δόξα -…βλακεία εις το τετράγωνον!!…- και πελατεία -…εις τον κύβον!!!…
Κι έτσι, καταλήγουμε να γίνουμε μία σαλάτα βλακείας! Ίσως η μεγαλύτερη σαλάτα βλακείας στον κόσμο!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι!
Αυτό ακριβώς κάνουν οι σοφές μέλισσες για να χτίζουν
τις εξαγωνικές κηρήθρες τους. Επίσης, το κάνουν όταν τα σμάρια τους εισέρχονται στη νέα μόνιμη κατοικία τους, αλλά και
για να ξαναμπούν στην κυψέλη τους, όταν καμμιά φορά συμβαίνει
να πέσουν ξαφνικά μπροστά της πολλές μέλισσες μαζί.

Εμείς οι «νοήμονες», εμείς οι «εξελιγμένοι», εμείς οι «πολιτισμένοι» κάνουμε το ακριβώς αντίθετο!…
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων κατά τις οποίες κάποιος συνάνθρωπός μας θα επιχειρήσει να «αρπαχτεί» επάνω μας, στην προσπάθειά του να γλυτώσει από μια πολύ δύσκολη κατάσταση στην οποία ευρίσκεται, εμείς, για να τον… βοηθήσουμε, του δίνουμε μια περιποιημένη κλοτσιά.
Μάλιστα, έχουμε «εξελίξει» σε θαυμαστό σημείο αυτό το αγαπημένο μας άθλημα -σαν «εξελιγμένα» άτομα που είμαστε-, και δεν καθόμαστε να περιμένουμε πότε θα βρεθεί κανένας άτυχος ν’ αρπαχτεί από πάνω μας, ώστε να ρίξουμε την κλοτσιά και να την καταφχαριστηθούμε: βρίσκουμε μόνοι μας, πανεύκολα -και με το ατιμώρητο, βέβαια-, κάποιον που θεωρούμε κατάλληλο πετσί για να κλοτσήσουμε, και του την ανάβουμε! Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σιτίζουμε και το ερείπιο τύπου Ρικομέξ που σχεδόν όλοι μας ευλαβικά περιποιούμαστε εντός μας, γιγαντώνοντάς το και θάβοντας ολοένα και περισσότερο τους εαυτούς μας κάτω απ’ αυτό! Είναι ετούτη, ξέρετε, μία αρχαιόθεν δοκιμασμένη συνταγή, η οποία φέρνει πάντοτε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα!


Το ποιηματάκι που ακολουθεί, θα πρέπει να το διαβάσετε από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή να αρχίσετε από το τελευταίο (έκτο) εντός πλαισίου δίστιχο (και ουδόλως δύστυχο, εννοείται!…) και να συνεχίσετε προς τα πάνω. Μόλις το κάνετε, θα έχετε καταλάβει και το γιατί του έδωσα αυτή την αντίστροφη διάταξη.

Ξ Υ Π Ν Α Α Α Α ! ! ! !

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
της πεμπτουσίας του βίου μας να πιούμε το κανάτι!

Έλα να κλείσουμε ο ένας στον άλλονε το μάτι,
στα ουράνια να πάμ’ εκεί ψηλά που ζουν οι αθανάτοι!

Αδύνατον να καταλάβω γιατί με έχεις άχτι!…
Α! Σίγουρα, από ένα μάταιο μωρόδοξο γινάτι!

Έλα να γίνουμε ο ένας του άλλου σκαλοπάτι,
αντί να βγάζουμε ο ένας του αλλουνού το μάτι!

Έλα να καθαρίσουμε της ζήσης μας το μονοπάτι
αν θες να μη σαπίσουμε στον τόπο εδώ αμανάτι!

Μη λυπηθείς τα κούτσουρα!
Διότι τα κούτσουρα, απ’ όπου κι αν προέρχονται, ακόμα κι από εσένα τον ίδιο, είναι για να καίγονται!

Μη φτάσεις ώς τη στάχτη!
Μην προκαλέσεις καταστροφή! Εάν το κάνεις, θα γίνεις κι εσύ, ολόκληρος, ένα αποκαΐδι!




Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΠΑΡ’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ.
ΤΟ ΝΟΥ ΣΑΣ: ΑΠΟ ΜΑΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ!


Ένα απέριττο ξημέρωμα, που ωστόσο τα είχε -σχεδόν- όλα!

Ιουνίου 11, 2010

Από το υπέροχο ξημέρωμα ετούτης της μέρας, κιόλας, η ψυχική μου κατάσταση ήταν θαυμάσια – κι ας έλειπε, για λίγο ακόμη, κάτι εξόχως σημαντικό… Ανάλογης διαθέσεως αναρτήσεις σκεφτόμουν να κάνω, λοιπόν.
Ήρθαν όμως τρία γεγονότα, σαν να ήταν σταλμένα για να χαλάσουν τη γενική μου ευφορία.

Το πρώτο, μου αποκάλυπτε την αληθινή, και απαίσια, κατάσταση ενός καλού παιδιού, το οποίο είναι ένα από τα πρώτα που γνώρισα εδώ. Πρόκειται για ένα παλληκάρι που, ενώ κανονικά έπρεπε να τελειώνει τώρα την τρίτη λυκείου, την επόμενη σχολική χρονιά θα πάει στην… πρώτη! Και, μόλις πήρα από τον ίδιο σήμερα αυτές τις πληροφορίες, ξαναήρθαν αμέσως στο νου μου οι ζοφερές εικόνες που αντίκρυσα απ’ τον Απρίλιο, κιόλας, σε κάποιους χώρους εδώ, με ό,τι αυτές φανερώνουν πανηγυρικά για τα απίστευτα χάλια του εκπαιδευτικού μας συστήματος, για τις ασυγχώρητες παραλείψεις των υπευθύνων του «ελληνικού» Υπουργείου «Παιδείας»…
Και μου έφεραν αυτές οι πληροφορίες, εν συνεχεία, στο νου ένα άλλο παιδί της δευτέρας λυκείου που επίσης έχω γνωρίσει εδώ από τον Απρίλιο, το οποίο υποτίθεται ότι έχει γλυτώσει από αυτά τα καταστρεπτικά μονοπάτια – μόνο που έχει μπλεχτεί σε άλλα, και μάλιστα κάτω από την άγρυπνη επιτήρηση των μορφωμένων γονέων του!
Έτσι έχουν δυστυχώς, καλέ Εσύ, Εσύ, τα πράγματα με τα δύο πρώτα «παιδιά» μας. Ευτυχώς που μετά από αυτά προστέθηκαν δεκάδες άλλα. Δεν μπορεί να έχουν όλα κι από ένα ανάλογο βαρίδι να τα παγιδεύει και να τα βουλιάζει!
Κι εν συνεχεία, μόλις ήρθα το μεσημέρι στο ίντερνετ καφέ, ανακάλυψα «τυχαία» μερικές ανατριχιαστικές πληροφορίες για τα σημεία και τέρατα που συμβαίνουν, όταν οι μαθητές των γυμνασίων και λυκείων κάνουν καταλήψεις, με το πρόσχημα του αγώνα για μία καλύτερη εκπαίδευση…
Όλα αυτά, εννοείται, μέλλουν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστών αναρτήσεων, οι οποίες θα γίνουν εν ευθέτω χρόνω.

Το δεύτερο πράγμα που προσπάθησε να μου χαλάσει τη διάθεση, ήταν η διαπίστωσή μου πως εξαφανίστηκαν για δεύτερη φορά οι εικόνες που έχω ανεβάσει στο «THE HOLY MEETING IN THE GOLDEN ISLAND OF THE ETERNAL SUN OF LIFE». Έγραψα αμέσως ένα σχετικό σχόλιο εκεί, και επιφυλάσσομαι…
Πάει καιρός, ήδη, που έχω επισημάνει την κακόβουλη κι εγκληματική δράση ορισμένων υπανθρώπων μέσω του διαδικτύου, έχω αποδυθεί σε έναν αγώνα για να περιοριστεί, τουλάχιστον, αυτή η απαράδεκτη και πολύ επικίνδυνη κατάσταση, και διαπιστώνω με οδύνη μου πως οι καλοί φίλοι συνιστολόγοι που έχουν λάβει γνώση παραμένουν αδρανείς, θαρρείς και είναι κάτι που δεν τους αφορά καθόλου, κάτι που αποκλείεται να πλήξει κάποια στιγμή τους ίδιους. Και συνεχίζουν, οι περισσότεροι από αυτούς, να δημοσιεύουν ωραιότατα λεξιγραφήματα (από προσωπικές τους εμπειρίες μέχρι ποιήματα και διηγήματα) ως άλλοι αυτοϊκανοποιούμενοι νάρκισσοι, ή να βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σε αδιέξοδες έως ολέθριες ατομικές ομφαλοσκοπήσεις…
Εννοείται ότι κανέναν δεν θέλω να προσβάλω, αισθάνομαι όμως ότι δεν υπάρχει άλλη εποικοδομητική και αληθινά φιλική στάση, πέρα από τη στάση της καλοπροαίρετης αλήθειας – έστω και με τον κίνδυνο να έχω λάθος ή να υπερβάλλω σε σχέση με ορισμένους.

Το τρίτο συνέβη το απόγευμα, και αφορά τους μικρόψυχους κι αστείους χαρακτηρισμούς που έχουν σπεύσει να κάνουν μερικοί για το άτομό μου. Δεν πειράζει, ας είναι καλά, και ο χρόνος θα δείξει όλη την πραγματικότητα…

Μα δεν επρόκειτο, βέβαια, να άφηνα τα δυσάρεστα, πράγματι, αυτά γεγονότα να με κλονίσουν!
Ορίστε, λοιπόν, λίγα βίντεο που τράβηξα μόλις σήμερα στην Ιεράπετρα, έτσι, για να… σκάσει μονάχο του ό,τι θέλει να μας σκάσει!
Δυστυχώς, ένα βίντεο, που συμβαίνει να είναι και το καλύτερο, δεν μπορώ να το ανεβάσω τώρα, επειδή έχει υπερβεί τα δέκα λεπτά και η κυρία Youtube μας το απορρίπτει. Θα χρειαστεί να κάνουμε υπομονή για λίγες μέρες, έως ότου μπορέσω να το «πετσοκόψω» με ένα πρόγραμμα επεξεργασίας βίντεο, ώστε να τα ενσωματώσω σ’ ετούτην εδώ την ανάρτηση. Προς το παρόν βάζω αντί για αυτό -ώστε να είναι και τέσσερα…- ένα απογευματινό, με τον… κύριο «Καλημέρα!».




Αποχαιρετώντας μελ-ωδικά το χαρβαλοπαρ-α-ελ-θ-υροσταύρωμα…

Ιουνίου 7, 2010

Σαν βγω από αυτή τη φυλακή
ξέρω ποιος θα με περιμένει
οι δρόμοι θα ‘ναι γιορτινοί
κι η Πολιτεία ευνομημένη!

Τα καφενεία όλ’ ανοιχτά
κι οι φίλοι μου
ευτυχισμένοι
Αέρας θα με ξαποσταίνει

σαν βγω από αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί
μες στον ολόδροσο κορμί Σου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου
μα εκεί η Ζωή θ’ αληθευτεί!

Μαρμαρωμένοι θα σταθούν
οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες
μαρμαρωμένοι θα σταθούν!

Μπροστά σΕσένα θα σταθώ
με ένα δάκρυ και μια αγκάλη

και με τρεμάμενο κεφάλι
θα χαιρετήσω το Θεό!

Με Νέα Βουλή με Νέο Θεό
σαν βασιλιάς με ωραίο κάρμα

θα πω τη Λέξη και το Κλάμα
μπροστά σ’
Εσένα θα σταθώ

…Διότι ο Ήλιος βρίσκεται πάντα εκεί που πρέπει να βρίσκεται…

…Και πηγαίνοντας να γαληνέψω στην Ζωή









«Δεν είναι η ζήλια που μας χώρισε
δεν είναι αυτό που με πονά
είναι η αγάπη που δε χώρεσε
τα πιο βαθιά μας μυστικά».

Δεν είναι αγάπη αυτό το πράγμα
μα οτιδήποτε άλλο και πάντα κλάμα
είναι η άτιμη κρυφή αιτία
για τη χειρότερή μας δυστυχία

Μονάχα ανοίγοντας ζεστά στους άλλους
διάπλατη μιαν αγκαλιά το είναι σου όλο
χωρίς
μιζέριες φόβους ηλίθιους σάλους
βρίσκει το δίκιο του των πόθων σου ο πόλος





ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ:
Το τελευταίο χθεσινοβραδινό πλοίο το έχασα (έφτασα στο λιμάνι πέντε λεπτά μετά την αναχώρησή του)!
Και γιατί έγινε αυτό; Μα, για να βιντεοσκοπήσω την ωραιότατη σημερινή δύση του ήλιου από το Αιγαίο μας, αυτήν ακριβώς τη δύση που για εμάς είναι η υπέρλαμπρη Ανατολή!
(Εννοείται πως θα την αναρτήσω εδώ ακριβώς, το συντομότερο δυνατόν.)

ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΩΣ –ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΩΣ– ΑΟΡΙΣΤΑ…

Ιουνίου 5, 2010

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Ακούσατε μια παράδοξη παράξενη ιστορία
για τον πατέρα με τη φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπατζήδες και της μηχανής του Τσεβελέκου σπαήδες
όσοι του πατρός ζητάτε τη γνώση, ακαμάτηδες και διακοναρέοι,
ωραίοι νέοι και του δεκάξι Φαρισαίοι.
Της Σμύρνης με τη Γαλλική σχολή σπουδαίοι
όσοι ακούτε με παλιές παρέες, όλοι εσείς που θέλετε γνώση
του πατέρα την ιστορία, όσοι για πατρίδες νύχτες μιλάτε τόσοι ανθρώποι,
γυναίκες παιδιά μια ιστορία λυρική παλιά, για φυσαρμόνικα και κάποιο πατέρα
για νύχτα και μέρα ακούσατε την ιστορία στον αέρα.

Στην αρχή ήταν οι τρεις χαλύβδινοι αιώνες
στου Μπαρτζελιώτη με καρεκλάκι οι Παρθενώνες
και μετά ήρθε η θάλασσα και μεσόγειος νησιά,
ο δρόμος με τη βρύση πέτρινη παλιά, παλιώσαν όλα μέσα σε μια νυχτιά.
Γέρασε η Ελένη για μια νυχτιά και το ’23 ήτανε αυτό που λες 1910, αποκοτιά!
Πηγάδια υπόγεια ποταμοί, με του νέγρου το μωρό στη φυλακή
οι Αταμάνοι οι Κοζάκοι οι παλιοί.

Μετά δύο τροχοί αλέθαν σιτάρι βροχή
με τη σιδερολαβή του πυρπολητή Κανάρη, έλειπε η σιδερένια γροθιά.
Του πατέρα το σπίτι πάνω σε καρφιά, δεν έκλαψε, δεν έκλαψε,
του Πόντου Άρη καθώς φεύγαν τα πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος για πρώτη φορά,
δε γύρισε δεν ήτανε πατέρας πια.

Ετούτο το ποίημα-γροθιά στο στομάχι ανήκει στον Μιχάλη Κατσαρό, και το αλίευσα στο ιστολόγιο του εξαίρετου Γιώργου Κεντρωτή.

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι δυνατός ξεκίνα πάλι

Θαρρώ πως είναι πια καιρός να βάλουμε στα κεφάλια και τις ψυχές μας μία στοιχειώδη τάξη, διότι περίσσεψαν η αταξία και η σύγχυση, ακόμα και μεταξύ των σπουδαιοτέρων εξ ημών, γεγονός το οποίο θα έχει καταστρεπτικότατες συνέπειες εάν δεν το αντιληφθούμε και δεν το καταστείλουμε στο διάβολο απ’ όπου προέρχεται το συντομότερο δυνατόν.
Θα χρειαστεί να διαθέσετε κάποιον παραπάνω χρόνο, να επιστρατεύσετε τις δυνάμεις και την αντοχή σας, διότι αυτή η ανάρτηση, σε μια στιγμή αμεριμνησίας και απερισκεψίας της, ξαπλώθηκε στην κλίνη του Προκρούστη και ξεχείλωσε πάρα πολύ, με αποτέλεσμα να γίνει ένα… μακρύ ζεϊμπέκικο.

Μας έφτασαν στο σημείο να μιλάμε για τον Επίκουρο απαξιωτικά,
όπως το έχουν κατορθώσει και για τους Κυνικούς,
όπως και για τον συκοφάντη,
όπως και για την αγαθότητα,
όπως και για τον έρωτα,
όπως ακριβώς και γι’ αμέτρητα ακόμη ανθρώπινα, αληθινά, ωραία και μέγιστα
–κι ελληνικά!– μπόρεσαν –λόγω του δικού μας λήθ-αργου– στη θέση τους να βάλουνε
τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Μεγάλα όμως είναι, ευτυχώς, μα μέγιστα ουδέποτε
– άρα η νίκη των ερπετών δεν θα έρθει ουδεπώποτε.
Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά,
αφού τα ψεύτικα είναι εξ ορισμού ασυγκρίτως πιο μικρά από τ’ αληθινά
– αφού τα ψεύτικα είναι ανύπαρκτα ενώ είναι υπαρκτά τ’ αληθινά;
Και πώς θα μπορέσει, λοιπόν, να σταθεί το διαβολικό οικοδόμημα
που ως μοναδικά θεμέλια και σκέλεθρά του έχει
ανυπόστατες δοξασίες και γεγονότα
–κι όμως αληθινά, πάλι εξαιτίας του δικού μας λήθαργου!–,
κατασκευασμένα εξ ολοκλήρου με τα μηδενικά υλικά του ψεύδους;

Ύστερα, έχουν μπολιάσει με έναν τόσο βαθύ και αποτελεσματικό διχασμό το πνευματικό μας στοιχείο, ώστε να είμαστε σχεδόν όλοι σχιζοφρενείς, είτε σε μικρότερο είτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Και αυτή η κατάσταση ολοένα παροξύνεται, και ολοένα νομίζουμε πως είναι η φυσική μας, και ολοένα περισσότερο μας αρέσει και δεν ανεχόμαστε μύγα στο σπαθί μας όταν κανείς «τρελός» ή «ανάγωγος» τολμήσει να μας τη θίξει…

Έτσι, μέσα στον καθένα μας συμβιώνουν δύο άνθρωποι – δύο άσπονδοι εχθροί: εκείνος ο εαυτός μας που έχει μέσα του τη θεϊκή ουσία, ο ένθεος, και ο οποίος μπορεί να κάνει τα πάντα απ’ το τίποτα, κι εκείνος ο άρρωστος που νομίζει ότι ενθουσιάζεται, ενώ στην πραγματικότητα γητεύεται σαν μικρό παιδάκι με την οποιαδήποτε μπαρούφα θα του πετάξουν οι δολιότατοι «δάσκαλοι» που έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας κάνουν «ανθρώπους», και ο οποίος, κατά συνέπεια, γίνεται πανεύκολα και χωρίς καθόλου να το αντιληφθεί μαριονέτα στα χέρια τους, στην υπηρεσία των ολέθριων επιδιώξεων αυτών των «δασκάλων».
Πώς είναι δυνατόν να προκύψει κάτι θετικό από αυτή την αδιάκοπη κι ανελέητη μάχη εντός μας, όταν η θετική και δημιουργική πλευρά του εαυτού μας έχει γίνει ένας πειθήνιος δούλος της βλακώδους άλλης πλευράς μας, η οποία, με τη σειρά της, υπακούει χωρίς καμμία αντίρρηση σε ό,τι την προστάζουν οι αφανείς χειραγωγοί και οδηγοί της ανθρωπότητας στην άβυσσο;
Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι θα ξεφύγουμε μία μέρα από αυτή την κόλαση, πώς είναι δυνατόν να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα για το αύριο, εφόσον εμείς οι ίδιοι αρνούμαστε να κοιτάξουμε σοβαρά μέσα μας, ώστε να καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει και να πάρουμε τις απαραίτητες γενναίες αποφάσεις;

Μωρών μεγάλων μάστορες
που τον μπαμπά μιμούνται
ανθρώπωνε χάλαστορες
δίχως ν’ απολογούνται

Μωρών μεγάλων μπόλιασμα
με ιδέες και με κουσούρια
φαρμακευτών το σκεύασμα
σε ανήλιαγα αχούρια

Μωρών μεγάλων μέντορες
τυφλοί ημιονηγοί
αρμαγεδδόνων πράκτορες
ζόφου υποταγή

Μωρών μεγάλων μάλωμα
κι ο διαιτητής στη μέση
Έριδος το ξεφάντωμα
στα όρνια έχει φέξει

Μωρών μεγάλων κάρφωμα
που μοιάζει με παιχνίδι
των ίδιωνε το σταύρωμα
στου Χάρου το στασίδι

Μωρών μεγάλων μάγεμα
πάντα που βρίσκει στόχο
αρχίζει μ’ ένα χάιδεμα
τελειώνει μ’ ένα ρόγχο

Μωρών μεγάλων μέρισμα
χιλιοανειλημμένο
πανούργων το μηχάνευμα
νομίμως θεσπισμένο

Μωρών μεγάλων μάδημα
για το κοινό συμφέρον
της NASA το κομπόδεμα
κι όλων των συνεταίρων

Μωρών μεγάλων Μέδουσα
σε Βίβλους θεριεμένη
Εγώ είμαι η Μέλισσα
που σ’ έχω σκοτωμένη!

Μωρών μεγάλων μάτιασμα
από κανένα μάτι
Κίρκης κακό ξελόγιασμα
σε είχα μεγάλο άχτι!

Να μία συνηθέσταση όψη αυτής της σχιζοφρένειας που μας κατατρέχει: Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε πλήρως το σήμερα, αλλά και να αφεθούμε –σαν τα σοφά ποτάμια που ξέρουν πάντα να καταλήγουν στην παμφιλόξενη γαλάζια αγκαλιά της θάλασσας–, να διασκορπιστούμε στο αιώνιο, να γίνουμε ατμός, άτομα, αταμάνοι, να δυναμοποιηθούμε όπως ακριβώς οι ουσίες των ομοιοπαθητικών φαρμάκων! Και πολύ σωστά το επιθυμούμε!
Επιθυμούμε διακαώς να ζήσουμε, και το μόνο που κατορθώνουμε είναι να παρακολουθούμε, ανήμποροι εθισμένοι θεατές, την τραγωδία της ζωής μας, για την οποία, επί πλέον, πληρώνουμε άλλους για να μας την παίζουν, και να εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο σε φρούδες και πολλαπλώς βλαβερές Ολυμπιάδες!

Μωρών μεγάλων μόρφωμα
στη στρούγκα μαντρωμένο
του σπίρτου παρανάλωμα
που σου ’χουν αναμμένο

Μωρών μεγάλων τσάκωμα
για τρίχες και γι’ αρχίδια
άλλων αρτοβουτύρωμα
στα βρομερά παιχνίδια

Μωρών μεγάλων μέτρημα
μόνιμα στο περίπου
για πλάκα είσαι το ψάρεμα
μέσα σε απάτη μύθου

Μωρών μεγάλων μάθημα
γνώση πολλή αποδίδει
στο μαύρο συναπάντημα
και μαθητές κοιμίζει

Μωρών μεγάλων μάγειροι
τη σούπα ανακατεύουν
έρχοντ’ οι καλικάντζαροι
κι οι ηλίθιοι χωρατεύουν

Μωρών μεγάλων δίδαγμα
ποτέ αφομοιωμένο
τη μια είναι ψύλλου πήδημα
την άλλη φουσκωμένο

Μωρών μεγάλων μάγουλο
χιλιοχαστουκισμένο
υπόληψης το σούργελο
καταξεφτιλισμένο

Μωρών μεγάλων μόνοιασμα
που σεβασμό αξιώνει
κέρμα χωρίς αντάλλαγμα
σαβούρα που πληγώνει

Μωρών μεγάλων μοίρασμα
χιλιοανακατεμένο
ποιας τράπουλας το απόβρασμα
σ’ έχει φυλακισμένο;

Μωρών μεγάλων ένωση
(σ)κορακοφαγωμένη
καινούργια πιάσε άρμοση
γενού ολοκληρωμένη!

Μα δεν πρόκειται ποτέ των ποτών να το καταφέρουμε, εφόσον εξακολουθούμε να λειτουργούμε βάσει της διχαστικής σχιζοειδούς λογικής, η οποία θέλει και μπορεί να διογκώνει τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε όλα τα φαινομενικώς αντίθετα πράγματα!
Τι είπα; «Φαινομενικώς αντίθετα»; Μάλιστα! Φαινομενικές είναι αυτές οι αντιθέσεις, φαινομενική και η εναντίωση των δύο εαυτών μας!
Μα, εάν είναι έτσι, γιατί διογκώνονται συνεχώς αυτές οι διαφορές; Διότι, απλούστατα, εμείς δεν καταπιανόμαστε, σοβαρά και αποφασιστικά, να ορίσουμε τις φαινομενικώς αόριστες συντεταγμένες αυτών των «αντιθέτων» στοιχείων, να αυτοκαθοριστούμε, δηλαδή, με αποτέλεσμα να μας ορίζουν άλλοι και να μας κάνουν, την κάθε στιγμή που περνάει, νεκροζώντανους! Προτιμούμε ασυζητητί να είμαστε θλιβερές κουρελούδες που απαρτίζονται από αμέτρητα ξένα κομμάτια, παρά να πιάσουμε να ξεθάψουμε τις καταδικές μας φορεσιές, να τις παστρέψουμε, να τις σιδερώσουμε και να τις βάλουμε πάνω μας γελαστοί και περήφανοι. Μας έχουν διαποτίσει, βλέπετε, με το σύνδρομο του αυτοϋποβιβασμού και με τη μανία να θαυμάζουμε τις αλλότριες γελοιότητες, οπότε αισθανόμαστε την ακατανίκητη ανάγκη να τις ενδυθούμε, πετώντας τις δικά μας περγαμηνές στον κάλαθο των αχρήστων.
Και ας μη μου πει κανένας, παρακαλώ πολύ, ότι αυτό δεν αποτελεί αψευδέστατη απόδειξη ανωριμότητας και, πολύ περισσότερο, ανελευθερίας!

Μα, έστω κι αν αυτά αληθεύουν, δεν είναι και πάλι σοφό να προσαρμοζόμαστε και να μην πηγαίνουμε κόντρα στους ισχυρούς, οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους όλα τα μέσα για να διοχετεύουν στην κοινωνία νοοτροπίες και πρότυπα μαζικής κατανάλωσης, αλλά και για να βάζουν στη θέση του οποιονδήποτε τολμήσει να επιλέξει έναν τρόπο ζωής διαφορετικό από τον κυρίαρχο; Με άλλα λόγια, δεν είναι βαρύτατο το τίμημα που θ’ αναγκαστεί να πληρώσει ο κάθε ασυμβίβαστος; Κι ακόμα, δεν είναι από χέρι χαμένη μία τέτοια μάχη;
ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΟΧΙ!
Όλα αυτά δεν είναι παρά οι βολικές δικαιολογίες ώστε να παραμένουμε μια ζωή σκυμμένοι και παραιτημένοι, να βυθιζόμαστε αδιάκοπα σε μία δυσχερέστερη κι επαχθέστερη κατάσταση! Για να μην μπούμε στην –αληθινή– περιπέτεια ν’ αναζητήσουμε και γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να αυτοκαθοριστούμε σύμφωνα με τις γνήσιες δικές μας αξίες και ανάγκες! Και αυτές οι δικαιολογίες δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να ανατροφοδοτούν την απατηλή εντύπωση ότι οι τέτοιου είδους απόπειρες είναι καταδικασμένες σε οικτρή αποτυχία και τεράστια φθορά, φθορά η οποία ισοδυναμεί με το τίμημα που τόσο άδικα έχουν πληρώσει μερικοί αμετανόητα ρομαντικοί! Έτσι, στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο φόβητρο του κολοσσιαίου τιμήματος.

Εάν όμως ριχτούμε στον ωραίο αυτόν αγώνα με πίστη κι αποφασιστικότητα, σύντομα θα διαπιστώσουμε πως οι μεν δυνάμεις και ικανότητές μας αυξάνονται, οι δε δυσκολίες και θυσίες χάνουν διαρκώς σε βαρύτητα και δυσμενείς επιπτώσεις για εμάς.
Και, βέβαια, η προσπάθεια αυτή διευκολύνεται πάρα πολύ όταν έχουμε δίπλα μας και άλλους συναγωνιστές και δεν είμαστε μόνοι σαν την καλαμιά στον κάμπο, η οποία κινδυνεύει να σωριαστεί κάτω από το πρώτο πέρασμα ενός άγριου θηρίου. Η δε ανεύρεση κι άλλων αποφασισμένων επίδοξων ανθρώπων διευκολύνεται πάρα πολύ από τη στιγμή που ο καθένας από εμάς θα πιστέψει στον εαυτό του (εδώ, εννοώ πίστη θεμελιωμένη σε σωστές βάσεις, όχι στην αλαζονεία και την υπερβολή). Διότι τότε, πια, συνειδητοποιείς αυτόματα ότι δεν μπορεί να είσαι μόνον εσύ και κανένας άλλος ο σωστός, ο ειλικρινής, ο έντιμος, ο συνεπής, ο υπεύθυνος! Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα – διότι, αν δεν υπήρχαν, τότε η δική σου ζωή θα ήταν παντελώς αβίωτη και η μόνη επιλογή που θα σου έμενε, εφόσον ήθελες να μην αυταπατάσαι, θα ήταν η αυτοκτονία!
Άπαξ, δε, και φτάσουμε στο σημείο να αυτοκαθοριστούμε, να γίνουμε δηλαδή ο εαυτός μας αποτινάζοντας τα επίκτητα καρκινώματα, έχουμε κατακτήσει –εκτός όλων των άλλων ικανοτήτων και δυνάμεων, όπως είναι η ευστροφία, η μεγάλη παρατηρητικότητα, η ευκολία να συγκεντρωνόμαστε, η ταχύτατη αντίληψη των παγίδων που πάνε να μας στήσουν μερικοί-μερικοί, η ικανότητα να συνδυάζουμε πολλές πληροφορίες και να κάνουμε πολλά πράγματα συγχρόνως, η διαρκώς αυξανόμενη αντοχή κ.ά.– και κάποια πράγματα που σιγά-σιγά γίνονται τα πιο ισχυρά μας όπλα, και τα οποία δεν θα μπορούσαμε ούτε να ονειρευτούμε όσο παραμέναμε ηττοπαθείς, μεμψίμοιροι και αδρανείς. Ένα τέτοιο είναι η εκπληκτική ικανότητα να μεταμορφώνουμε τις αρχικές μας αποτυχίες σε θριάμβους –και μάλιστα θριάμβους χωρίς να υπάρχει κανένας ηττημένος από την άλλη πλευρά!–, να μετατρέπουμε σε αληθινούς φίλους και συναγωνιστές εκείνους που μας εναντιώνονται όταν μας πρωτογνωρίζουν ή όταν διαπιστώνουν την «αλλαγή πλεύσεώς» μας, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε μέσα σε πολύ μικρό διάστημα περιστοιχισμένοι από ένα σωρό πιστούς συντρόφους, τόσους και τέτοιους που δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ούτε σε χίλια χρόνια με τη «δοκιμασμένη» νοοτροπία και στάση ζωής!

Αλλά το πιο σπουδαίο, το πιο απίστευτο, είναι η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ που αρχίζει και μας συμβαίνει λίγο-λίγο, και η οποία πυκνώνει κι εντείνεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας στο σημείο να μας φιλοδωρεί με πράγματα που η φαντασία μας δεν είχε λαχταρήσει ούτε στις πιο αχαλίνωτες στιγμές της! Βλέπουμε τότε να μας λύνονται σαν από μόνα τους, δηλαδή από ανθρώπους ή γεγονότα που ποτέ δεν είχαμε υπολογίσει επάνω τους, προβλήματα που εμείς αδυνατούσαμε να λύσουμε παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, ή ακόμα και πριν εμείς συνειδητοποιήσουμε την ύπαρξή τους, βλέπουμε να μας δίνονται απαντήσεις σε ερωτήματα ακόμη αδιαμόρφωτα μέσα στο μυαλό μας, να φεύγουν από τη μέση υποχρεώσεις και δουλειές χωρίς εμείς να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό και να βρίσκεται έτσι ο αναγκαίος χρόνος ώστε ν’ αφοσιωνόμαστε στο πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε να κάνουμε τότε, και πολλά άλλα παρόμοια. Επίσης, βλέπουμε τη φυσική κατάσταση του οργανισμού μας να μεταμορφώνεται, να σφύζει από υγεία και ρώμη, καθόσον τώρα το πανίσχυρο στοιχείο του ψυχισμού μας λειτουργεί προς όφελος και όχι προς ζημία μας. Και, τέλος, βλέπουμε, εκεί που περπατάμε στο δρόμο νηφάλιοι, χαρούμενοι και συγκροτημένοι, να μπλέκονται απ’ το πουθενά στα βήματά μας ένα σωρό ευπρόσδεκτα και υπέροχα πράγματα, που βοηθάνε σημαντικά τη θετική εξέλιξη των υποθέσεών μας και μας γεμίζουν με μιαν άφατη αγαλλίαση και έναν ακατανίκητο θαυμασμό, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από τη χαμένη παιδική μας αθωότητα και την ικανότητα να βλέπουμε το ίδιο πράγμα σαν να το βλέπουμε για πρώτη φορά – τίποτε άλλο από τον ίδιο τον παράδεισο που όλοι μάς λένε πως έχει χαθεί ανεπιστρεπτί!

Για να φτάσουμε όμως στο σημείο να κάνουμε τη μαγεία στοιχείο της καθημερινής μας ζωής, χρειάζεται οπωσδήποτε να αποβάλουμε το άγχος και τη βιασύνη, τα οποία μόνο σε εσφαλμένες και πανικόβλητες ενέργειες μας οδηγούν, και μόνο τους δυνάστες και τους εχθρούς μας ευνοούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πάντα ήρεμοι, να μη χάνουμε την ψυχραιμία μας ακόμα και τις ώρες των μεγάλων εντάσεων με τους συνανθρώπους μας, και να μην επιδιώκουμε εκβιαστικά να γίνεται αυτό που έχουμε βάλει στο μυαλό μας, είτε πρόκειται για μια μελλοντική επιδίωξή μας, είτε για ένα πρόγραμμα ή ένα πραγματικά σοβαρό, ακόμα και επείγον, ζήτημα της επόμενης ώρας. Πρέπει, δηλαδή, να μπορούμε να αφηνόμαστε σε αυτά που μας φέρνει η ζωή την κάθε μέρα ή το κάθε λεπτό· όχι να αποφεύγουμε, αλλά να παρασυρόμαστε πρόθυμα στις επιταγές των εκάστοτε περιστάσεων, όπως είναι η ανάγκη να παρατήσουμε αυτό που κάνουμε και να τρέξουμε για να συμπαρασταθούμε σε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, να μην αρνηθούμε στον σύντροφό ή τους φίλους μας μία έξοδο επειδή αυτό με το οποίο καταγινόμαστε είναι πιο ενδιαφέρον, κ.λπ.

Κι όταν πια φτάνει η ευλογημένη εκείνη ώρα που φτάνουμε στον υψηλό μας στόχο, βλέπουμε πως η αξία του τιμήματος που πληρώσαμε έχει πέσει σαν τις μετοχές – και μάλιστα πολύ περισσότερο από όσο πέφτουν αυτές: έχει γίνει μηδενική, ενώ συγχρόνως το επίτευγμα για το οποίο παλέψαμε έχει καταξιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία μας!

ΜΙΑ ΦΟΥΣΚΑ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΕΝΑ ΑΠΟΣΤΗΜΑ ΛΟΓΩ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΟΛΥΝΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΥΣΙΕΣ, ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ!
ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ ΚΑΡΦΙΤΣΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΥΟ ΜΑΣ ΔΑΧΤΥΛΑ, ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ!

Βάζω πάλι το ίδιο τραγούδι με άλλο –εξαιρετικό– βίντεο, μήπως κι εμπεδώσουμε κάποτε την ΑΛΗΘΕΙΑ του.

Βάζω πάλι και το άλλο τραγούδι, επειδή έχει υπότιτλους οι οποίοι μας υποδεικνύουν με αρκετή ακρίβεια ποιος είναι ο ένας από τους δύο εαυτούς μας.


Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι
συνετός ξεκίνα πάλι

Κι ήταν ο θάνατος μακρύς
αλλά πεπερασμένος

γιατί η Ζωή είναι το άπειρο
κι όχι ο εσφιγμένος

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΙ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ!!


Κάνετε, σας παρακαλώ πολύ, και ένα κλικ στο βελάκι που βρίσκεται αριστερά από τον αριθμό προβολών αυτού του βίντεο, να διαβάσετε τα εξόχως ενδιαφέροντα –και άλλο τόσο σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί σ’ ετούτη την ανάρτηση– τα οποία υπάρχουν εκεί χάρη στην έξοχη Kirkh70.
Επιμένω να μπουν στον κόπο ιδίως όλοι οι καλοί, φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ποιητές, προκειμένου να δουν πώς ο Μιχάλης Κατσαρός εννοούσε την ποίηση όχι ως μία απονεκρωμένη και προσοδοφόρα (είτε σε «δόξα», είτε σε χρήμα) λογοτεχνική δραστηριότητα, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως «ποίησις» – βιώνοντάς την, δηλαδή, και κάνοντάς την πυξίδα της ζωής του και καθημερινή πράξη. Αυτή είναι και η δική μου προσέγγιση της ποίησης, και θεωρώ πως εκείνη η ποίηση που έχει απογυμνωθεί από ετούτη την κύρια διάστασή της «δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε» – για να θυμηθούμε λιγάκι και τον πολύ κύριο Χάρη Βλαβιανό, με τις «σύγχρονες» απόψεις του, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αυτή που δεν αξίζει ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώθηκε είναι η στρατευμένη ποίηση…
Εάν, μάλιστα, μπείτε και στον πρόσθετο κόπο να διαβάσετε και τα σχόλια που υπάρχουν κάτω από το «Αντισταθείτε», πολλούς άλλους ανθρώπους να συμφωνούν μαζί μου θα δείτε!

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,
ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΩΡΙΜΗ ΠΑΝΩΡΙΑ
ΜΑΡΙΝΑ ΜΟΥ,

ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΕΤΟΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΠΕΡΑΣΩ ΑΠΟ ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΑΞΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ!!



Ένα πρωινό…

Ιουνίου 4, 2010

RIVER OF LIFE

River of life
Rain was your birth
Gathered deep
Beneath the earth.
Search and seep,
Hollow stone
Issue and flow
Virgin stream
Meander free
It’s a long way to the sea.
Caves and canyons
Stark prison walls
Swirl and hurl you
From white cascading falls.
Across the plain
Sweep your course
River roll
Follow your star.

There’s a city
There’s a bridge.
Ships and barges
Dark rusty hearts
Feed cranes along your banks.
Waste and poison
cloy where once men drank.
Forget the pain
From rain to rain
Journey’s end
Is surely not far …

…Το προχθεσινό…

..Το χθεσινό..…Το χθεσινό…

Η ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΤΑ ΧΡΥΣΑ

Ο ήλιος σε σημάδεψε!
Πρόσεξε μη σε κάψει!
Επάνω σου εστάθηκε
κι έχει η Γης στενάξει!

Τρέχεις του στρίβεις σταματάς
κι αυτός πάντα μαζί σου!
Κρυφτούλι αν παίζεις να γελάς,
δε χάνει εκειός την εμορφή σου!

Προσέχει, είναι συνετός
τραβιέται ώρες-ώρες!
Σε νοιάζεται όπως ο Χριστός,
το νου σου εσύ στις μπόρες!

Βλέπω σωστά αποκρίνεσαι
παρά τους δισταγμούς σου!
Μες στα χρυσά τού δίνεσαι
μ’ όλους τους σπαραγμούς σου!

Ο ήλιος σε σημάδεψε
ως είναι γνώστης συνετός!
Εσύ σωστά αποκρίνεσαι
μέσα στους τοκετούς σου!

Ακριβοάγγιχτη καρδιά
κουρτίνα μαζεμένη
αραχνοΰφαντη ομορφιά
Αιώνος ταυτισμένη

Παραθυρόφυλλο ανοιχτό
ψυχή στο φως λουσμένη
σου έφτιαξε ο ήλιος φυλαχτό
γιατ’ είσαι ευλογημένη!

Ό,τι έγινε ανάμεσά μας, ό,τι γίνεται στη ζωή των ανθρώπων, ορίζεται από Επάνω.
Είναι fάtal, αμέ!
Και προέκυψε η Φατμέ!

Αυτό το Άνωθεν οριζόμενο κι ερχόμενο σε εμάς από την Μοίρα
(η οποία, καταπώς μας το διδάσκει η Ελληνίδα γλώσσα μας,
δεν είναι παρά το μερίδιο, η νομή της ζωής
που αναλογεί στον καθένα μας),
γίνεται ο πολυτιμότερός μας σύμμαχος,
πηγή ανεξάντλητη ευτυχίας για εμάς,
ή ο πιο ανίκητός μας εχθρός,
ο πρόξενος όλων των δεινών και ολέθρων μας,
αναλόγως με τη στάση που εμείς τηρούμε απέναντί του.
Βλέπουμε, λοιπόν, για άλλη μία φορά πόσο αλάνθαστος είναι ο Ελύτης,
ο οποίος τελείωνε μ’ ετούτα εδώ τα λόγια τη μνημειώδη ομιλία του,
όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ:

«Η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».

..Το χθεσινό....Το χθεσινό..…Το σημερινό…

..Το χθεσινό….Το χθεσινό….Το χθεσινό..…Το παντοτινό!

Όσο πυκνά κι αν είναι τα σκοτάδια,
όσο κι αν του Δία η παλάμη
ποτέ δεν μένει άδεια
–σωστά!…– από κεραυνούς,
ο ήλιος πάντα ανατέλλει
γιατί έτσι ο Νόμος θέλει…

…Μοιραίοι εμείς ανήμποροι
πανίσχυροι κι ωραίοι
πάνω απ’ τα σύννεφα
είναι γραφτό μας να πετάμε
ψυχές ελεύθερες
άνθρωποι που φιλάμε!

THE WORLD BECAME THE WORLD

Outside my window in the courtyard
of the world
The gentle rain was falling.
No breath of wind, no cry of beast or bird
Too quiet, too still, I turned …
To see the raindrops like a thousand
poet’s words
splash their circles on the stones,
Ans seem to wash over everything with love
And for a moment the courtyard heard.

Until the sun came bursting through the clouds
Hung up his rainbows in the sky
And with a laugh of flames said, «Now go
chase the gold»
And the world became the world …

Now we’re all travellers some seekers
and some sought
Who leave the courtyard to be caught
In nets of self, damned certainty and choice;
But do you believe our voice?

You … you’ve got what must belong to me,
I need! I’ll bleed for more possesions.
You … you’ve got no right to disagree
Bow! Kneel! Or fear my aggresions.
Thank God if sometines your oyster
holds a pearl
When the world remains the world …




Μία πρόσκληση, για τη μεθαυριανή συναυλία του Ψαραντώνη στο Ηρώδειο…

Μαΐου 31, 2010

…Προς όποιαν ή όποιον έχει την ευχέρεια και θέλει να αποδείξει εμπράκτως τη συνέπεια των λόγων και των πράξεών του…

Φτάσε όπου θέλεις!
Γιατί όταν αληθινά το θέλεις,
ΤΟ ΜΠΟΡΕΙΣ!!

Αντιγράφω το κείμενο από το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών:

Το Φεστιβάλ Αθηνών τιμά τον πρωτοπόρο λυράρη Ψαραντώνη με μια συναυλία στο Ηρώδειο. Δεινός δεξιοτέχνης, ο Αντώνης Ξυλούρης, κατά κόσμον Ψαραντώνης, κατάγεται από οικογένεια με μεγάλη μουσική παράδοση (είναι αδελφός του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη) και άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 9 ετών βόσκοντας τα πρόβατά του ψηλά στον Ψηλορείτη.
Το ιδιότυπο προσωπικό του ύφος στο παίξιμο της «αρχόντισσας» λύρας αλλά και άλλων οργάνων, όπως ο τζουράς και το μαντολίνο, έχει αναγνωριστεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγεται ο Νικ Κέιβ, ο οποίος τον κάλεσε στο διεθνές φεστιβάλ ροκ «All Tomorrow’s Parties» που οργάνωσε ο ίδιος το 2009 στην Αυστραλία.
«Από την απαρχή του ο κόσμος διαμορφώνεται με ήχο και ρυθμό. Αυτή η ηχητική δόνηση φανερώνεται στη μουσική του Ψαραντώνη. Ποτέ μου δεν είχα ακούσει τέτοιο ήχο», σχολίασε η Γερμανίδα δημοσιογράφος Ruth Roedler.
Ο Ψαραντώνης, γράφει ο Μάκης Μηλάτος, «είναι ένα προϊστορικό θεριό κρυμμένο σε μια σπηλιά της Κρήτης. […] Τσακισμένη ερμηνεία, βαθιές ανάσες και η μουσική που παρεμβαίνει διακριτικά, ένας δίσκος για να κοινωνήσεις των αχράντων μυστηρίων ένα άγιο κολατσιό: ψωμί, ελιές και κρασί. […] Ο Ψαραντώνης δεν είναι αυτού του κόσμου, τα blues του σκίζουν την καρδιά…»

Άρωμα από τον δικό του «άγριο και περήφανο» ήχο προσθέτει στην ίδια συναυλία ο Γιάννης Αγγελάκας.

Αυτά λένε παγκοσμίως για τον Ψαραντώνη. Εγώ ο έρημος, ξέρετε τι άκουσα με τα ίδια μου τ’ αυτιά στην Κρήτη πριν από λίγο καιρό, κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό (για τον άνθρωπο που μου το έλεγε);
Ότι ο Ψαραντώνης είναι εμετικός ως καλλιτέχνης!
Στο ίδιο «μήκος κύματος» ήταν η «γνώμη» του ιδίου ανθρώπου και για τον Λουδοβίκο των Ανωγείων!

Δείτε εδώ πώς διατυπώνει μία παρόμοια πρόταση ο δεξιοτέχνης Woody Allen. – Διότι, μπορεί (και πρέπει!) να του καταμαρτυρήσει κανείς ένα σωρό πράγματα, αλλά δεν μπορεί να μην του αναγνωρίσει τη μεγάλη σκηνοθετική ικανότητα. Το πρόβλημα (και) με αυτόν είναι ότι κάνει κάκιστη χρήση της ικανότητάς του…

Διαβάστε τι γράφει το παρακάτω χαρτάκι, κύριε Allen (ή μήπως Alien, πιο σωστά;), που μια ζωή μας έχετε πρήξει με τα συγκαλυμμένα θανατόφιλα κηρύγματά σας!

Πάλι παρασύρθηκα με τους διαβόλους, που να τους πάρει και να τους σηκώσει ο διάβολός τους!
Κι επειδή, όπως ασφαλώς αντιλαμβάνεσθε, θα ήταν μεγάλη γρουσουζιά να μας τελείωνε ο δύων κύριος Allen, ας τελειώσουμε εμείς με τον Γιάννη Αγγελάκα και μία πολύ ωραία ωκεάνια δύση. – Να την βλέπουν κι αυτοί οι ερεβομανείς απ’ τα λαγούμια τους και να χαίρονται για λίγο ακόμα… Εμείς την απολαμβάνουμε από εκεί ψηλά!…

Καληνύχτα, παιδιά!
Αυτός ο κόσμος αλλάζει!!
Με αληθινή φιλία και φιλιά!!!